Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Στάσου ἐδῶ νὰ γνωρίσῃς τὰ τεράστια τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου.

Σὲ κάποια χώρα πλησίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὀνομαζομένην Ἄβυδο, κατοικοῦσε ἕνας ὀρθόδοξος καὶ εὐλαβὴς χριστιανὸς μὲ τὴν ἐπίσης ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ σύζυγό του Σοφιανὴ κατὰ τὸ ἔτος 1607.


Κάποια φορὰ ἀσθένησε ἡ Σοφιανὴ καὶ παρέμεινε στὸ κρεββάτι ἐπὶ εἴκοσι ἡμέρες χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ σήκωση οὔτε τὸ κεφάλι της. Κατὰ τὴν δύσι τοῦ ἡλίου τῆς 3ης Αὐγούστου ἅπλωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανὸ καὶ φάνηκε σὰν νὰ ἐξέπνευσε. Ὅλοι οἱ συγγενεῖς της τότε ἑτοίμαζαν τὰ ἁρμόδια γιὰ τὴν ταφὴ χωρὶς νὰ μποροῦν ἀπὸ κανέναν νὰ παρηγορηθοῦν. Διεπίστωσαν ὅμως ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ μαστό της τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦταν θερμό, ὁπότε καὶ τὴν ἄφησαν ἀσαβάνωτη μέχρις ὅτου τελείως νεκρωθῆ.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθε καὶ ἡ κατὰ σάρκα ἀδελφή της καὶ μέσα στὴν ἀπελπισία καὶ τὸν πόνο της ἐπῆρε κρύο νερὸ καὶ ἐράντισε τὴν Σοφιανὴ ἡ ὁποῖα συνῆλθε καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς στὴν ἀδελφή της Ἄννα: «Καλλίτερα νὰ μὴν εἶχες ἔλθει, ἀδελφή μου, ἐδῶ διότι περισσότερη ζημία καὶ θάνατο μοῦ προξένησες, παρὰ ζωὴ πρόσκαιρη, διότι οἱ φωνές σου μὲ ἐξέβαλαν ἀπὸ τὸν φωτεινὸ ἐκεῖνο Παράδεισο καὶ τὴν ἀνέκφραστη δόξα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀπελάμβανα. Ἔπρεπε, ἄθλια, ὅταν μὲ εἶδες νεκρή, νὰ χαιρόσουν περισσότερο καὶ νὰ εὐχαριστοῦσες τὸν Θεό, παρὰ τώρα ὅπου μὲ βλέπεις καὶ ἀνέζησα».

Ἀφοῦ εἶπε καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ ἔγινε καλλίτερα τῆς ἐζήτουν οἱ παρευρισκόμενοι νὰ διηγηθῆ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶδε στὴν ἄλλη ζωή. Ἐκείνη ἐζήτησε Πνευματικὸ νὰ τὰ ἐξομολογηθῆ καί, ἐὰν ἐκεῖνος κρίνη ὅτι εἶναι εὔλογο, νὰ τὰ μάθουν καὶ ἄλλοι. Ἦλθε λοιπὸν ὁ Πνευματικὸς Ἱερόθεος Κουκουζέλης, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου Κύπρου, ὁ ὁποῖος μὲ πατριαρχικὴ προσταγὴ ἦλθε γιὰ νὰ ἐξομολογήσῃ τὴν Σοφιανή, ἡ ὁποία καὶ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:

«Καθὼς σηκώθηκα καὶ ἀνεκάθισα στὸ κρεββάτι μου, λιποθύμησα καὶ βλέπω μπροστά μου ἕνα ἀστραπόμορφο νεανία, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα χρυσὸ δοχεῖο γεμάτο νερὸ καὶ μοῦ εἶπε: Σοφιανή, γνωρίζω ὅτι ἔχεις μεγάλη δίψα καὶ ἡ καρδιά σου φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀσθένεια. Ἂν ὅμως πιῆς αὐτὸ τὸ ζωοπάροχο νερό, θὰ ὑγιαίνης στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα καὶ θὰ ἔχης παντοτεινὴ χαρά. Ἐγώ, ἀκούοντας αὐτά, ἐσκίρτησα ἀπὸ χαρά, καὶ ἄλλο τίποτε δὲν ἤθελα παρὰ νὰ βλέπω τὸν φαινόμενο ἐκεῖνο νέο. Ὅταν ἔλαβα τὸ ποτήρι αὐτὸ στὰ χέρια μου γιὰ νὰ τὸ πιῶ, δὲν ξέρω πῶς, ἁρπάχθηκα ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ἐπὶ τρία ἡμερονύκτια ἔλειπα ἀπὸ τὸ σῶμα, ἡ δὲ ψυχή μου ἀκολούθησε ἐκεῖνο τὸν νέο καὶ ἀνεβαίναμε στὸν οὐρανό. Ἐπεράσαμε ἑπτὰ σφαιροειδεῖς κύκλους τοῦ οὐρανοῦ μέσα σὲ σκότος βαθὺ καὶ κατόπιν φθάσαμε σ᾿ ἕνα φωτεινὸ καὶ πανευώδη τόπο, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρίσκοντο δυὸ ὑψηλὲς καὶ πανθαύμαστες πύλες. Ἡ δεξιὰ ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ καθαρὸ χρυσὸ καὶ πολύτιμους λίθους, ἐνῶ ἡ ἀριστερὰ ἀπὸ χαλκὸ καὶ ἀναμμένο σίδερο, ποὺ φαινόταν σὰν φλογεροὶ ἄνθρακες. Γύρω ἀπὸ αὐτὴν ἐστέκοντο πλῆθος ἀπὸ φρικωδέστατους ὠπλισμένους γίγαντες ποὺ ἐφύλαττον τὴν πύλη καὶ ἐγὼ τότε ἔμεινα ἄφωνος ἀπὸ τὸν φόβο μου.

- Μοῦ λέγει ὁ ὁδηγός μου: Βλέπεις, ἀδελφή, αὐτὲς τὶς πύλες; Αὐτὲς εἶναι οἱ πύλες τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ μὲν χρυσὴ εἶναι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἡ δὲ σιδερένια τῆς κολάσεως τῶν ἁμαρτωλῶν.

