Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Καθαρισμός τῆς καρδίας. Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινός

Καθαρισμός της καρδίας Διδαχές από τον Άθωνα


Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Το κέντρο της ζωής μας είναι η απασχόλησί μας με τον πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού αρνηθήκαμε τον κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος δεν είναι αμαρτωλός. Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε με ένα ιδιαίτερο τρόπο την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή. Κληθέντες από τον Θεό, ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή την εντολή.

Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο μάλλον, εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες τα νοήματα των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να ημπορέσωμε να νικήσωμε όχι μόνο την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά να την αφανίσωμε από την γέννησί της.

Όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να έχωμε συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Ο Ιησούς μάς ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον μολύνουν.

Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ γάρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18).

Αυτά είναι τα περισσεύματα της ακαθάρτου καρδίας τα οποία κινούμενα από μέσα προς το έξω, δημιουργούν το σώμα της περιεκτικής κακοηθείας.

Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της προσωπικότητας του ανθρώπου, και από ευγενής και «κατ εικόνα και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται πονηρός και διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της αρρωστημένης καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι αυτό τον λόγο.

Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους.

Κόσμος είναι το σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα πάθη και οι επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η «επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη και γενικά η ματαιοφροσύνη.

Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού. Το θέμα της παλιγγενεσίας δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα ευδαιμονισμό. Αυτά τα παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά την παρουσία του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι της Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.

Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι την θέωσι. Έτσι ο άνθρωπος μεταφέρεται διά της Χάριτος – εάν αρχίσει από εδώ να πειθαρχή στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το θετό παιδί στην περιουσία, στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα του, ενώ δεν είναι φυσικό παιδί, έτσι και εμείς. Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μάς λέγεται θεανθρωπισμός.

Αυτό μάς έφερε στη γή ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος: «Εγώ πάτερ, εν αυτοίς και σύ εν εμοί» και «τήν δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς», και άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς λέγω δούλους».

Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να προσεύχονται, κατ ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοίς ουρανοίς». Για να επιτευχθή όμως αυτό και να εισέλθωμε στους κόλπους της υιοθεσίας, πρέπει να προσέξωμε, όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε, αλλά να κτυπήσωμε την ρίζα της αμαρτωλότητος, ώστε και μέσα στην διάνοιά μας να μην έχη θέσι.

Όταν καθαρίση η καρδιά από τις ενέργειες των παθών, πού είναι ο παλαιός άνθρωπος, έρχεται τότε το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί. Προσέξετε πώς ο Ιησούς μας το αναφέρει. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ Αυτώ ποιήσομεν».

Κοιτάξετε τί λέει, «μονήν»· δεν λέει ότι θα έλθωμε να σάς επισκεφθούμε, όπως κάνομε εμείς μια επίσκεψι, αλλά λέει ότι θα κάνωμε διαμονή. Αυτός είναι ο Θεανθρωπισμός.

Η απαλλαγή μας όμως από την αμαρτία δεν γίνεται αυτομάτως αλλά σταδιακά, όπως γίνεται η σωματική αύξησι. Με την εμμονή μας, σιγά-σιγά επιτελείται διά της Χάριτος μυστηριωδώς η κάθαρσι της καρδιάς. Καθαρίζη πρώτα ο νους και φωτίζεται, και έτσι συλλαμβάνει καλά τα νοήματα και δεν πλανάται. Μετά την σωστή χρήσι των νοημάτων και την τήρησι της ακριβείας των εντολών, καθαρίζεται και η καρδιά.

Τότε εισέρχεται η Θεία Χάρις μόνιμα και κάνει τον άνθρωπο αληθινά θεοφόρο. Και ο άνθρωπος αυτός ενώ είναι ζωντανός, μεταφέρθη «εκ του θανάτου εις την ζωή». Αυτό είναι ο αγιασμός. Τότε εις αυτόν δεν λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Κοινωνεί μόνιμα με την θεία Χάρι και εισέρχεται στο υπέρ φύσι, ούτως ώστε να έχη το διορατικό ή το προφητικό χάρισμα. Δεν φοβάται τις ασθένειες, τους κινδύνους, διότι μεταφερόμενος στη θέσι της υιοθεσίας τον σκεπάζει η θεία Χάρις· και όταν κάποτε θα φύγη από τον κόσμο αυτό, θα κερδίση τις άξιες των επαγγελιών, πού μάς υπεσχέθη ο Χριστός μας.

Και αυτές τις ημέρες, αν είστε λίγο προσεκτικοί, θα αισθανθήτε περισσότερο την επίδρασι της Χάριτος, διότι όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντάς μας, ο Χριστός χαρίζει πλουσιότερα τα δώρα Του στις μεγάλες εορτές, σαν μία ιδιαίτερη ευλογία.

Αλλά υπάρχει λόγος στο να μην είμεθα και να μην γίνωμε προσεκτικοί; Αφού αυτό είναι το κέντρο του στόχου μας! Πώς να μην γίνωμε ευλαβείς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοί λάτρεις του Χριστού μας, ο οποίος πιστεύομε ότι μάς εκάλεσε αφού μάς προώρισε και μάς εδικαίωσε και απομένει μόνο η ελεημοσύνη Του να μάς δοξάση στην εσχάτη εκείνη ώρα, όταν θα φύγωμε από τον κόσμο αυτό;

Και να τώρα θα εισέλθωμε στα «ταμεία» μας, και αποκλείομε την θύρα μας και προσευχόμεθα και εξομολογούμεθα και προσπίπτομε στον Χριστό μας και με όλη την ψυχή και την καρδία και διάνοια και θέλησι και πρόθεσι και δράσι αποδίδαμε τάς ευχάς μας ενώπιόν Του, πού έχει υποσχεθεί στους αμαρτωλούς.

Με πραότητα, με ταπείνωσι και καλοσύνη να προσπίπτετε με τον τρόπο αυτό.

Είναι ο μυστικότερος τρόπος της μεταβολής του χαρακτήρος, πού προκαλεί τις πνευματικές εξάρσεις και αλλοιώσεις: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Αλλοίωσι πού μεταβάλλει τον πήλινο άνθρωπο, τον αμαρτωλό, τον περικείμενο τους δερμάτινους χιτώνας. Τον μεταβάλλει σε πνευματικό όν, πού το περιτριγυρίζουν και επιθυμούν οι Αγγελοι να παρακύψουν.

Βλέπουν τις καλές αυτές διάνοιες, πού προσπαθούν να ξεπεράσουν τον νόμο της βαρύτητας και να μεταφερθούν στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, εκεί όπου «πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Χριστός, εις τα Άγια αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9,12).

Όσα δεν αφορούν τον ουρανό, ξεχάστε τα. Εκεί είναι το πολίτευμά μας. Εκεί μάς αναμένει ο Ιησούς μας. «Εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν,ίνα οπού ειμί εγώ και υμείς ήτε».

Ποιά καρδιά, αισθανόμενη αυτά τα ρήματα, δεν θα ραγίση, ακόμη και αν είναι από γρανίτη κατασκευασμένη; Η ανερμήνευτος παναγάπη Του δεν ετελείωσε με την θεία Του κένωσι και την παραμονή Του μαζί μας στην γή αυτή, όπου ενεδύθη την ιδική μας ταπείνωσι και πτωχεία. Αλλά και στους πατρώους κόλπους αναπαυόμενος «εν πάση τη δόξη Αυτού», πάλι μάς ενθυμείται και «ουκ εάσει ημάς ορφανούς πώποτε, αλλά, μεθ ημών εστί πάσας τάς ημέρας».


Όλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινείστε με άμιλλα πνευματική, να φιλοδοξήτε να πέραση ο ένας τον άλλο. Και αυτό ακριβώς είναι το αξιέπαινο. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον».

ΕΡΩΤΗΣΗ – ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ερ.: Γέροντα, πρέπει να προσευχώμαστε για όποιον μάς ζητά ή για τους αδελφούς της συνοδείας μας, πού λείπουν έξω στον κόσμο;


Απ.: Για τα μέλη της συνοδείας μας έχομε χρέος να προσευχόμαστε, διότι ανήκομε όλοι στο ίδιο σώμα. Όταν δε ευρίσκεται κανείς έξω από το περιβάλλο του, δεν ημπορεί να έχη την ίδια προσοχή και αίσθησι Χάριτος και κατάστασι πού έχει όταν είναι στην φωλιά του.

Εις αυτές τις περιστάσεις, πού ευρίσκεται κάποιος έξω από την μάνδρα, δεν ξέρομε τί ημπορεί ο διάβολος να επινόηση εις βάρος του, διότι είμεθα άνθρωποι και ποιός έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του;

Με μια στροφή του νου προς τον Χριστό μας, να επικαλήσθε την θεία βοήθεια, την θεία Χάρι για την επιτυχία του σκοπού για τον οποίο εξήλθε ο αδελφός· και με μία μικρή προσευχή, να γίνεται αφορμή να σκεπάζεται οποιοσδήποτε απουσιάζη από τη συνοδεία, διότι ευρίσκεται σε ανοικτό μέτωπο και δεν γνωρίζομε από πού θα δεχθή την κρούσι.

Για τους άλλους τώρα σύμφωνα με την Πατερική παράδοσι, οι νέοι, οι αρχάριοι, δεν ωφελούνται όταν εύχονται για άλλα πρόσωπα, διότι είναι και αυτή μια πρόφασι από τα δεξιά για να δημιουργή σκορπισμό.

Φυσικά όπως και άλλοτε σάς ερμήνευσα, δεν φιλοδοξούμε να ευχόμεθα για τον καθένα, όχι διότι μισούμε τον πλησίο μας, μή γένοιτο, αλλά γνωρίζοντες ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε παρρησία είμεθα λίγο συνεσταλμένοι και ο Θεός βλέποντας το ταπεινό φρόνημα, ότι δηλαδή απέχομε γι αυτό τον σκοπό, συμπληρώνει η αγαθότης Του την πρόθεσι της καρδίας και την πρόθεσι της αγάπης πού αισθανόμεθα απέναντι του καθενός.



Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Διδαχές από τον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 8, γ’ Έκδοσις, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονή του Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999

pemptousia.gr

http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/blog-post_5857.html

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Ἡ ἐκκοσμίκευση στήν ἐκκλησία

Η Εκκοσμίκευση στην Εκκλησία


Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

ΠΗΓΗ: “Καθημερινή” της Κυριακής 16-1-2000.

Η τελευταία Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος (Οκτώβριος 1999) ήταν πολύ σημαντική. Δεν πρόκειται εδώ να εντοπίσω αυτήν την πραγματικότητα, αλλά κυρίως να υπογραμμίσω ότι η Ιεραρχία αυτή ήταν πάρα πολύ σημαντική και κρίσιμη, γιατί, εκτός των άλλων, έθεσε το θέμα της εκκοσμίκευσης στην Εκκλησία. Έγινε πολύς λόγος για το φαινόμενο αυτό που είναι το κυριότερο πρόβλημα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής. Συνήθως όλοι ομιλούν για την εκκοσμίκευση, αλλά όλοι την αποδίδουν στους άλλους.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι, μιλώντας για την εκκοσμίκευση, την περιορίζουμε σε εξωτερικά πράγματα, για παράδειγμα στο σκουλαρίκι των νέων, τα ανέκδοτα, την χρησιμοποίηση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, κλπ. Όμως η εκκοσμίκευση δεν εξαντλείται σε αυτά τα σημεία, αλλά εκφράζει μια βαθύτερη νόσο, είναι η αλλοίωση της ορθοδόξου θεολογίας και εκκλησιολογίας. Ο Σεβ. Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου κ. Ειρηναίος, σε εισήγησή του στην Δ’ Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου, με θέμα “η εκκοσμίκευσις ως γεγονός και ως απειλή εις την σύγχρονον Ορθοδοξίαν”, αναφέρεται διεξοδικώς στην προσέλευση και τις επιπτώσεις της εκκοσμικεύσεως. Ως προς τον όρο εκκοσμίκευση γράφει ότι χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1850 από τον G. L. Holyoke και “προσδιορίζει ένα σύστημα, το οποίο επιδιώκει να ερμηνεύση την ζωή του ανθρώπου και της Κοινωνίας του, αλλά βεβαίως και όλου του κόσμου και όλων των ανθρώπων επάνω στις αρχές, οι οποίες έχουν ληφθεί από τούτον τον κόσμο στον οποίον ζούμε. Αρχές οι οποίες είναι άσχετες και ασύνδετες με την πίστη στον Θεό με οποιοδήποτε θεό και με την μέλλουσα ζωή”. Ως παράδειγμα εκκοσμικεύσεως αναφέρει τον Διαφωτισμό και ως απειλή για την Ορθόδοξη Εκκλησία παρουσιάζει την “εγκοσμιότητα”, τον “αθεϊσμό”, “τήν αμαρτία”, “τόν ευσεβισμό”, “τις Κοινωνικές – προσωπικές κατακτήσεις”.

Συχνά κάνουμε λόγο για τις παρανοήσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος. Ο αείμνηστος Ιάκωβος Μάϊνας, μεταξύ των πολλών παρανοήσεων, υπογραμμίζει τρεις, ήτοι την “χριστιανική κοσμοθεωρία” που συνδέεται με την επιθετικότητα και τον ανταγωνισμό στις άλλες κοσμοθεωρίες, την “κοσμοφοβία” που έχει σχέση με την αμυντική στάση και με μια κλειστή αποικία μέσα στον κόσμο, και την “εκκοσμίκευση” που στηρίζεται στην διατάραξη της σχέσης μεταξύ υπερβατικότητας και ενδοκοσμιότητας.

Κυρίως η εκκοσμίκευση που μας ενδιαφέρει εδώ είναι, κατά τον προηγούμενο θεολόγο, η νοοτροπία κατά την οποία ο υπερβατικός Θεός ενταφιάζεται “μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι” και όταν η “ιστορική δράση σφετερίζεται τον αγιαστικό χαρακτήρα και το ιερατικό ήθος της θρησκευτικής λατρείας”. Υπάρχουν δύο φράσεις που ερμηνεύουν την εκκοσμίκευση μέσα σ’ αυτόν τον προσδιορισμό. Η μία: “προσευχή γίνεται πια η καθημερινή ανάγνωση της εφημερίδας”, και η άλλη περικλείεται στα λόγια του Heine: “ας αφήσωμε τον ουρανό στους παπάδες και τα σπουργίτια”, προφανώς για να ασχοληθούμε μόνον με τον κοινωνικό χώρο.

Σε κάποια φάση ο δυτικός Χριστιανισμός όχι μόνον υιοθέτησε την εκκοσμίκευση, αλλά και την θεσμοποίησε, αφού απογύμνωσε τον Χριστιανισμό από το πνευματικό και εσχατολογικό στοιχείο του, και τον έκανε μια κοινωνική οργάνωση και ένα ηθικιστικό σύστημα.

Η εκκοσμίκευση ως όρος εισήλθε και στον δικό μας χώρο, για να χαρακτηρίση μια παράλληλη κίνηση που επικρατούσε και σε μας, όμοια με εκείνη που υπήρχε στην Δύση, με την διαφορά ότι σε μας εφ’ όσον υπάρχει το δόγμα αναλλοίωτο, τα ζωτικά κέντρα ζωής, που είναι οι Ενορίες και τα Μοναστήρια, η πλούσια εκκλησιαστική και πατερική παράδοση, δεν μπόρεσε η εκκοσμίκευση να θεσμοποιηθή, αλλά ενεργεί σε επίπεδο προσωπικό. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τρεις χώρους στους οποίους φαίνεται η εκκοσμίκευση, ώστε να αντιληφθούμε και την σημειολογία του όρου.

Γίνεται λόγος για εκκοσμίκευση στην Εκκλησία. Φυσικά, όταν κάνουμε λόγο για εκκοσμίκευση στην Εκκλησία, δεν εννοούμε εκκοσμίκευση της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού, αλλά εκκοσμίκευση των μελών της Εκκλησίας. Όπως γνωρίζουμε από την όλη εκκλησιαστική παράδοση, η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι έχει σκοπό να θεραπεύση τον άνθρωπο και να τον οδηγήση στην θέωση. Η ύπαρξη της πραγματικής Εκκλησίας φαίνεται στην επιτυχία να θεραπεύη την νοσούσα προσωπικότητα του ανθρώπου. Όπως μια ιατρική επιστήμη αναγνωρίζεται από τον βαθμό της επιτυχίας, και όπως ο επιστήμονας ιατρός αποδεικνύεται από τον βαθμό της θεραπείας του ασθενούς ανθρώπου, το ίδιο συμβαίνει και με την Εκκλησία.

Μέσα από αυτήν την προοπτική μια Εκκλησία που δεν θεραπεύει τον άνθρωπο, αλλά ασχολείται με άλλα έργα είναι εκκοσμικευμένη. Η Εκκλησία εκκοσμικεύεται όταν θεωρείται ως μια θρησκευτική οργάνωση που ικανοποιεί τα θρησκευτικά συναισθήματα και προσπαθεί να εξιλεώση τον Θεό. Μια Εκκλησία που έχει ωραίες τελετές, χωρίς να διατηρή τον ησυχαστικό θεραπευτικό χαρακτήρα, είναι θρησκευτική οργάνωση. Ακόμη η Εκκλησία εκκοσμικεύεται όταν θεωρήται ως ιδεολογικός χώρος, και όχι ως χώρος ζωής, όπου νικάται ο θάνατος, με όλες τις συνέπειές του, που είναι οι αρρώστειες, τα πάθη, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια. Γιατί το φαινόμενο του θανάτου δεν είναι ένα στιγμιαίο βιολογικό γεγονός, αλλά μια συνταρακτική διαδικασία που συνδέεται με την όλη ζωή του ανθρώπου και έχει σχέση με την φθαρτότητα και την θνητότητα. Ακόμη η Εκκλησία εκκοσμικεύεται όταν θεωρήται σαν μια κοινωνική οργάνωση, που είναι απαραίτητη στην κοινωνία για την κοινωνική της χρησιμότητα, αφού την χρειάζονται για να κοσμή διάφορες τελετές και να επιτελή διάφορα κοινωνικά έργα. Μια τέτοια Εκκλησία δεν απορρίπτεται και από αυτούς τους λεγομένους αθέους. Έτσι, μια Εκκλησία που σταυρώνει αντί να σταυρώνεται, που ζητά την εγκόσμια δόξα αντί την δόξα του Σταυρού, είναι εκκοσμικευμένη.

Μιλούμε ακόμη και για την εκκοσμίκευση στην θεολογία. Στην πατερική παράδοση φαίνεται ότι θεολόγοι είναι οι θεόπτες, που απέκτησαν την προσωπική πείρα του Θεού και ομιλούν απλανώς και θεοπνεύστως για τον Θεό. Θεολογία είναι η φωνή της Αποκαλύψεως. Καθαρό δείγμα εκκοσμικεύσεως στην θεολογία είναι η λεγομένη σχολαστική θεολογία που αναπτύχθηκε στον Μεσαίωνα, και ως μέθοδος εργασίας επικρατεί και σήμερα. Και είναι γνωστόν ότι η σχολαστική θεολογία στηρίχθηκε πολύ στον ορθό λόγο, ως μέθοδο γνώσεως του Θεού. Δεν κατηγορεί κανείς την λογική, αλλά όταν η λογική χρησιμοποιείται για την γνώση του Θεού είναι πτωτικό γεγονός. Η ορθόδοξη θεολογία στην ουσία της είναι ησυχαστική, που σημαίνει χρησιμοποιεί διπλή μεθοδολογία, άλλη είναι η μέθοδος για την διερεύνηση των κτισμάτων (λογική), και άλλη είναι η μέθοδος για την γνώση του Θεού (νους). Έτσι, όταν η θεολογία δεν ασχολείται με την λύση των υπαρξιακών προβλημάτων του ανθρώπου, δεν αναφέρεται στο πώς ο άνθρωπος από το κατ’ εικόνα θα προχωρήση στο καθ’ ομοίωση, αλλά εξαντλείται σε βερμπαλισμούς και σε ένα αφυδατωμένο κοινωνικό έργο, και εξελίσσεται σε ένα ηθικιστικό σύστημα, τότε είναι εκκοσμικευμένη. Η ορθόδοξη θεολογία είναι η φωνή της Εκκλησίας και φυσικά, επειδή η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο, γι’ αυτό και η ορθόδοξη θεολογία γνωρίζει και αγωνίζεται να θεραπεύση τον άνθρωπο.