Ἀφήσαντες αὐτὲς τὶς πύλες ἀνεβήκαμε ψηλότερα σὲ φωτεινότερο τόπο, ὅπου ἐστέκοντο ἄπειρα πλήθη φωτομόρφων ἀνδρῶν τῶν ὁποίων οἱ θέσεις δὲν ἦταν ὅλες σὲ ἕνα τόπο, ἀλλὰ ἄλλου ἦταν ψηλότερα καὶ ἄλλου χαμηλότερα.

Τότε ὁ ὁδηγός μου μὲ τοποθέτησε ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους καὶ μοῦ εἶπε: Σοφιανή, ἐδῶ σκύψε καὶ προσκύνησε. Ἀμέσως τότε ἐγὼ ἔσκυψα καὶ προσκύνησα μὲ πολὺ φόβο, ἀλλὰ ποιὸν προσκύνησα δὲν εἶδα. Ἐκεῖνος πάλι μ᾿ ἐσήκωσε καὶ μοῦ εἶπε: Στάσου ἐδῶ νὰ γνωρίσης τὰ τεράστια τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, καὶ μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδα ἕνα πύρινο, λαμπρὸ καὶ βασιλικὸ θρόνο, κάτω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἦταν ἕνα ἀνθρώπινο χέρι τὸ ὁποῖο κρατοῦσε μία ζυγαριά.

Γύρω ἀπὸ αὐτὸν τὸν θρόνο ἐστέκοντο ἀναρίθμητα πλήθη ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἀνέβαιναν ἀπὸ τὴν ὁδὸ ποὺ ἦλθα καὶ ἐγώ, μεταφέροντας ψυχὲς ἀνθρώπων, ἀνδρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν καὶ ὅταν τὶς ἀνέβαζαν ἐδῶ, ἔλεγαν: Προσκυνᾶτε, καὶ ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς προσκυνοῦσαν, ὅπως δηλαδὴ ἔκανα καὶ ἐγώ. Ἐπάνω στὸν φοβερὸ θρόνο, μέσα σὲ φωτεινὲς νεφέλες, καθόταν ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐνδεδυμένος ἕνα γαλαζοπόρφυρο ἔνδυμα. Ἐγὼ ἀπὸ τὴν δυνατὴ λάμψι τοῦ προσώπου Του, δὲν μπόρεσα νὰ Τὸν ἀτενίσω. Οἱ παριστάμενοι ἄγγελοι ἔψαλλαν τό: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος ὁ Ὢν καὶ προὼν καὶ φανεῖς ὡς ἄνθρωπος Θεός, ἐλέησον τὸ πλάσμα σου. Ἐνῶ ἄλλοι ἀγγελικοὶ χοροὶ ἔψαλλαν τό: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαὼθ πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης Σου. Ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν μαζί μας ἔψαλλαν τό: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἄνθρωποις εὐδοκίᾳ, ἄλλοι δὲ ἔψαλλαν τό: Ἀλληλούϊα ἀνὰ τρεῖς φορές, ἐνῶ ἄλλοι τό: Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμὴν καὶ οὐδέποτε ἔπαυαν τὴν δοξολογία τους.

Ἀπὸ τὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ στεκόταν ἡ Θεοτόκος καὶ ἀριστερὰ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὅπως τοὺς εἰκονίζουν οἱ ἁγιογράφοι. Οἱ ἄγγελοι, ὅταν ἐτελείωναν τὴν δοξολογία τους, προσκυνοῦσαν τὸν Κύριο κλίνοντες τὶς κεφαλές τους, ὁ δὲ Κύριος ὕψωνε τὰ ἄχραντα χέρια Του καὶ τοὺς εὐλογοῦσε. Ἀπὸ τὰ Δεσποτικὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν Του ἔπεφταν ποταμηδὸν πολύτιμοι λίθοι καὶ μαργαρίτες, πράγμα τὸ ὁποῖο βλέποντας ἐγώ, ἔφριξα καὶ ρώτησα τὸν ὁδηγό μου τί εἶναι αὐτὰ τὰ μυστήρια, Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

- Βλέπεις, Σοφιανή, τοὺς μαργαρίτες καὶ τοὺς πολύτιμους λίθους ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Δεσπότου καὶ κατέρχονται στὴν γῆ; Αὐτοὶ εἶναι τὸ ἄφατο ἔλεός Του, ἡ ἄπειρος ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔχει πρὸς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν καὶ γι᾿ αὐτὸ πέμπει τὴν εὐλογία Του στὰ σπίτια τῶν ἀγαθῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ποὺ φυλάττουν ἀπαρασάλευτη τὴν πίστι σ᾿ Αὐτὸν καὶ σὲ ὅσους ἐξομολογοῦνται καθαρὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ἐφαρμόζουν τὶς θείες ἐντολὲς καὶ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ὅλους αὐτοὺς τοὺς εὐλογεῖ καὶ τοὺς λυτρώνει ἀπὸ κάθε κακό. Αὐτοὶ ποὺ ἐλεοῦν καὶ ἀγαποῦν τὸν πλησίον τους, ἀπολαμβάνουν ζῶντες αὐτὲς τὶς εὐλογίες καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους κληρονομοῦν τὴν ἐδῶ διαμονὴ καὶ μακαριότητα.

Οἱ φλογοειδεῖς πύρινοι κόμποι ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ ἀριστερό Του χέρι σημαίνουν τὸν θυμό, τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἀγανάκτησί Του γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κάνουν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ ἀδικοῦν τὸν πλησίον τους. Αὐτοὶ ὄχι μόνο στεροῦνται τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἀλλὰ καὶ παραπέμπονται στὸ αἰώνιο πῦρ γιὰ νὰ κολάζωνται μὲ τοὺς ἀκάθαρτους δαίμονες.

Ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ τὴν ζυγαριά, ποὺ εἴπαμε, διακρινόταν μέγα χάσμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξερχόταν ἀφόρητη δυσωδία, θειαφώδης αὔρα καπνοῦ καὶ ἀναρίθμητες σπαρακτικὲς φωνὲς ἀνθρώπων ποὺ συνεχῶς ἐφώναζαν τό: «οὐαὶ καὶ τὸ ἀλλοίμονο».

Οἱ ἄγγελοι ἔφερναν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν γῆ καί, ἀφοῦ προσκυνοῦσαν, τὶς ὡδηγοῦσαν σὲ ἐξέτασι ὅλων τῶν ἔργων τους ποὺ ἔκαναν στὴν γῆ, καὶ τὰ μὲν καλὰ τὰ ἔθεταν στὸ δεξὶ μέρος τῆς ζυγαριᾶς τὰ δὲ πονηρὰ στὸ ἀριστερό της. Κατόπιν τὶς σεσωσμένες καὶ ἅγιες ψυχὲς ἔδινε ἐντολὴ ὁ Χριστὸς καὶ τὶς ὡδηγοῦσαν οἱ ἄγγελοι στὸν τόπο ποὺ εὑρισκόταν ἡ χρυσὴ πύλη, ἐνῶ τὶς ἀμετανόητες καὶ ἁμαρτωλὲς ψυχὲς τὶς ἔρριχναν σὲ ἐκεῖνο τὸ χάος τῆς ἀβύσσου. Τότε οἱ ἄγγελοι ἐχαίροντο καὶ εὐφραίνοντο γιὰ τὶς σεσωσμένες ψυχές, ἐνῶ ἐλυποῦντο καὶ ἐσκυθρώπαζον γιὰ τὶς κολασμένες.

Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔφεραν οἱ ἄγγελοι μία ψυχή, τῆς ὁποίας ἐπλεόναζαν οἱ ἁμαρτίες της ἀπὸ τὰ ἀγαθά της ἔργα καὶ ἐπρόκειτο ὁ Κύριος νὰ κάνη νεῦμα στοὺς ἀγγέλους νὰ τὴν ρίξουν στὸ χάος. Τότε ὅμως παρουσιάσθηκε μπροστὰ ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Κύριο λέγοντας: «Οἱ οἰκτιρμοί Σου, Μακρόθυμε, νικοῦν τὴν ὀργή Σου· ἂν καὶ εἶναι ἁμαρτωλὴ αὐτὴ ἡ ψυχή, δὲν ἔπαυσε νὰ φυλάγη τὴν ἀληθινὴ σὲ Σένα πίστι καὶ γι᾿ αὐτὸ Σὲ ἱκετεύουμε νὰ τὴν συγχώρησης». Ἐνῶ αὐτοὶ παρακαλοῦσαν τὸν Χριστό, ἦλθαν καὶ οἱ ἄγγελοι προβάλλοντες τὶς ἐλεημοσύνες, τὶς Λειτουργίες, τὰ κεριά, τὸ λάδι, τὶς προσφορὲς καὶ τὰ μνημόσυνα τὰ ὁποῖα ἔκανε. Ἀκόμη ἀνέβηκαν καὶ οἱ προσευχὲς τῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσαν γι᾿ αὐτὴ τὴν ψυχὴ καὶ οἱ ἀγαθοεργίες τῶν γονέων καὶ συγγενῶν της ποὺ προσφέρθησαν στοὺς πτωχοὺς γιὰ τὴν ἀνάπαυσί της. Ἐπὶ πλέον ἀκούσθηκαν οἱ δεήσεις τῶν πτωχῶν, ποὺ ἔλαβαν τὶς ἐλεημοσύνες ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς της, λέγοντες τό: «Ὁ Θεὸς νὰ τὴν συγχώρηση».

Τότε ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Δεσπότου νὰ λέγη: «Ἰδοὺ γιὰ τὴν δέησι τῶν ἱερέων μου καὶ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν πτωχῶν, δίνω συγχώρησι σ᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή». Ἐνῶ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ νεύση ὁ Κύριος μὲ τὸ δεξί Του χέρι νὰ βάλουν οἱ ἄγγελοι τὴν ψυχὴ αὐτὴ μαζὶ μὲ τοὺς δικαίους, ἔφθασαν στὸν Θρόνο Του οἱ ὁδυρμοί, οἱ φωνές, τὰ μοιρολογήματα καὶ οἱ ἀγανακτήσεις τῶν γονέων της καὶ οἱ βλασφημίες κατὰ τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες ἔλεγαν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν θλίψι τους καὶ ἔτσι ἐξεδήλωναν τὴν ἀπιστία τους στὸ ἑνδέκατο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Ὅταν συνέβησαν αὐτά, ὠργίσθηκε πολὺ ὁ Κύριος καὶ εἶπε: «Ἐπειδὴ δὲν ἀρκέσθηκαν στὶς δεήσεις τῶν ἱερέων μου, ἀλλὰ καὶ ἀντιμάχονται ἐναντίον μου, νὰ σηκώσετε αὐτὴ τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ρίψετε στὸ σκότος τὸ ἐξώτερο». Οἱ ἄγγελοι τότε πολὺ λυπήθηκαν γι᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή, ἀλλὰ κάνοντας ὑπακοὴ στὸν Χριστό, ἐπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ἔριξαν στὸ ἀχανὲς ἐκεῖνο βάραθρο τῆς κολάσεως. Τότε ἔτολμησα καὶ ἐγὼ ἡ ταλαίπωρη νὰ ρωτήσω τὸν ὁδηγὸ ἄγγελό μου: «Γιατί, Κύριέ μου λυποῦνται τόσο πολὺ οἱ ἄγγελοι, ὅταν ρίχνεται κάποια ψυχὴ στὸ βάραθρο τῆς κολάσεως;»

Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «Αὐτὸ τὸ χάος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ χωρίζει τοὺς δικαίους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ βυθίζει ὅσους πέσουν στὸν ἀφώτιστο αὐτὸ τόπο τοῦ Ἅδου, στὸν ὁποῖο κολάζονται αἰωνίως. Ἐὰν ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄγγελοι χαρὰ γιὰ τοὺς σεσωσμένους, πολὺ περισσότερο ἔχουμε λύπη γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κολάζονται».