Αυτή ακριβώς η εκκοσμίκευση φαίνεται και στην ποιμαντική που έχει μεγάλη σχέση με την Εκκλησία και την θεολογία της. Επειδή, η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, και η θεολογία είναι η γνώση του Θεού, είναι ο αποκαλυπτικός λόγος, γι’ αυτό και η ποιμαντική είναι ο τρόπος με τον οποίο ο θεολόγος εκκλησιοποιεί τον τραυματισμένο και πονεμένο άνθρωπο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θεωρεί την ποιμαντική ως την πιο δύσκολη επιστήμη και οπωσδήποτε την συνδέει με την θεραπεία και την θέωση του ανθρώπου. Όλη η ποιμαντική μέριμνα της Εκκλησίας δεν εξαντλείται σε μια εξωτερική δραστηριότητα ούτε σε μια ψυχολογική ανάπαυση και ξεκούραση, αλλά στην προσπάθεια να καθαρισθή η καρδιά και να φωτισθή ο νους του ανθρώπου. Μια ποιμαντική όμως που δεν γίνεται μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αλλά εξαντλείται μόνον στην ηθικολογία, την ψυχολογία, την κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, στην απαλλαγή του μόνον από τα ναρκωτικά, κινείται δηλαδή μέσα σε νομικιστικά πλαίσια, είναι οπωσδήποτε εκκοσμικευμένη και οδηγεί αναπόφευκτα στην αυτάρκεια και τον φαρισαϊσμό.

Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι το πρόβλημα της εκκοσμικεύσεως είναι πολύ μεγάλο και απειλεί αυτήν την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου αλλά και τον σκοπό της Εκκλησίας. Ο άνθρωπος αναζητά τον Θεό, και την λύση των υπαρξιακών προβλημάτων του. Δεν τον απασχολεί τόσο η παράταση της ζωής, όσο η υπέρβαση του θανάτου. Οπότε, όταν η Εκκλησία δεν τον βοηθά στην αναζήτησή του αυτή, αλλά κινείται και αυτή στα ίδια πλαίσια και επίπεδα των ανθρωποκεντρικών οργανώσεων, τότε απογοητεύει ακόμη περισσότερο τον άνθρωπο. Η Εκκλησία δεν λειτουργεί για να συναγωνίζεται άλλους κοινωνικούς φορείς, και ίσως να προσφέρη καλύτερο κοινωνικό έργο, αλλά για να κινήται σε άλλο επίπεδο και να προσφέρη στον άνθρωπο αυτό που δεν έχουν οι άλλοι. Χωρίς να παραγνωρίζη την ιστορία και την κοινωνία. Όμως, όταν δεν ανταποκρίνεται σε αυτόν τον σκοπό, τότε προκαλεί απογοήτευση.

Η εκκοσμίκευση είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Εκκλησία. Είναι αυτό που αλλοιώνει το πραγματικό της πνεύμα, την αληθινή της ατμόσφαιρα. Βέβαια, δεν αλλοιώνει την Εκκλησία, αλλά τα μέλη της. Η εκκοσμίκευση δεν οδηγεί στην θέωση που είναι ο ύψιστος σκοπός της Εκκλησίας. Είναι μια ανθρωποκεντρική θεώρηση της ζωής, αφού κοινωνικοποιεί και εκνομικεύει τον ζώντα αποκαλυπτικό λόγο, ιστορικοποιεί την εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας, σχετικοποιεί την μεταμορφωτική δυναμικότητα του εκκλησιαστικού λόγου. Η Εκκλησία πρέπει να εισέρχεται στον κόσμο, για να τον εκκλησιοποιή και όχι ο κόσμος να εισέρχεται στην Εκκλησία για να την εκκοσμικεύη.

Μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία είναι εντελώς ανίσχυρη και αδύναμη να εκκλησιοποιήση τον κόσμο. Και οι εκκοσμικευμένοι Χριστιανοί είναι αποτυχημένοι σε όλα τα επίπεδα.

http://www.oodegr.com/oode/koinwnia/problimata/ekkosmik1.htm

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Η μακαριότητα τ' ουρανού



Όσο πιο πολύ μιμείσαι το Χριστό

στην ταπείνωση, την υπακοή
τόση χαρά σε περιμένει στην αιώνια ζωή
στον ουρανό.


Όσο πιο πολύ μοιάζεις στο Χριστό
στην αγάπη, στη θυσία
τόση δόξα σε περιμένει στον ουρανό
και θεϊκή ευωδία.


Όσο πιο πολύ μιμείσαι την Παναγία
στη σεμνότητα, στη σιωπή
τόση λαμπρή στολή
θα σε στολίζει με δόξα αιωνία.


Όσο πιο πολύ μοιάζεις στον Ιησού
στην ακενοδοξία, στην ακτημοσύνη
τόση σε περιμένει ευφροσύνη
στη Βασιλεία του Θεού.


Όσο πιο πολύ δοξάζεις το Χριστό
στη δοκιμασία, στον πειρασμό
με την αγία σου ζωή
τόσο η ουράνια κατοικία σου λαμπρή.


Όσο πιο καθαρή η προσευχή
τόσο πιο αγία η ζωή.
Όσο πιο ταπεινή η ψυχή
τόσο πιο δοξασμένη και λαμπρή.


Όσο πιο πολύ μοιάζεις στο Χριστό
στην πραότητα, την ακακία
σε κάθε αδικία, συκοφαντία
τόσο ψηλά ανεβαίνεις στον ουρανό.


Όσο πιο πολύ ομολογείς το Χριστό
και δέχεσαι μαρτύριο φρικτό
τόσο πλησιάζεις το Θεό
με στεφάνι πιο λαμπρό.


Όσο πιο ασκητικά ζεις και ταπεινά
τόσο καθαρίζεται η καρδιά.
Όσο πλησιάζεις το Θεό
αγαπάς τον καθένα σαν αδελφό.


elenitheof
2/7/2012

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Στάσου ἐδῶ νὰ γνωρίσῃς τὰ τεράστια τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου.

Σὲ κάποια χώρα πλησίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὀνομαζομένην Ἄβυδο, κατοικοῦσε ἕνας ὀρθόδοξος καὶ εὐλαβὴς χριστιανὸς μὲ τὴν ἐπίσης ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ σύζυγό του Σοφιανὴ κατὰ τὸ ἔτος 1607.


Κάποια φορὰ ἀσθένησε ἡ Σοφιανὴ καὶ παρέμεινε στὸ κρεββάτι ἐπὶ εἴκοσι ἡμέρες χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ σήκωση οὔτε τὸ κεφάλι της. Κατὰ τὴν δύσι τοῦ ἡλίου τῆς 3ης Αὐγούστου ἅπλωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανὸ καὶ φάνηκε σὰν νὰ ἐξέπνευσε. Ὅλοι οἱ συγγενεῖς της τότε ἑτοίμαζαν τὰ ἁρμόδια γιὰ τὴν ταφὴ χωρὶς νὰ μποροῦν ἀπὸ κανέναν νὰ παρηγορηθοῦν. Διεπίστωσαν ὅμως ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ μαστό της τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦταν θερμό, ὁπότε καὶ τὴν ἄφησαν ἀσαβάνωτη μέχρις ὅτου τελείως νεκρωθῆ.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθε καὶ ἡ κατὰ σάρκα ἀδελφή της καὶ μέσα στὴν ἀπελπισία καὶ τὸν πόνο της ἐπῆρε κρύο νερὸ καὶ ἐράντισε τὴν Σοφιανὴ ἡ ὁποῖα συνῆλθε καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς στὴν ἀδελφή της Ἄννα: «Καλλίτερα νὰ μὴν εἶχες ἔλθει, ἀδελφή μου, ἐδῶ διότι περισσότερη ζημία καὶ θάνατο μοῦ προξένησες, παρὰ ζωὴ πρόσκαιρη, διότι οἱ φωνές σου μὲ ἐξέβαλαν ἀπὸ τὸν φωτεινὸ ἐκεῖνο Παράδεισο καὶ τὴν ἀνέκφραστη δόξα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀπελάμβανα. Ἔπρεπε, ἄθλια, ὅταν μὲ εἶδες νεκρή, νὰ χαιρόσουν περισσότερο καὶ νὰ εὐχαριστοῦσες τὸν Θεό, παρὰ τώρα ὅπου μὲ βλέπεις καὶ ἀνέζησα».