Ἐνῶ μοῦ ἔλεγε αὐτὰ ὁ ἄγγελός μου, ἀκούω ξαφνικὰ μεγάλο θόρυβο, διότι ἤρχοντο ἄγγελοι φέροντες μία ψυχὴ μὲ ψαλμωδίες καὶ θυμιάματα, λαμπάδες καὶ φωτοχυσίες. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ ἐρχόταν μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ παρρησία, οἱ δὲ ψυχὲς τῶν δικαίων ἦλθαν γιὰ νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Εἶχε ἡ μακαρία αὐτὴ ψυχὴ τὸ ἔνδυμά της λευκὸ καὶ καθαρὸ σὰν τὸν ἥλιο καὶ δὲν ἔφερε καμμία κηλίδα ἢ στίγμα ἁμαρτίας, ὅπως εἶχαν οἱ ἄλλες ψυχές. Τὸ ἔνδυμα αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ ἦταν ἡ στολὴ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο ἐφύλαξε ἀμόλυντο καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔλαμπε τόσο πολύ. Ἦλθε λοιπὸν αὐτὴ ἡ ψυχὴ καὶ προσκύνησε, ὅπως ὅλες κατὰ τὴν συνήθειαν. Τότε ὅλοι οἱ ἄγγελοι ἐβόησαν μεγαλόφωνα λέγοντας: «Σὲ εὐχαριστοῦμεν, Παντοκράτωρ Δέσποτα, διότι εἴδαμε ψυχὴ δικαίου καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία». Τότε ἀκούσθηκε βροντώδης ἡ φωνὴ τοῦ Δεσπότου λέγουσα: «Πάρετε αὐτὴ καὶ νὰ τὴν ἀναπαύσετε μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους». Ἔπειτα στρέφοντας τὸν λόγο του καὶ τὸ χέρι Του πρὸς ἐμένα, εἶπε: «Νὰ ὁδηγήσετε καὶ τὴν Σοφιανὴ αὐτὴ στὶς κατοικίες καὶ μονὲς τῶν ἁγίων μου, γιὰ νὰ τὶς ἰδῆ· ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἀναζητοῦν πολλοὶ στὸν κόσμο, νὰ τὴν ἐπιστρέψετε στὸ σῶμα της γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐξιστόρησι αὐτῆς τῆς ὀπτασίας ποὺ ἀξιώθηκε ἐδῶ νὰ ἰδῆ. Ἂν ἀγωνισθῆ νὰ ἀπόκτηση καὶ ἄλλες ἀρετὲς καὶ εὐδοκίμηση τελείως, τότε θέλει νὰ ἀξιωθῆ μετὰ ἀπὸ τρεῖς χρόνους ν᾿ ἀπολαύση μεγαλύτερες τιμές».

Μὲ αὐτὸ τὸ λόγο τοῦ Δεσπότου μὲ ἅρπαξε ὁ ἄγγελος καὶ ἀκολουθήσαμε ἐκείνη τὴν δικαία ψυχή, ἑνωθέντες μὲ ἄλλες σεσωσμένες ψυχές. Φθάσαμε μπροστὰ ἀπὸ τὴν χρυσὴ ἐκείνη πύλη τοῦ Παραδείσου. Ξαφνικὰ εἶδα μπροστά μου τὴν Κυρία Θεοτόκο μὲ ἀνέκφραστη δόξα καὶ μαζί της ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στὰ χέρια του κλειδιά. Ἄνοιξε τὴν ὡραία ἐκείνη πύλη καὶ μπῆκε πρώτη ἡ Θεοτόκος κατόπιν ὁ Πέτρος καὶ μετὰ οἱ ἄγγελοι μὲ τὶς ψυχὲς ποὺ μετέφεραν. Μὲ αὐτοὺς ἐπήγαινα καὶ ἐγὼ βιαζόμενη νὰ συμπορεύωμαι μὲ τὴν Θεοτόκο. Ὁ τόπος αὐτὸς ἦταν τόσο φωτοστόλιστος καὶ πανευώδης, ὥστε ἐθαύμαζα καὶ ἐχαιρόμουν ἀνεκδιήγητα. Τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο δὲν ὠμοίαζε μὲ τὴν στερεὰ γῆ τὴν δική μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνηφόρες, κατηφόρες, πέτρες, ποτάμια καὶ ὅσα ἄλλα βλέπουμε, ἀλλὰ ἦταν λευκὴ σὰν τὸ καθαρὸ βαμβάκι ἢ χρυσὸ ὕφασμα στολισμένο μὲ ποικίλους πολύτιμους λίθους καὶ μαργαριτάρια. Εἶδα ἐπίσης δένδρα ὑψηλά, εὐώδη καὶ κατάφορτα ἀπὸ ἄνθη καὶ ὡραιότατους καρπούς, ποὺ ὠμοίαζαν μὲ ρόδα καὶ κρίνα. Κάτω ἀπὸ τὰ δένδρα ἐφαίνοντο ὅτι ἦταν χρυσοπόρφυρα στρώματα ἐπάνω στὰ ὁποῖα ἀναπαύοντο ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐγνώρισα πολλοὺς ἀπὸ τὴν πατρίδα μου τὴν Ἄβυδο καὶ ἀπὸ τὴν πόλι αὐτή, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πεθάνει.

Ἐκεῖ εἶδα τὸν ἱερέα πατέρα μου Ἰωάννη καὶ τὴν μητέρα μου Ἀναστασία καὶ μία ἀδελφή μου, πλὴν ὅμως δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς πλησιάσω καὶ νὰ τοὺς μιλήσω. Οἱ κατοικίες τους δὲν ἦταν ὅμοιες, ὅπως δὲν ἦταν ὅμοιες οἱ ἀρετὲς καὶ τὰ ἔργα τους ἐδῶ στὴν γῆ. Βαδίζοντας ἀκόμη πρὸς τὰ ἐμπρὸς εἶδα καὶ τοὺς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἦταν σὲ ὑψηλὸ καὶ φωτεινώτερο τόπο καὶ περιπατοῦσαν ὅλοι λευκοφορεμένοι καὶ ἐνδεδυμένοι μὲ λαμπρότατο φῶς. Ἐνῶ τότε ἀναρωτιόμουν μὲ τὸν ἑαυτό μου, ποιοὶ νὰ εἶναι ἄραγε αὐτοί, ἐστράφη ἡ Θεοτόκος πρὸς ἐμένα καὶ μοῦ εἶπε: «Σοφιανή, βλέπεις τὶς ἀναπαύσεις τῶν Ἁγίων; Βάδιζε γρήγορα νὰ προφθάσης καὶ προσκύνησης τὸν δίκαιο Ἀβραάμ, διότι δὲν θὰ τὸν ἰδῆς καθὼς τὸ ποθεῖς». Τότε ἔτρεξα ἐγὼ καὶ εἶδα ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἀβραάμ νὰ κάθεται σ᾿ ἕνα ὡραιότατο θρόνο καὶ γύρω του ἀναρίθμητες ψυχὲς μὲ πολλὴ εὐφροσύνη καὶ χαρά. Ἐγὼ ἔτρεχα νὰ τὸν ἰδῶ καὶ νὰ τὸν ἀπολαύσω, ὁπότε μὲ εἶδε ἐκεῖνος καὶ μοῦ ἔνευσε νὰ τὸν πλησιάσω. Παίρνοντας περισσότερο θάρρος ἔτρεχα γιὰ νὰ τὸν φθάσω, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἄκουσα τὶς φωνὲς τῆς ἀδελφῆς μου καὶ μὲ τὸ κρύο νερὸ ποὺ ἐράντισε τὸ πρόσωπό μου, ἐπανῆλθα στὸν ἑαυτό μου καὶ αἰσθάνθηκα μεγάλο βάρος καὶ ψυχρότητα στὸ σῶμα μου, ὡσὰν νὰ μοῦ ἦταν πάγος. Σιγὰ-σιγὰ ἐμψυχώθηκε τὸ σῶμα καὶ συνῆλθα τελείως».

Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ μὲ προσοχὴ ὁ Πνευματικός της τὴν ἐρώτησε:

- Εἶδες κανένα ἄλλο μυστήριο, παιδί μου; Εἶδες δαιμόνια τελωνιακά, κολάσεις ἁμαρτωλῶν, ὅπως βλέπουν πολλοὶ ἄλλοι;

Ἡ Σοφιανὴ ἀποκρίθηκε:

- Δὲν εἶδα τίποτε περισσότερο, πάτερ μου.

- Γνωρίζεις κανένα ἀγαθό, τὴν ἐρωτᾶ ὁ ἱερεύς, ποὺ νὰ ἔπραξες στὴν ζωή σου;

- Τί καλὸ ζητεῖς ἀπὸ ἐμένα τὴν ἁμαρτωλή, πάτερ; Ἀλλά, ἐπειδὴ μὲ ἀναγκάζεις, θὰ σοῦ εἰπῶ αὐτὸ ποὺ γνωρίζω. Πρὶν τρία χρόνια, ἐκεῖ ποὺ ἔγνεθα στὸ πατρικό μου σπίτι, μία μεσημβρία ἄκουσα μεγάλη βοὴ καὶ ταραχή, ὡσὰν νὰ συνέβαινε σεισμὸς καὶ τότε βλέπω μὲ τὰ μάτια μου τρεῖς ἱεροπρεπεῖς ἄνδρες μὲ ἀρχιερατικὲς στολές, οἱ ὁποῖοι, καθὼς γνωρίζω ἀπὸ τὶς εἰκόνες τους, ἦταν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἐγὼ παρέλυσα ἀπὸ τὸν φόβο μου, ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ τοὺς προσκύνησα μὲ μεγάλο φόβο. Ἐκεῖνοι τότε μοῦ εἶπαν:

- Μὴ φοβεῖσαι, Σοφιανή, ἐμεῖς εἴμεθα οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ θέλουμε νὰ ἀφιέρωσῃς στὸν Θεὸ τὸ σπίτι σου γιὰ νὰ γίνη ἐκκλησία στὸ ὄνομά μας καὶ ἐμεῖς θὰ πρεσβεύουμε γιὰ τὴν σωτηρία σου.

Ἐγὼ ἐτόλμησα καὶ τοὺς εἶπα:

- Ἅγιοι Δεσπόται μου, εἶναι αὐτὸ τὸ σπίτι κατάλληλο γιὰ δοξολογία Θεοῦ καὶ κατοικία ἰδική σας, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐμεῖς εἴμεθα πτωχοὶ ἄνθρωποι καὶ δὲν ἔχουμε τὸν τόπο νὰ κάνουμε ἐκκλησία, ὅπως ὁρίζετε; Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ δὲν γνωρίζω καὶ τὴν γνώμη τοῦ συζύγου μου, ἀκόμη καὶ ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ πάρουμε βασιλικὴ ἄδεια γιὰ τὴν ἀνοικοδόμησι αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας.

Ἐκεῖνοι μοῦ εἶπαν:

- Μὴ στενοχωρῆσαι ποὺ εἶναι ὁ χῶρος ἀκάθαρτος καὶ κοπρώδης, οὔτε νὰ φοβῆσαι γιὰ τὴν βασιλικὴ ἄδεια, μόνο φρόντισε ἐσὺ νὰ μᾶς τὸν ἀφιερώσῃς καὶ ἐμεῖς ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τὰ τακτοποιήσουμε. Διότι κατὰ τὴν παλαιὰ ἐποχὴ ὁ ἀχυρώνας αὐτὸς ἦταν ναὸς ἰδικός μας. Ἂν ὅμως ἀμελήσῃς καὶ δὲν κάνῃς, ὅπως σοῦ λέγομε, θὰ παρακαλέσουμε τὸν Θεὸ νὰ σοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωή σου ὡς παρήκοη.