Ἀφοῦ εἶπε καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ ἔγινε καλλίτερα τῆς ἐζήτουν οἱ παρευρισκόμενοι νὰ διηγηθῆ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶδε στὴν ἄλλη ζωή. Ἐκείνη ἐζήτησε Πνευματικὸ νὰ τὰ ἐξομολογηθῆ καί, ἐὰν ἐκεῖνος κρίνη ὅτι εἶναι εὔλογο, νὰ τὰ μάθουν καὶ ἄλλοι. Ἦλθε λοιπὸν ὁ Πνευματικὸς Ἱερόθεος Κουκουζέλης, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου Κύπρου, ὁ ὁποῖος μὲ πατριαρχικὴ προσταγὴ ἦλθε γιὰ νὰ ἐξομολογήσῃ τὴν Σοφιανή, ἡ ὁποία καὶ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:

«Καθὼς σηκώθηκα καὶ ἀνεκάθισα στὸ κρεββάτι μου, λιποθύμησα καὶ βλέπω μπροστά μου ἕνα ἀστραπόμορφο νεανία, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα χρυσὸ δοχεῖο γεμάτο νερὸ καὶ μοῦ εἶπε: Σοφιανή, γνωρίζω ὅτι ἔχεις μεγάλη δίψα καὶ ἡ καρδιά σου φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀσθένεια. Ἂν ὅμως πιῆς αὐτὸ τὸ ζωοπάροχο νερό, θὰ ὑγιαίνης στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα καὶ θὰ ἔχης παντοτεινὴ χαρά. Ἐγώ, ἀκούοντας αὐτά, ἐσκίρτησα ἀπὸ χαρά, καὶ ἄλλο τίποτε δὲν ἤθελα παρὰ νὰ βλέπω τὸν φαινόμενο ἐκεῖνο νέο. Ὅταν ἔλαβα τὸ ποτήρι αὐτὸ στὰ χέρια μου γιὰ νὰ τὸ πιῶ, δὲν ξέρω πῶς, ἁρπάχθηκα ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ἐπὶ τρία ἡμερονύκτια ἔλειπα ἀπὸ τὸ σῶμα, ἡ δὲ ψυχή μου ἀκολούθησε ἐκεῖνο τὸν νέο καὶ ἀνεβαίναμε στὸν οὐρανό. Ἐπεράσαμε ἑπτὰ σφαιροειδεῖς κύκλους τοῦ οὐρανοῦ μέσα σὲ σκότος βαθὺ καὶ κατόπιν φθάσαμε σ᾿ ἕνα φωτεινὸ καὶ πανευώδη τόπο, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρίσκοντο δυὸ ὑψηλὲς καὶ πανθαύμαστες πύλες. Ἡ δεξιὰ ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ καθαρὸ χρυσὸ καὶ πολύτιμους λίθους, ἐνῶ ἡ ἀριστερὰ ἀπὸ χαλκὸ καὶ ἀναμμένο σίδερο, ποὺ φαινόταν σὰν φλογεροὶ ἄνθρακες. Γύρω ἀπὸ αὐτὴν ἐστέκοντο πλῆθος ἀπὸ φρικωδέστατους ὠπλισμένους γίγαντες ποὺ ἐφύλαττον τὴν πύλη καὶ ἐγὼ τότε ἔμεινα ἄφωνος ἀπὸ τὸν φόβο μου.

- Μοῦ λέγει ὁ ὁδηγός μου: Βλέπεις, ἀδελφή, αὐτὲς τὶς πύλες; Αὐτὲς εἶναι οἱ πύλες τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ μὲν χρυσὴ εἶναι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἡ δὲ σιδερένια τῆς κολάσεως τῶν ἁμαρτωλῶν.

Ἀφήσαντες αὐτὲς τὶς πύλες ἀνεβήκαμε ψηλότερα σὲ φωτεινότερο τόπο, ὅπου ἐστέκοντο ἄπειρα πλήθη φωτομόρφων ἀνδρῶν τῶν ὁποίων οἱ θέσεις δὲν ἦταν ὅλες σὲ ἕνα τόπο, ἀλλὰ ἄλλου ἦταν ψηλότερα καὶ ἄλλου χαμηλότερα.

Τότε ὁ ὁδηγός μου μὲ τοποθέτησε ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους καὶ μοῦ εἶπε: Σοφιανή, ἐδῶ σκύψε καὶ προσκύνησε. Ἀμέσως τότε ἐγὼ ἔσκυψα καὶ προσκύνησα μὲ πολὺ φόβο, ἀλλὰ ποιὸν προσκύνησα δὲν εἶδα. Ἐκεῖνος πάλι μ᾿ ἐσήκωσε καὶ μοῦ εἶπε: Στάσου ἐδῶ νὰ γνωρίσης τὰ τεράστια τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, καὶ μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδα ἕνα πύρινο, λαμπρὸ καὶ βασιλικὸ θρόνο, κάτω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἦταν ἕνα ἀνθρώπινο χέρι τὸ ὁποῖο κρατοῦσε μία ζυγαριά.

Γύρω ἀπὸ αὐτὸν τὸν θρόνο ἐστέκοντο ἀναρίθμητα πλήθη ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἀνέβαιναν ἀπὸ τὴν ὁδὸ ποὺ ἦλθα καὶ ἐγώ, μεταφέροντας ψυχὲς ἀνθρώπων, ἀνδρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν καὶ ὅταν τὶς ἀνέβαζαν ἐδῶ, ἔλεγαν: Προσκυνᾶτε, καὶ ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς προσκυνοῦσαν, ὅπως δηλαδὴ ἔκανα καὶ ἐγώ. Ἐπάνω στὸν φοβερὸ θρόνο, μέσα σὲ φωτεινὲς νεφέλες, καθόταν ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐνδεδυμένος ἕνα γαλαζοπόρφυρο ἔνδυμα. Ἐγὼ ἀπὸ τὴν δυνατὴ λάμψι τοῦ προσώπου Του, δὲν μπόρεσα νὰ Τὸν ἀτενίσω. Οἱ παριστάμενοι ἄγγελοι ἔψαλλαν τό: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος ὁ Ὢν καὶ προὼν καὶ φανεῖς ὡς ἄνθρωπος Θεός, ἐλέησον τὸ πλάσμα σου. Ἐνῶ ἄλλοι ἀγγελικοὶ χοροὶ ἔψαλλαν τό: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαὼθ πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης Σου. Ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν μαζί μας ἔψαλλαν τό: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἄνθρωποις εὐδοκίᾳ, ἄλλοι δὲ ἔψαλλαν τό: Ἀλληλούϊα ἀνὰ τρεῖς φορές, ἐνῶ ἄλλοι τό: Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμὴν καὶ οὐδέποτε ἔπαυαν τὴν δοξολογία τους.

Ἀπὸ τὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ στεκόταν ἡ Θεοτόκος καὶ ἀριστερὰ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὅπως τοὺς εἰκονίζουν οἱ ἁγιογράφοι. Οἱ ἄγγελοι, ὅταν ἐτελείωναν τὴν δοξολογία τους, προσκυνοῦσαν τὸν Κύριο κλίνοντες τὶς κεφαλές τους, ὁ δὲ Κύριος ὕψωνε τὰ ἄχραντα χέρια Του καὶ τοὺς εὐλογοῦσε. Ἀπὸ τὰ Δεσποτικὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν Του ἔπεφταν ποταμηδὸν πολύτιμοι λίθοι καὶ μαργαρίτες, πράγμα τὸ ὁποῖο βλέποντας ἐγώ, ἔφριξα καὶ ρώτησα τὸν ὁδηγό μου τί εἶναι αὐτὰ τὰ μυστήρια, Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

- Βλέπεις, Σοφιανή, τοὺς μαργαρίτες καὶ τοὺς πολύτιμους λίθους ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Δεσπότου καὶ κατέρχονται στὴν γῆ; Αὐτοὶ εἶναι τὸ ἄφατο ἔλεός Του, ἡ ἄπειρος ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔχει πρὸς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν καὶ γι᾿ αὐτὸ πέμπει τὴν εὐλογία Του στὰ σπίτια τῶν ἀγαθῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ποὺ φυλάττουν ἀπαρασάλευτη τὴν πίστι σ᾿ Αὐτὸν καὶ σὲ ὅσους ἐξομολογοῦνται καθαρὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ἐφαρμόζουν τὶς θείες ἐντολὲς καὶ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ὅλους αὐτοὺς τοὺς εὐλογεῖ καὶ τοὺς λυτρώνει ἀπὸ κάθε κακό. Αὐτοὶ ποὺ ἐλεοῦν καὶ ἀγαποῦν τὸν πλησίον τους, ἀπολαμβάνουν ζῶντες αὐτὲς τὶς εὐλογίες καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους κληρονομοῦν τὴν ἐδῶ διαμονὴ καὶ μακαριότητα.

Οἱ φλογοειδεῖς πύρινοι κόμποι ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ ἀριστερό Του χέρι σημαίνουν τὸν θυμό, τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἀγανάκτησί Του γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κάνουν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ ἀδικοῦν τὸν πλησίον τους. Αὐτοὶ ὄχι μόνο στεροῦνται τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἀλλὰ καὶ παραπέμπονται στὸ αἰώνιο πῦρ γιὰ νὰ κολάζωνται μὲ τοὺς ἀκάθαρτους δαίμονες.

Ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ τὴν ζυγαριά, ποὺ εἴπαμε, διακρινόταν μέγα χάσμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξερχόταν ἀφόρητη δυσωδία, θειαφώδης αὔρα καπνοῦ καὶ ἀναρίθμητες σπαρακτικὲς φωνὲς ἀνθρώπων ποὺ συνεχῶς ἐφώναζαν τό: «οὐαὶ καὶ τὸ ἀλλοίμονο».

Οἱ ἄγγελοι ἔφερναν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν γῆ καί, ἀφοῦ προσκυνοῦσαν, τὶς ὡδηγοῦσαν σὲ ἐξέτασι ὅλων τῶν ἔργων τους ποὺ ἔκαναν στὴν γῆ, καὶ τὰ μὲν καλὰ τὰ ἔθεταν στὸ δεξὶ μέρος τῆς ζυγαριᾶς τὰ δὲ πονηρὰ στὸ ἀριστερό της. Κατόπιν τὶς σεσωσμένες καὶ ἅγιες ψυχὲς ἔδινε ἐντολὴ ὁ Χριστὸς καὶ τὶς ὡδηγοῦσαν οἱ ἄγγελοι στὸν τόπο ποὺ εὑρισκόταν ἡ χρυσὴ πύλη, ἐνῶ τὶς ἀμετανόητες καὶ ἁμαρτωλὲς ψυχὲς τὶς ἔρριχναν σὲ ἐκεῖνο τὸ χάος τῆς ἀβύσσου. Τότε οἱ ἄγγελοι ἐχαίροντο καὶ εὐφραίνοντο γιὰ τὶς σεσωσμένες ψυχές, ἐνῶ ἐλυποῦντο καὶ ἐσκυθρώπαζον γιὰ τὶς κολασμένες.

Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔφεραν οἱ ἄγγελοι μία ψυχή, τῆς ὁποίας ἐπλεόναζαν οἱ ἁμαρτίες της ἀπὸ τὰ ἀγαθά της ἔργα καὶ ἐπρόκειτο ὁ Κύριος νὰ κάνη νεῦμα στοὺς ἀγγέλους νὰ τὴν ρίξουν στὸ χάος. Τότε ὅμως παρουσιάσθηκε μπροστὰ ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Κύριο λέγοντας: «Οἱ οἰκτιρμοί Σου, Μακρόθυμε, νικοῦν τὴν ὀργή Σου· ἂν καὶ εἶναι ἁμαρτωλὴ αὐτὴ ἡ ψυχή, δὲν ἔπαυσε νὰ φυλάγη τὴν ἀληθινὴ σὲ Σένα πίστι καὶ γι᾿ αὐτὸ Σὲ ἱκετεύουμε νὰ τὴν συγχώρησης». Ἐνῶ αὐτοὶ παρακαλοῦσαν τὸν Χριστό, ἦλθαν καὶ οἱ ἄγγελοι προβάλλοντες τὶς ἐλεημοσύνες, τὶς Λειτουργίες, τὰ κεριά, τὸ λάδι, τὶς προσφορὲς καὶ τὰ μνημόσυνα τὰ ὁποῖα ἔκανε. Ἀκόμη ἀνέβηκαν καὶ οἱ προσευχὲς τῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσαν γι᾿ αὐτὴ τὴν ψυχὴ καὶ οἱ ἀγαθοεργίες τῶν γονέων καὶ συγγενῶν της ποὺ προσφέρθησαν στοὺς πτωχοὺς γιὰ τὴν ἀνάπαυσί της. Ἐπὶ πλέον ἀκούσθηκαν οἱ δεήσεις τῶν πτωχῶν, ποὺ ἔλαβαν τὶς ἐλεημοσύνες ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς της, λέγοντες τό: «Ὁ Θεὸς νὰ τὴν συγχώρηση».

Τότε ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Δεσπότου νὰ λέγη: «Ἰδοὺ γιὰ τὴν δέησι τῶν ἱερέων μου καὶ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν πτωχῶν, δίνω συγχώρησι σ᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή». Ἐνῶ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ νεύση ὁ Κύριος μὲ τὸ δεξί Του χέρι νὰ βάλουν οἱ ἄγγελοι τὴν ψυχὴ αὐτὴ μαζὶ μὲ τοὺς δικαίους, ἔφθασαν στὸν Θρόνο Του οἱ ὁδυρμοί, οἱ φωνές, τὰ μοιρολογήματα καὶ οἱ ἀγανακτήσεις τῶν γονέων της καὶ οἱ βλασφημίες κατὰ τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες ἔλεγαν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν θλίψι τους καὶ ἔτσι ἐξεδήλωναν τὴν ἀπιστία τους στὸ ἑνδέκατο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Ὅταν συνέβησαν αὐτά, ὠργίσθηκε πολὺ ὁ Κύριος καὶ εἶπε: «Ἐπειδὴ δὲν ἀρκέσθηκαν στὶς δεήσεις τῶν ἱερέων μου, ἀλλὰ καὶ ἀντιμάχονται ἐναντίον μου, νὰ σηκώσετε αὐτὴ τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ρίψετε στὸ σκότος τὸ ἐξώτερο». Οἱ ἄγγελοι τότε πολὺ λυπήθηκαν γι᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή, ἀλλὰ κάνοντας ὑπακοὴ στὸν Χριστό, ἐπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ἔριξαν στὸ ἀχανὲς ἐκεῖνο βάραθρο τῆς κολάσεως. Τότε ἔτολμησα καὶ ἐγὼ ἡ ταλαίπωρη νὰ ρωτήσω τὸν ὁδηγὸ ἄγγελό μου: «Γιατί, Κύριέ μου λυποῦνται τόσο πολὺ οἱ ἄγγελοι, ὅταν ρίχνεται κάποια ψυχὴ στὸ βάραθρο τῆς κολάσεως;»

Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «Αὐτὸ τὸ χάος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ χωρίζει τοὺς δικαίους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ βυθίζει ὅσους πέσουν στὸν ἀφώτιστο αὐτὸ τόπο τοῦ Ἅδου, στὸν ὁποῖο κολάζονται αἰωνίως. Ἐὰν ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄγγελοι χαρὰ γιὰ τοὺς σεσωσμένους, πολὺ περισσότερο ἔχουμε λύπη γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κολάζονται».

Ἐνῶ μοῦ ἔλεγε αὐτὰ ὁ ἄγγελός μου, ἀκούω ξαφνικὰ μεγάλο θόρυβο, διότι ἤρχοντο ἄγγελοι φέροντες μία ψυχὴ μὲ ψαλμωδίες καὶ θυμιάματα, λαμπάδες καὶ φωτοχυσίες. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ ἐρχόταν μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ παρρησία, οἱ δὲ ψυχὲς τῶν δικαίων ἦλθαν γιὰ νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Εἶχε ἡ μακαρία αὐτὴ ψυχὴ τὸ ἔνδυμά της λευκὸ καὶ καθαρὸ σὰν τὸν ἥλιο καὶ δὲν ἔφερε καμμία κηλίδα ἢ στίγμα ἁμαρτίας, ὅπως εἶχαν οἱ ἄλλες ψυχές. Τὸ ἔνδυμα αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ ἦταν ἡ στολὴ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο ἐφύλαξε ἀμόλυντο καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔλαμπε τόσο πολύ. Ἦλθε λοιπὸν αὐτὴ ἡ ψυχὴ καὶ προσκύνησε, ὅπως ὅλες κατὰ τὴν συνήθειαν. Τότε ὅλοι οἱ ἄγγελοι ἐβόησαν μεγαλόφωνα λέγοντας: «Σὲ εὐχαριστοῦμεν, Παντοκράτωρ Δέσποτα, διότι εἴδαμε ψυχὴ δικαίου καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία». Τότε ἀκούσθηκε βροντώδης ἡ φωνὴ τοῦ Δεσπότου λέγουσα: «Πάρετε αὐτὴ καὶ νὰ τὴν ἀναπαύσετε μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους». Ἔπειτα στρέφοντας τὸν λόγο του καὶ τὸ χέρι Του πρὸς ἐμένα, εἶπε: «Νὰ ὁδηγήσετε καὶ τὴν Σοφιανὴ αὐτὴ στὶς κατοικίες καὶ μονὲς τῶν ἁγίων μου, γιὰ νὰ τὶς ἰδῆ· ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἀναζητοῦν πολλοὶ στὸν κόσμο, νὰ τὴν ἐπιστρέψετε στὸ σῶμα της γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐξιστόρησι αὐτῆς τῆς ὀπτασίας ποὺ ἀξιώθηκε ἐδῶ νὰ ἰδῆ. Ἂν ἀγωνισθῆ νὰ ἀπόκτηση καὶ ἄλλες ἀρετὲς καὶ εὐδοκίμηση τελείως, τότε θέλει νὰ ἀξιωθῆ μετὰ ἀπὸ τρεῖς χρόνους ν᾿ ἀπολαύση μεγαλύτερες τιμές».

Μὲ αὐτὸ τὸ λόγο τοῦ Δεσπότου μὲ ἅρπαξε ὁ ἄγγελος καὶ ἀκολουθήσαμε ἐκείνη τὴν δικαία ψυχή, ἑνωθέντες μὲ ἄλλες σεσωσμένες ψυχές. Φθάσαμε μπροστὰ ἀπὸ τὴν χρυσὴ ἐκείνη πύλη τοῦ Παραδείσου. Ξαφνικὰ εἶδα μπροστά μου τὴν Κυρία Θεοτόκο μὲ ἀνέκφραστη δόξα καὶ μαζί της ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στὰ χέρια του κλειδιά. Ἄνοιξε τὴν ὡραία ἐκείνη πύλη καὶ μπῆκε πρώτη ἡ Θεοτόκος κατόπιν ὁ Πέτρος καὶ μετὰ οἱ ἄγγελοι μὲ τὶς ψυχὲς ποὺ μετέφεραν. Μὲ αὐτοὺς ἐπήγαινα καὶ ἐγὼ βιαζόμενη νὰ συμπορεύωμαι μὲ τὴν Θεοτόκο. Ὁ τόπος αὐτὸς ἦταν τόσο φωτοστόλιστος καὶ πανευώδης, ὥστε ἐθαύμαζα καὶ ἐχαιρόμουν ἀνεκδιήγητα. Τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο δὲν ὠμοίαζε μὲ τὴν στερεὰ γῆ τὴν δική μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνηφόρες, κατηφόρες, πέτρες, ποτάμια καὶ ὅσα ἄλλα βλέπουμε, ἀλλὰ ἦταν λευκὴ σὰν τὸ καθαρὸ βαμβάκι ἢ χρυσὸ ὕφασμα στολισμένο μὲ ποικίλους πολύτιμους λίθους καὶ μαργαριτάρια. Εἶδα ἐπίσης δένδρα ὑψηλά, εὐώδη καὶ κατάφορτα ἀπὸ ἄνθη καὶ ὡραιότατους καρπούς, ποὺ ὠμοίαζαν μὲ ρόδα καὶ κρίνα. Κάτω ἀπὸ τὰ δένδρα ἐφαίνοντο ὅτι ἦταν χρυσοπόρφυρα στρώματα ἐπάνω στὰ ὁποῖα ἀναπαύοντο ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐγνώρισα πολλοὺς ἀπὸ τὴν πατρίδα μου τὴν Ἄβυδο καὶ ἀπὸ τὴν πόλι αὐτή, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πεθάνει.

Ἐκεῖ εἶδα τὸν ἱερέα πατέρα μου Ἰωάννη καὶ τὴν μητέρα μου Ἀναστασία καὶ μία ἀδελφή μου, πλὴν ὅμως δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς πλησιάσω καὶ νὰ τοὺς μιλήσω. Οἱ κατοικίες τους δὲν ἦταν ὅμοιες, ὅπως δὲν ἦταν ὅμοιες οἱ ἀρετὲς καὶ τὰ ἔργα τους ἐδῶ στὴν γῆ. Βαδίζοντας ἀκόμη πρὸς τὰ ἐμπρὸς εἶδα καὶ τοὺς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἦταν σὲ ὑψηλὸ καὶ φωτεινώτερο τόπο καὶ περιπατοῦσαν ὅλοι λευκοφορεμένοι καὶ ἐνδεδυμένοι μὲ λαμπρότατο φῶς. Ἐνῶ τότε ἀναρωτιόμουν μὲ τὸν ἑαυτό μου, ποιοὶ νὰ εἶναι ἄραγε αὐτοί, ἐστράφη ἡ Θεοτόκος πρὸς ἐμένα καὶ μοῦ εἶπε: «Σοφιανή, βλέπεις τὶς ἀναπαύσεις τῶν Ἁγίων; Βάδιζε γρήγορα νὰ προφθάσης καὶ προσκύνησης τὸν δίκαιο Ἀβραάμ, διότι δὲν θὰ τὸν ἰδῆς καθὼς τὸ ποθεῖς». Τότε ἔτρεξα ἐγὼ καὶ εἶδα ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἀβραάμ νὰ κάθεται σ᾿ ἕνα ὡραιότατο θρόνο καὶ γύρω του ἀναρίθμητες ψυχὲς μὲ πολλὴ εὐφροσύνη καὶ χαρά. Ἐγὼ ἔτρεχα νὰ τὸν ἰδῶ καὶ νὰ τὸν ἀπολαύσω, ὁπότε μὲ εἶδε ἐκεῖνος καὶ μοῦ ἔνευσε νὰ τὸν πλησιάσω. Παίρνοντας περισσότερο θάρρος ἔτρεχα γιὰ νὰ τὸν φθάσω, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἄκουσα τὶς φωνὲς τῆς ἀδελφῆς μου καὶ μὲ τὸ κρύο νερὸ ποὺ ἐράντισε τὸ πρόσωπό μου, ἐπανῆλθα στὸν ἑαυτό μου καὶ αἰσθάνθηκα μεγάλο βάρος καὶ ψυχρότητα στὸ σῶμα μου, ὡσὰν νὰ μοῦ ἦταν πάγος. Σιγὰ-σιγὰ ἐμψυχώθηκε τὸ σῶμα καὶ συνῆλθα τελείως».

Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ μὲ προσοχὴ ὁ Πνευματικός της τὴν ἐρώτησε:

- Εἶδες κανένα ἄλλο μυστήριο, παιδί μου; Εἶδες δαιμόνια τελωνιακά, κολάσεις ἁμαρτωλῶν, ὅπως βλέπουν πολλοὶ ἄλλοι;

Ἡ Σοφιανὴ ἀποκρίθηκε:

- Δὲν εἶδα τίποτε περισσότερο, πάτερ μου.

- Γνωρίζεις κανένα ἀγαθό, τὴν ἐρωτᾶ ὁ ἱερεύς, ποὺ νὰ ἔπραξες στὴν ζωή σου;

- Τί καλὸ ζητεῖς ἀπὸ ἐμένα τὴν ἁμαρτωλή, πάτερ; Ἀλλά, ἐπειδὴ μὲ ἀναγκάζεις, θὰ σοῦ εἰπῶ αὐτὸ ποὺ γνωρίζω. Πρὶν τρία χρόνια, ἐκεῖ ποὺ ἔγνεθα στὸ πατρικό μου σπίτι, μία μεσημβρία ἄκουσα μεγάλη βοὴ καὶ ταραχή, ὡσὰν νὰ συνέβαινε σεισμὸς καὶ τότε βλέπω μὲ τὰ μάτια μου τρεῖς ἱεροπρεπεῖς ἄνδρες μὲ ἀρχιερατικὲς στολές, οἱ ὁποῖοι, καθὼς γνωρίζω ἀπὸ τὶς εἰκόνες τους, ἦταν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἐγὼ παρέλυσα ἀπὸ τὸν φόβο μου, ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ τοὺς προσκύνησα μὲ μεγάλο φόβο. Ἐκεῖνοι τότε μοῦ εἶπαν:

- Μὴ φοβεῖσαι, Σοφιανή, ἐμεῖς εἴμεθα οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ θέλουμε νὰ ἀφιέρωσῃς στὸν Θεὸ τὸ σπίτι σου γιὰ νὰ γίνη ἐκκλησία στὸ ὄνομά μας καὶ ἐμεῖς θὰ πρεσβεύουμε γιὰ τὴν σωτηρία σου.

Ἐγὼ ἐτόλμησα καὶ τοὺς εἶπα:

- Ἅγιοι Δεσπόται μου, εἶναι αὐτὸ τὸ σπίτι κατάλληλο γιὰ δοξολογία Θεοῦ καὶ κατοικία ἰδική σας, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐμεῖς εἴμεθα πτωχοὶ ἄνθρωποι καὶ δὲν ἔχουμε τὸν τόπο νὰ κάνουμε ἐκκλησία, ὅπως ὁρίζετε; Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ δὲν γνωρίζω καὶ τὴν γνώμη τοῦ συζύγου μου, ἀκόμη καὶ ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ πάρουμε βασιλικὴ ἄδεια γιὰ τὴν ἀνοικοδόμησι αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας.

Ἐκεῖνοι μοῦ εἶπαν:

- Μὴ στενοχωρῆσαι ποὺ εἶναι ὁ χῶρος ἀκάθαρτος καὶ κοπρώδης, οὔτε νὰ φοβῆσαι γιὰ τὴν βασιλικὴ ἄδεια, μόνο φρόντισε ἐσὺ νὰ μᾶς τὸν ἀφιερώσῃς καὶ ἐμεῖς ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τὰ τακτοποιήσουμε. Διότι κατὰ τὴν παλαιὰ ἐποχὴ ὁ ἀχυρώνας αὐτὸς ἦταν ναὸς ἰδικός μας. Ἂν ὅμως ἀμελήσῃς καὶ δὲν κάνῃς, ὅπως σοῦ λέγομε, θὰ παρακαλέσουμε τὸν Θεὸ νὰ σοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωή σου ὡς παρήκοη.

Μόλις εἶπαν αὐτὰ οἱ Ἅγιοι, ἔγιναν ἄφαντοι. Ὅταν τὸ βράδυ ἦλθε ὁ ἄνδρας μου τοῦ ἀνήγγειλα ὅλα τὰ γενόμενα. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, μετὰ τὸ ἀπόδειπνο καὶ τὴν μικρὴ προσευχή μας, ἐφάνηκαν πάλι οἱ Ἅγιοι μὲ σεισμὸ καὶ μοῦ εἶπαν μεγαλόφωνα:

- Σοφιανή, γιατί δὲν ἔκανες αὐτὸ ποὺ σὲ ὡρίσαμε καὶ μέλλεις νὰ πεθάνῃς μὲ αἰφνίδιο θάνατο;

Ἐγὼ λέγω τότε τοῦ ἀνδρός μου:

- Ἀκοῦς τί προστάζουν οἱ Ἅγιοι;

Αὐτὸς ἀποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε:

- Ἅγιοι Δεσπόται μου, μοῦ τὰ εἶπε ὅλα ἡ Σοφιανή, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴμεθα πτωχοὶ καὶ δὲν ἔχουμε τὰ μέσα, φοβούμεθα δὲ καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ κράτους, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐκάναμε τίποτε. Ἐπειδὴ ὅμως ὁρίζετε νὰ τὸν ἀφιερώσουμε στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἁγιωσύνη σας, ἀπὸ σήμερα νὰ γίνη δικός σας ὁ τόπος αὐτός.

Οἱ Ἅγιοι τοῦ εἶπαν:

- Αὔριο τὸ πρωὶ θὰ σκάψῃς μέσα στὸν ἀχυρώνα καὶ θὰ εὕρης μάρμαρα, σταυρούς, ἀκόμη καὶ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ θὰ πεισθῆς ἔτσι στὰ λόγια μας. Πήγαινε καὶ στὸν Σουλτάνο καὶ ζήτησέ του τὴν ἄδεια καὶ ἐμεῖς θὰ τὸν καταπείσουμε νὰ σᾶς τὴν δώσῃ.

Ἀφοῦ εἶπαν αὐτὰ οἱ Ἅγιοι, ἀνεχώρησαν. Ἐμεῖς ὅλη ἐκείνη τὴν νύκτα τὴν περάσαμε μὲ δοξολογίες στὸν Θεὸ καὶ τὸ πρωὶ ἀνακοινώσαμε τὸ γεγονὸς στοὺς συγχωριανούς μας καὶ ὅλοι ἔτρεξαν μὲ σκαπτικὰ ἐργαλεῖα νὰ βοηθήσουν στὸ σκάψιμο. Πράγματι, εὑρήκαμε τὴν Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἀντικείμενα ποὺ ἦταν χωμένα. Ἐπήραμε μὲ εὐκολία καὶ τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Σουλτάνο καὶ ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς ἐκκλησίας. Ἐμεῖς εἴχαμε μερικὰ χωράφια, τὰ πουλήσαμε καὶ ἀγοράσαμε διάφορα ἀναγκαῖα πράγματα γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ ἀφοῦ τελείωσαν οἱ δουλειές, μὲ πατριαρχικὴ ἄδεια, ἦλθε ὁ Ἅγιος μητροπολίτης Κίτρους καὶ τὴν ἐγκαινίασε. Ἐμεῖς κατόπιν ἐφύγαμε ἀπὸ τὸ χωριό μας καὶ ἐγκατασταθήκαμε στὴν Κωνσταντινούπολι παίρνοντας σπίτι μὲ ἐνοίκιο. Ὅμως σὲ παρακαλῶ, ἅγιε Πνευματικέ μου, νὰ πείσης τὸν ἄνδρα μου νὰ μοῦ ἐπιτρέψη νὰ γίνω μοναχὴ γιὰ νὰ κλάψω τὶς ἁμαρτίες μου αὐτὰ τὰ τρία ἔτη ποὺ μοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος ὅτι θὰ μείνω ἀκόμη σ᾿ αὐτὴ τὴν ζωή

Ὁ Πνευματικός της ἄκουοντας αὐτά, εἶπε στὸν ἄνδρα της νὰ μὴ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν διακαῆ της πόθο. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ὅτι μετὰ ἀπὸ δυὸ χρόνια θὰ πᾶνε μαζὶ στοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ προσκυνήσουν τὰ Ἱερὰ Προσκυνήματα καὶ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεό.