Μόλις εἶπαν αὐτὰ οἱ Ἅγιοι, ἔγιναν ἄφαντοι. Ὅταν τὸ βράδυ ἦλθε ὁ ἄνδρας μου τοῦ ἀνήγγειλα ὅλα τὰ γενόμενα. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, μετὰ τὸ ἀπόδειπνο καὶ τὴν μικρὴ προσευχή μας, ἐφάνηκαν πάλι οἱ Ἅγιοι μὲ σεισμὸ καὶ μοῦ εἶπαν μεγαλόφωνα:

- Σοφιανή, γιατί δὲν ἔκανες αὐτὸ ποὺ σὲ ὡρίσαμε καὶ μέλλεις νὰ πεθάνῃς μὲ αἰφνίδιο θάνατο;

Ἐγὼ λέγω τότε τοῦ ἀνδρός μου:

- Ἀκοῦς τί προστάζουν οἱ Ἅγιοι;

Αὐτὸς ἀποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε:

- Ἅγιοι Δεσπόται μου, μοῦ τὰ εἶπε ὅλα ἡ Σοφιανή, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴμεθα πτωχοὶ καὶ δὲν ἔχουμε τὰ μέσα, φοβούμεθα δὲ καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ κράτους, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐκάναμε τίποτε. Ἐπειδὴ ὅμως ὁρίζετε νὰ τὸν ἀφιερώσουμε στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἁγιωσύνη σας, ἀπὸ σήμερα νὰ γίνη δικός σας ὁ τόπος αὐτός.

Οἱ Ἅγιοι τοῦ εἶπαν:

- Αὔριο τὸ πρωὶ θὰ σκάψῃς μέσα στὸν ἀχυρώνα καὶ θὰ εὕρης μάρμαρα, σταυρούς, ἀκόμη καὶ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ θὰ πεισθῆς ἔτσι στὰ λόγια μας. Πήγαινε καὶ στὸν Σουλτάνο καὶ ζήτησέ του τὴν ἄδεια καὶ ἐμεῖς θὰ τὸν καταπείσουμε νὰ σᾶς τὴν δώσῃ.

Ἀφοῦ εἶπαν αὐτὰ οἱ Ἅγιοι, ἀνεχώρησαν. Ἐμεῖς ὅλη ἐκείνη τὴν νύκτα τὴν περάσαμε μὲ δοξολογίες στὸν Θεὸ καὶ τὸ πρωὶ ἀνακοινώσαμε τὸ γεγονὸς στοὺς συγχωριανούς μας καὶ ὅλοι ἔτρεξαν μὲ σκαπτικὰ ἐργαλεῖα νὰ βοηθήσουν στὸ σκάψιμο. Πράγματι, εὑρήκαμε τὴν Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἀντικείμενα ποὺ ἦταν χωμένα. Ἐπήραμε μὲ εὐκολία καὶ τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Σουλτάνο καὶ ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς ἐκκλησίας. Ἐμεῖς εἴχαμε μερικὰ χωράφια, τὰ πουλήσαμε καὶ ἀγοράσαμε διάφορα ἀναγκαῖα πράγματα γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ ἀφοῦ τελείωσαν οἱ δουλειές, μὲ πατριαρχικὴ ἄδεια, ἦλθε ὁ Ἅγιος μητροπολίτης Κίτρους καὶ τὴν ἐγκαινίασε. Ἐμεῖς κατόπιν ἐφύγαμε ἀπὸ τὸ χωριό μας καὶ ἐγκατασταθήκαμε στὴν Κωνσταντινούπολι παίρνοντας σπίτι μὲ ἐνοίκιο. Ὅμως σὲ παρακαλῶ, ἅγιε Πνευματικέ μου, νὰ πείσης τὸν ἄνδρα μου νὰ μοῦ ἐπιτρέψη νὰ γίνω μοναχὴ γιὰ νὰ κλάψω τὶς ἁμαρτίες μου αὐτὰ τὰ τρία ἔτη ποὺ μοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος ὅτι θὰ μείνω ἀκόμη σ᾿ αὐτὴ τὴν ζωή

Ὁ Πνευματικός της ἄκουοντας αὐτά, εἶπε στὸν ἄνδρα της νὰ μὴ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν διακαῆ της πόθο. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ὅτι μετὰ ἀπὸ δυὸ χρόνια θὰ πᾶνε μαζὶ στοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ προσκυνήσουν τὰ Ἱερὰ Προσκυνήματα καὶ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεό.

Πράγματι, ἀφοῦ πούλησαν τὰ ὑπάρχοντά τους, ἔφυγαν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐκεῖ ἐξωμολογήθηκαν τὰ πάντα στὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο. Μετὰ κοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἡ μὲν Σοφιανὴ ἐπῆγε σὲ μοναστήρι καὶ ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Σωφρονία, ὁ δὲ ἄνδρας της ἐπῆγε σὲ ἀνδρικὸ καὶ ἀπὸ Χρῆστος ἐπωνομάσθηκε Χαρίτων.

ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ


Τὰ διδακτικὰ καὶ θαυμαστὰ ἱστορικὰ αὐτὰ γεγονότα τοῦ τεύχους αὐτοῦ

προέρχονται ἀπὸ τὸ ψυχωφελέστατο βιβλίο ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ τῶν ἐκδόσεων Ὀρθοδόξου Κυψέλης.

http://agiosmgefiras.blogspot.gr/2012/06/blog-post_26.html

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Εὐλάβεια, προσοχή καί ἀνδρεία

ΕΥΛΑΒΕΙΑ, ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΑΙ ΑΝΔΡΕΙΑ


Η δυσκολία του πνευματικού αγώνα για την κατόρθωση της αρετής οφείλεται στην αντίδραση και την εναντίωση δύο παραγόντων, που δεν είναι άλλοι από την αδαμιαία ανθρώπινη φύση και την κακή έξη, τη ριζωμένη δηλαδή συνήθεια της αμαρτίας. Γι’ αυτό οι περισσότεροι άνθρωποι τραβάνε τον εύκολο δρόμο, γι’ αυτό περνούν από την πλατειά και ευρύχωρη πύλη της αμαρτίας, όχι επειδή αυτή είναι φυσική τάχα ενώ η αρετή αφύσικη, μα επειδή η ξεπεσμένη και διεφθαρμέ­νη ανθρώπινη φύση έχει χάσει εκούσια τη φυσική της κλίση προς το αγαθό και έχει αποκτήσει την παρά φύσιν κλίση προς την αμαρτία. Συμβαίνει εδώ ο,τι και με τους αρρώστους, που η γεύση τους αλλοιώνεται, κι έτσι το νόστιμο φαγητό τους φαίνεται άνοστο και το γλυκό τους φαίνεται πικρό.