Πράγματι, ἀφοῦ πούλησαν τὰ ὑπάρχοντά τους, ἔφυγαν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐκεῖ ἐξωμολογήθηκαν τὰ πάντα στὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο. Μετὰ κοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἡ μὲν Σοφιανὴ ἐπῆγε σὲ μοναστήρι καὶ ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Σωφρονία, ὁ δὲ ἄνδρας της ἐπῆγε σὲ ἀνδρικὸ καὶ ἀπὸ Χρῆστος ἐπωνομάσθηκε Χαρίτων.

ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ


Τὰ διδακτικὰ καὶ θαυμαστὰ ἱστορικὰ αὐτὰ γεγονότα τοῦ τεύχους αὐτοῦ

προέρχονται ἀπὸ τὸ ψυχωφελέστατο βιβλίο ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ τῶν ἐκδόσεων Ὀρθοδόξου Κυψέλης.

http://agiosmgefiras.blogspot.gr/2012/06/blog-post_26.html

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Εὐλάβεια, προσοχή καί ἀνδρεία

ΕΥΛΑΒΕΙΑ, ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΑΙ ΑΝΔΡΕΙΑ


Η δυσκολία του πνευματικού αγώνα για την κατόρθωση της αρετής οφείλεται στην αντίδραση και την εναντίωση δύο παραγόντων, που δεν είναι άλλοι από την αδαμιαία ανθρώπινη φύση και την κακή έξη, τη ριζωμένη δηλαδή συνήθεια της αμαρτίας. Γι’ αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι τραβάνε τον εύκολο δρόμο, γι’ αυτό περνούν από την πλατειά και ευρύχωρη πύλη της αμαρτίας, όχι επειδή αυτή είναι φυσική τάχα ενώ η αρετή αφύσικη, μα επειδή η ξεπεσμένη και διεφθαρμέ­νη ανθρώπινη φύση έχει χάσει εκούσια τη φυσική της κλίση προς το αγαθό και έχει αποκτήσει την παρά φύσιν κλίση προς την αμαρτία. Συμβαίνει εδώ ο,τι και με τους αρρώστους, που η γεύση τους αλλοιώνεται, κι έτσι το νόστιμο φαγητό τους φαίνεται άνοστο και το γλυκό τους φαίνεται πικρό.



Δεν έχουμε, λοιπόν, παρά να θεραπεύσουμε τη φύση μας, ώστε να ξαναβρεί την υγεία της, να ποθεί δηλαδή την αρετή και ν’ αποστρέφεται το κακό, γιατί αλλιώς είναι αδύνατο να ξεριζωθούν από μέσα μας τα πάθη και να προκόψουμε στην πνευματική ζωή. Στη θεραπεία αυτή συμβάλλουν καθοριστικά η ευλάβεια, η προσοχή και η ανδρεία.

Η ευλάβεια είναι ο δρόμος του ουρανού, είναι πνοή του Αγίου Πνεύματος, είναι καταύγασμα της θείας χάριτος, είναι απαύγασμα των τριών θεολογικών αρετών -της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης -, είναι η νοερή και καρδιακή έλλαμψη, που γεννιέται από τη μελέτη και τη βίωση των θείων πραγμάτων, και που μεταμορφώνει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον φίλο του Θεού και εχθρό του διαβόλου, εραστή της αρετής και αντίπαλο της κακίας. Η ευλάβεια είναι το κλειδί της θύρας του παραδείσου. Θα την αποκτήσεις, θα την καλλιεργήσεις, θα την εδραιώσεις και θα την αναπτύξεις μέσα στην καρδιά σου σιγά ­ σιγά, με συνεχή αγώνα, με τη συχνή συμμετοχή στα θεία μυστήρια, με την αδιάλειπτη προσευχή και μνήμη του Θεού, με τη μνήμη του θανάτου, με τη μελέτη των Γραφών και άλλων πνευματικών βιβλίων. Έτσι, θα εγκατασταθούν με τον καιρό μέσα σου ο φόβος και η αγάπη του Θεού, που είναι οι γεννήτορες της αληθινής και αμετάπτωτης ευλάβειας.

Η άγρυπνη προσοχή ή, όπως αλλιώς λέγεται, νήψη, δηλαδή η συνεχής πνευματική επαγρύπνηση, η επιτήρηση και ο έλεγχος νου και καρδίας, λόγων και λογισμών, πράξεων και παραλείψεων, είναι επίσης ένα βασικό θεμέλιο της πνευματικής ζωής και ένα από τα κυριότερα όπλα του χριστιανού στον πνευματικό του αγώνα

Η προσοχή ενισχύεται με την ενθύμηση και τη βίωση της παρουσίας του Θεού. Γιατί, αν νιώθεις σε κάθε στιγμή αυτό που ένιωθε ο προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε, «Έβλεπα τον Κύριο παντοτινά μπροστά μου» (Ψαλμ. 15:8), αν δηλαδή έχεις κι εσύ πάντα το Θεό μπροστά σου, όπως πράγματι είναι, τότε πώς θα τολμήσεις να δεχτείς πονηρό λογισμό, να υποκύψεις σ’ ένα πάθος, να πεις ανώφελο λόγο ή να κάνεις οποιαδήποτε πράξη που θα Tον λυπήσει;

Αλλά για να ολοκληρώσεις, με τη χάρη του Θεού, το έργο της ψυχικής σου θεραπείας, χρειάζεσαι και ανδρεία, θάρρος, αποφασιστικότητα, γενναιοφροσύνη. Όλες οι αρετές απαιτούν κόπο και αγώνα Χωρίς γενναίο φρόνημα, επομένως, δεν μπορείς να τις κατακτήσεις. Ποιο ακριβώς, όμως, είναι το έργο της ανδρείας στον πνευματικό πόλεμο;

Πρώτα – πρώτα, η ανδρεία είναι εκείνη που κυβερνάει και εξουσιάζει τις πέντε αισθήσεις, ώστε να μη μολύνεται μ’ αυτές ούτε η καρδιά σου ούτε το σώμα σου. Απεναντίας, η μαλθακότητα αφήνει τις αισθήσεις ελεύθερες να γίνονται πύλες δαιμόνων και μολυσμών, που οδηγούν στην αμαρτία.

Δεύτερον, η ανδρεία είναι επίσης που παρακινεί και δυναμώνει τον άνθρωπο στην άσκηση βίας επάνω στον εαυτό του, ώστε να νικάει τις αντιστάσεις της σάρκας, των παθών, της ραθυμίας. Χωρίς ανδρεία δεν ασκείται βία, και χωρίς βία δεν κατορθώνεται η σωτηρία. Γιατί «η βασιλεία του Θεού κερδίζεται με αγώνα, και την κατακτούν αυτοί που αγωνίζονται σκληρά» (Ματθ. 11:12). Με μόχθο θα κερδίσεις την ανάπαυση, με πόλεμο την ειρήνη, με ιδρώτα τα στεφάνια, με πόνο την ευφροσύνη, με δάκρυα την αγαλλίαση, με μίσος της αμαρτίας την αγάπη του Χριστού.

Τρίτον, η ανδρεία τρέφει και ενισχύει την υπoμoνή στις δοκιμασίες, την καρτερία στα δεινά και τους πειρασμούς, ενώ συνάμα πολεμάει το κακό με την κατά Θεόν ελπίδα. Αυτή έκανε τους μάρτυρες να υπομένουν τόσο αξιοθαύμαστα τα καμίνια και τα πυρωμέvα σίδερα, τους τροχούς και τους ξυλοδαρμούς, τους ακρωτηριασμούς και τον πικρό θάνατο. Αυτή έκανε τους οσίους να σηκώνουν το σταυρό της ασκήσεως και να υπομένουν τις άγριες δαιμονικές επιθέσεις, την πείνα, τη δίψα, τη στέρηση, «περιπλανώμενοι σε ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης» (Εβρ. 11:38). Αυτή έκανε τους ομολογητές να υπερασπίζονται άφοβα την πίστη μπροστά σε αντίθεoυς ηγεμόνες και τυράννους, μολονότι δοκίμασαν «μαστιγώσεις, ακόμα και δεσμά και φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες…» (Εβρ. 11:36-37). Τόσο μεγάλα είναι τα κατορθώματα της ανδρείας!

Μ’ αυτή τη σωτήρια αρετή, λοιπόν, θα διώξεις κι εσύ από μέσα σου τον μεγαλύτερο εχθρό σου, τη φιλαυτία. Και τότε η καρδιά σου θα κυριευθεί από τον θείο έρωτα



«ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ»

Εκδ. Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



Σας συκοφάντησαν. Δεν είστε ένοχος. Οφείλετε, ωστόσο, να υπομείνετε τη συκοφαντία μεγαλόψυχα. Και η υπομονή σας αυτή θα είναι ο κανόνας, το θεραπευτικό επιτίμιο, για παράπτωμα που διαπράξατε και για το όποιο είστε ένοχος. Μέσα στη συκοφαντία, επομένως, είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού…

Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας. Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς. Γι’ αυτό οφείλουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματά μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. H εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη.