Δεν έχουμε, λοιπόν, παρά να θεραπεύσουμε τη φύση μας, ώστε να ξαναβρεί την υγεία της, να ποθεί δηλαδή την αρετή και ν’ αποστρέφεται το κακό, γιατί αλλιώς είναι αδύνατο να ξεριζωθούν από μέσα μας τα πάθη και να προκόψουμε στην πνευματική ζωή. Στη θεραπεία αυτή συμβάλλουν καθοριστικά η ευλάβεια, η προσοχή και η ανδρεία.

Η ευλάβεια είναι ο δρόμος του ουρανού, είναι πνοή του Αγίου Πνεύματος, είναι καταύγασμα της θείας χάριτος, είναι απαύγασμα των τριών θεολογικών αρετών -της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης -, είναι η νοερή και καρδιακή έλλαμψη, που γεννιέται από τη μελέτη και τη βίωση των θείων πραγμάτων, και που μεταμορφώνει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον φίλο του Θεού και εχθρό του διαβόλου, εραστή της αρετής και αντίπαλο της κακίας. Η ευλάβεια είναι το κλειδί της θύρας του παραδείσου. Θα την αποκτήσεις, θα την καλλιεργήσεις, θα την εδραιώσεις και θα την αναπτύξεις μέσα στην καρδιά σου σιγά ­ σιγά, με συνεχή αγώνα, με τη συχνή συμμετοχή στα θεία μυστήρια, με την αδιάλειπτη προσευχή και μνήμη του Θεού, με τη μνήμη του θανάτου, με τη μελέτη των Γραφών και άλλων πνευματικών βιβλίων. Έτσι, θα εγκατασταθούν με τον καιρό μέσα σου ο φόβος και η αγάπη του Θεού, που είναι οι γεννήτορες της αληθινής και αμετάπτωτης ευλάβειας.

Η άγρυπνη προσοχή ή, όπως αλλιώς λέγεται, νήψη, δηλαδή η συνεχής πνευματική επαγρύπνηση, η επιτήρηση και ο έλεγχος νου και καρδίας, λόγων και λογισμών, πράξεων και παραλείψεων, είναι επίσης ένα βασικό θεμέλιο της πνευματικής ζωής και ένα από τα κυριότερα όπλα του χριστιανού στον πνευματικό του αγώνα

Η προσοχή ενισχύεται με την ενθύμηση και τη βίωση της παρουσίας του Θεού. Γιατί, αν νιώθεις σε κάθε στιγμή αυτό που ένιωθε ο προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε, «Έβλεπα τον Κύριο παντοτινά μπροστά μου» (Ψαλμ. 15:8), αν δηλαδή έχεις κι εσύ πάντα το Θεό μπροστά σου, όπως πράγματι είναι, τότε πώς θα τολμήσεις να δεχτείς πονηρό λογισμό, να υποκύψεις σ’ ένα πάθος, να πεις ανώφελο λόγο ή να κάνεις οποιαδήποτε πράξη που θα Tον λυπήσει;

Αλλά για να ολοκληρώσεις, με τη χάρη του Θεού, το έργο της ψυχικής σου θεραπείας, χρειάζεσαι και ανδρεία, θάρρος, αποφασιστικότητα, γενναιοφροσύνη. Όλες οι αρετές απαιτούν κόπο και αγώνα Χωρίς γενναίο φρόνημα, επομένως, δεν μπορείς να τις κατακτήσεις. Ποιο ακριβώς, όμως, είναι το έργο της ανδρείας στον πνευματικό πόλεμο;

Πρώτα – πρώτα, η ανδρεία είναι εκείνη που κυβερνάει και εξουσιάζει τις πέντε αισθήσεις, ώστε να μη μολύνεται μ’ αυτές ούτε η καρδιά σου ούτε το σώμα σου. Απεναντίας, η μαλθακότητα αφήνει τις αισθήσεις ελεύθερες να γίνονται πύλες δαιμόνων και μολυσμών, που οδηγούν στην αμαρτία.

Δεύτερον, η ανδρεία είναι επίσης που παρακινεί και δυναμώνει τον άνθρωπο στην άσκηση βίας επάνω στον εαυτό του, ώστε να νικάει τις αντιστάσεις της σάρκας, των παθών, της ραθυμίας. Χωρίς ανδρεία δεν ασκείται βία, και χωρίς βία δεν κατορθώνεται η σωτηρία. Γιατί «η βασιλεία του Θεού κερδίζεται με αγώνα, και την κατακτούν αυτοί που αγωνίζονται σκληρά» (Ματθ. 11:12). Με μόχθο θα κερδίσεις την ανάπαυση, με πόλεμο την ειρήνη, με ιδρώτα τα στεφάνια, με πόνο την ευφροσύνη, με δάκρυα την αγαλλίαση, με μίσος της αμαρτίας την αγάπη του Χριστού.

Τρίτον, η ανδρεία τρέφει και ενισχύει την υπoμoνή στις δοκιμασίες, την καρτερία στα δεινά και τους πειρασμούς, ενώ συνάμα πολεμάει το κακό με την κατά Θεόν ελπίδα. Αυτή έκανε τους μάρτυρες να υπομένουν τόσο αξιοθαύμαστα τα καμίνια και τα πυρωμέvα σίδερα, τους τροχούς και τους ξυλοδαρμούς, τους ακρωτηριασμούς και τον πικρό θάνατο. Αυτή έκανε τους οσίους να σηκώνουν το σταυρό της ασκήσεως και να υπομένουν τις άγριες δαιμονικές επιθέσεις, την πείνα, τη δίψα, τη στέρηση, «περιπλανώμενοι σε ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης» (Εβρ. 11:38). Αυτή έκανε τους ομολογητές να υπερασπίζονται άφοβα την πίστη μπροστά σε αντίθεoυς ηγεμόνες και τυράννους, μολονότι δοκίμασαν «μαστιγώσεις, ακόμα και δεσμά και φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες…» (Εβρ. 11:36-37). Τόσο μεγάλα είναι τα κατορθώματα της ανδρείας!