Γνωρίζω πόσο δύσκολα υποφέρεται η συκοφαντία. Είναι λάσπη -μα λάσπη ιαματική. Υπομονή! Αργά ή γρήγορα θα λήξει η δοκιμασία. Ο Γιατρός των ψυχών θα αφαιρέσει το τσουχτερό κατάπλασμα…

Συκοφαντούσαν και τον Κύριο: «Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών». «Δαιμόνιον έχει και μαίνεται». Τι μεγάλη δόξα, να μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού!

Σηκώστε ταπεινά κι αγόγγυστα το σταυρό σας. Μη λιποψυχείτε. Αν η συνείδησή σας δεν σας κατακρίνει, μπορείτε να υψώνετε πάντα με θάρρος το βλέμμα σας στο Θεό και να στέκεστε με παρρησία μπροστά Του. Τι πιο σπουδαίο απ’ αυτό;…

Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πως σας βλέπουν οι άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση έχει βαρύτητα, ως αλάθητη. Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά-καλά ούτε τον ίδιο μας το εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον.

ΧΕΙΡΑΓΩΓΙΑ ΣΤΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ

Εκδ. Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



http://oparadeisos.wordpress.com/2012/06/18/%CE%B5%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1/#more-7682

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Ο Χριστός περιμένει να μετανοήσουμε και τότε μόνο Εκείνος μπορεί να μας σώσει

Αρχικά ας σκεφτούμε πόσες ευεργεσίες μας έχει κάνει ο Χριστός, πόσο μας αγαπά, τόσο που σταυρώθηκε για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή.
Οι θλίψεις, οι αδικίες, οι κοροϊδίες, οι προσβολές, ο έλεγχος, η συκοφαντία,η εκμετάλλευση, οι αρρώστειες, οι οικονομικές δυσκολίες είναι δώρα του Θεού που αν τα δεχόμαστε με ευγνωμοσύνη, ταπείνωση, υπομονή, πραότητα, σιωπή τότε μοιάζουν σαν πικρά φάρμακα που μας θεραπεύουν από τα πάθη, δοκιμάζουν την πίστη μας, μας χαρίζουν στεφάνια, στολίζουν την ψυχή με αρετές και τη γεμίζουν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Ας προσευχόμαστε με ευγνωμοσύνη στο Χριστό, με αυτομεμψία, μετάνοια ζητώντας το έλεός Του, την συγχώρεση των αμαρτιών μας.
Ας προσευχόμαστε στην Παναγία, στους Αγίους, στους αγγέλους για να έχουμε τη βοήθειά τους και την προστασία τους.
Η προσευχή  θα μας βοηθήσει να αναπτύξουμε μια προσωπική σχέση με το Χριστό, θα μας φωτίσει, θα μας δυναμώσει να τον αγαπήσουμε και να προσπαθήσουμε να τον ευχαριστήσουμε υπακούοντας στις εντολές Του.
Ας έχουμε έναν διακριτικό πνευματικό που θα μας προτείνει τα κατάλληλα φάρμακα για την θεραπεία της ψυχή μας από τα πάθη και θα του κάνουμε υπακοή κόβοντας το θέλημά μας προκειμένου να ευαρεστήσουμε στο Χριστό με την καθαρότητα και την αγνότητα της ψυχής.
Σ' αυτή τη ζωή με τις αρετές που καλλιεργούμε ετοιμάζουμε την αιώνια και ουράνια κατοικία μας στη Βασιλεία των Ουρανών. Γι' αυτό ας μη σπαταλάμε το χρόνο μας με αμαρτίες γιατί η αμαρτία μας χωρίζει από το Θεό και ζούμε την κόλαση απ' αυτή τη ζωή αν δεν μετανοήσουμε και αν δεν καθαριστούμε.
Ας συμμετέχουμε συχνά στα μυστήρια της Εκκλησίας, στην εξομολόγηση, στη Θεία Κοινωνία και στις ακολουθίες γιατί βοηθούν στη θεραπεία της ψυχής και να είμαστε ενωμένοι με το Χριστό και με όλους τους ανθρώπους με την αγάπη.
Ας νηστεύουμε με διάκριση χωρίς υπερβολές για να θεραπευτούμε από τη λαιμαργία και τη γαστριμαργία.
Ας εγκρατευόμαστε από τις υλικές ηδονές για να θεραπευτούμε από τη φιληδονία και για ν' αποκτήσουμε την σωφροσύνη και την αγνότητα.
Ας αποφεύγουμε τις αφορμές της αμαρτίας και όσες διασκεδάσεις λερώνουν την ψυχή με αμαρτωλούς λογισμούς και αμαρτωλές επιθυμίες.
Ας διατηρούμε την πίστη μας καθαρή χωρίς να την ανακατεύουμε με αυτά που λέει η Νέα Εποχή
π.χ. αστρολογία, διαλογισμό, γιόγκα, εναλλακτικές θεραπείες.
Ας είμαστε φιλάνθρωποι και ας κάνουμε ελεημοσύνη όχι μόνο υλική αλλά και πνευματική συγχωρώντας όσους μας λύπησαν, συμβουλεύοντας όσους αμαρτάνουν και  προσευχόμενοι για όλους.
Ας μη λέμε ψέμματα αλλά πάντα την αλήθεια. Αν δεν μπορούμε να πούμε την αλήθεια τότε τουλάχιστον να σιωπούμε και να αποφεύγουμε να λέμε ψέματα.
Αν κάποιος μας λύπησε ας μην τον κακολογούμε και ας μην τον κατακρίνουμε στους άλλους γιατί είναι ευεργέτης μας αφού μας δίνει την ευκαιρία να αποκτήσουμε αρετές και να στεφανωθούμε από το Θεό.
Αν μας εκμεταλλεύονται ας υπομένουμε την αδικία γιατί ο Θεός θα μας ανταμοίψει.
Οι γυναίκες ας μην είμαστε προκλητικές και ξεδιάντροπες αλλά τα στολίδια μας ας είναι η σεμνότητα και η ντροπή. Οι άντρες είναι εικόνες του Θεού και δεν πρέπει να τους προκαλούμε στην αμαρτία.
Ας μη θυμώνουμε αλλά ας έχουμε πραότητα γιατί έτσι θα μοιάσουμε στο Χριστό.
Οι εκτρώσεις πρέπει να σταματήσουν γιατί είναι φόνος.
Τα αντρόγυνα ας μη χωρίζουν και ας μην κάνουν μοιχείες αλλά ας υπομένουν ο ένας τις αδυναμίες του άλλου για να φτάσουν στην αγάπη που είναι ο σκοπός του γάμου και για να πάρουν τα στεφάνια και τα δώρα του Θεού.
Οι νέοι ας μην ζουν με πορνείες αλλά με αγνότητα και αφού βρουν τον κατάλληλο σύντροφο να παντρεύονται με την ευλογία του Θεού σύντομα χωρίς προηγουμένως να συζούν γιατί αυτό είναι αμαρτία μπροστά στο Θεό και δεν οδηγεί στην αγάπη. Η πορνεία διώχνει τη χάρη του Θεού κι ο νέος δεν μπορεί να αγαπήσει ούτε να ενωθεί με τον άλλο αληθινά χωρίς τη χάρη του Θεού αλλά με την πορνεία ικανοποιεί το εγώ του και τη φιληδονία του.
Οι ομοφιλόφιλοι ας προσπαθήσουν να θεραπευτούν μέσα στην εκκλησία γιατί αυτό που έχουν είναι ανωμαλία αφού ο Θεός έπλασε τον άντρα και τη γυναίκα και ευλόγησε το γάμο. Δεν έπλασε και τρίτο φύλο δηλαδή άντρα σε σώμα γυναίκας ή γυναίκα σε σώμα άντρα.
Η χειρότερη αμαρτία είναι η υπερηφάνεια. Ας προσέχουμε τους λογισμούς που μας λένε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, ότι έχουμε αρετές γιατί θα μοιάζουμε με τους δαίμονες που χωρίστηκαν από το Θεό εξαιτίας της. Ας αγωνιζόμαστε να έχουμε την ταπείνωση του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Ας μην περηφανευόμαστε για τις καλές μας πράξεις γιατί τότε δεν έχουν καμιά αξία μπροστά στο Θεό και μόνες τους δεν μπορούν να μας σώσουν. Μόνο το έλεος του Χριστού μπορεί να μας σώσει αν είμαστε ταπεινοί και αν μετανοούμε συνεχώς και αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας και την αδυναμία μας. Γι' αυτό να ζητάμε συνέχεια το έλεος του Θεού. 
Ας προσέχουμε την κενοδοξία και ας μην επιζητούμε τη δόξα των ανθρώπων και να γίνουμε αρεστοί σε όλους αλλά τη δόξα του Θεού και να είμαστε ευάρεστοι στο Θεό.
Ας έχουμε νήψη στους λογισμούς και να τους λέμε στον πνευματικό μας παίρνοντας απ' αυτόν άδεια για το καθετί που σκεφτόμαστε να κάνουμε γιατί οι δαίμονες στήνουν πολλές παγίδες και μόνο με την υπακοή και την ταπείνωση θα ξεφύγουμε απ' αυτές.  
Ας ξυπνήσουμε λοιπόν και ας μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας και τα πάθη μας γιατί ο καιρός περνά και έρχεται ο θάνατος κι εμείς δε θα προλάβουμε να βρεθούμε καθαροί και ντυμένοι με τις αρετές μπροστά στο Θεό. Οι αμαρτίες και τα πάθη θα μας βασανίζουν στην άλλη ζωή γιατί θα είμαστε χωρισμένοι από το Θεό, χωρίς τη χάρη Του, θα παρουσιαστούμε γυμνοί μπροστά στο Θεό, βρώμικοι, άσχημοι και έχοντας δώσει δικαιώματα στους δαίμονες θα έχουν εξουσία να μας πάρουν μαζί τους στην κόλαση και στις αιώνιες τιμωρίες που θα βασανίζουν αυτούς που χωρίστηκαν από το Θεό με την αμαρτία και την αμετανοησία και στερούνται της χάριτός Του. Η καθαρότητα της ψυχής που είναι γεμάτη με τη χάρη του Θεού θα βοηθήσει την ψυχή να βλέπει και να απολαμβάνει το Θεό σα φως.