Μ’ αυτή τη σωτήρια αρετή, λοιπόν, θα διώξεις κι εσύ από μέσα σου τον μεγαλύτερο εχθρό σου, τη φιλαυτία. Και τότε η καρδιά σου θα κυριευθεί από τον θείο έρωτα



«ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ»

Εκδ. Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



Σας συκοφάντησαν. Δεν είστε ένοχος. Οφείλετε, ωστόσο, να υπομείνετε τη συκοφαντία μεγαλόψυχα. Και η υπομονή σας αυτή θα είναι ο κανόνας, το θεραπευτικό επιτίμιο, για παράπτωμα που διαπράξατε και για το όποιο είστε ένοχος. Μέσα στη συκοφαντία, επομένως, είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού…

Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας. Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς. Γι’ αυτό οφείλουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματά μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. H εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη.

Γνωρίζω πόσο δύσκολα υποφέρεται η συκοφαντία. Είναι λάσπη -μα λάσπη ιαματική. Υπομονή! Αργά ή γρήγορα θα λήξει η δοκιμασία. Ο Γιατρός των ψυχών θα αφαιρέσει το τσουχτερό κατάπλασμα…

Συκοφαντούσαν και τον Κύριο: «Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών». «Δαιμόνιον έχει και μαίνεται». Τι μεγάλη δόξα, να μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού!

Σηκώστε ταπεινά κι αγόγγυστα το σταυρό σας. Μη λιποψυχείτε. Αν η συνείδησή σας δεν σας κατακρίνει, μπορείτε να υψώνετε πάντα με θάρρος το βλέμμα σας στο Θεό και να στέκεστε με παρρησία μπροστά Του. Τι πιο σπουδαίο απ’ αυτό;…

Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πως σας βλέπουν οι άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση έχει βαρύτητα, ως αλάθητη. Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά-καλά ούτε τον ίδιο μας το εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον.

ΧΕΙΡΑΓΩΓΙΑ ΣΤΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ

Εκδ. Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



http://oparadeisos.wordpress.com/2012/06/18/%CE%B5%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1/#more-7682

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Ο Χριστός περιμένει να μετανοήσουμε και τότε μόνο Εκείνος μπορεί να μας σώσει

Αρχικά ας σκεφτούμε πόσες ευεργεσίες μας έχει κάνει ο Χριστός, πόσο μας αγαπά, τόσο που σταυρώθηκε για να κερδίσουμε την αιώνια ζωή.
Οι θλίψεις, οι αδικίες, οι κοροϊδίες, οι προσβολές, ο έλεγχος, η συκοφαντία,η εκμετάλλευση, οι αρρώστειες, οι οικονομικές δυσκολίες είναι δώρα του Θεού που αν τα δεχόμαστε με ευγνωμοσύνη, ταπείνωση, υπομονή, πραότητα, σιωπή τότε μοιάζουν σαν πικρά φάρμακα που μας θεραπεύουν από τα πάθη, δοκιμάζουν την πίστη μας, μας χαρίζουν στεφάνια, στολίζουν την ψυχή με αρετές και τη γεμίζουν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Ας προσευχόμαστε με ευγνωμοσύνη στο Χριστό, με αυτομεμψία, μετάνοια ζητώντας το έλεός Του, την συγχώρεση των αμαρτιών μας.
Ας προσευχόμαστε στην Παναγία, στους Αγίους, στους αγγέλους για να έχουμε τη βοήθειά τους και την προστασία τους.
Η προσευχή  θα μας βοηθήσει να αναπτύξουμε μια προσωπική σχέση με το Χριστό, θα μας φωτίσει, θα μας δυναμώσει να τον αγαπήσουμε και να προσπαθήσουμε να τον ευχαριστήσουμε υπακούοντας στις εντολές Του.
Ας έχουμε έναν διακριτικό πνευματικό που θα μας προτείνει τα κατάλληλα φάρμακα για την θεραπεία της ψυχή μας από τα πάθη και θα του κάνουμε υπακοή κόβοντας το θέλημά μας προκειμένου να ευαρεστήσουμε στο Χριστό με την καθαρότητα και την αγνότητα της ψυχής.
Σ' αυτή τη ζωή με τις αρετές που καλλιεργούμε ετοιμάζουμε την αιώνια και ουράνια κατοικία μας στη Βασιλεία των Ουρανών. Γι' αυτό ας μη σπαταλάμε το χρόνο μας με αμαρτίες γιατί η αμαρτία μας χωρίζει από το Θεό και ζούμε την κόλαση απ' αυτή τη ζωή αν δεν μετανοήσουμε και αν δεν καθαριστούμε.
Ας συμμετέχουμε συχνά στα μυστήρια της Εκκλησίας, στην εξομολόγηση, στη Θεία Κοινωνία και στις ακολουθίες γιατί βοηθούν στη θεραπεία της ψυχής και να είμαστε ενωμένοι με το Χριστό και με όλους τους ανθρώπους με την αγάπη.
Ας νηστεύουμε με διάκριση χωρίς υπερβολές για να θεραπευτούμε από τη λαιμαργία και τη γαστριμαργία.
Ας εγκρατευόμαστε από τις υλικές ηδονές για να θεραπευτούμε από τη φιληδονία και για ν' αποκτήσουμε την σωφροσύνη και την αγνότητα.
Ας αποφεύγουμε τις αφορμές της αμαρτίας και όσες διασκεδάσεις λερώνουν την ψυχή με αμαρτωλούς λογισμούς και αμαρτωλές επιθυμίες.
Ας διατηρούμε την πίστη μας καθαρή χωρίς να την ανακατεύουμε με αυτά που λέει η Νέα Εποχή
π.χ. αστρολογία, διαλογισμό, γιόγκα, εναλλακτικές θεραπείες.
Ας είμαστε φιλάνθρωποι και ας κάνουμε ελεημοσύνη όχι μόνο υλική αλλά και πνευματική συγχωρώντας όσους μας λύπησαν, συμβουλεύοντας όσους αμαρτάνουν και  προσευχόμενοι για όλους.
Ας μη λέμε ψέμματα αλλά πάντα την αλήθεια. Αν δεν μπορούμε να πούμε την αλήθεια τότε τουλάχιστον να σιωπούμε και να αποφεύγουμε να λέμε ψέματα.
Αν κάποιος μας λύπησε ας μην τον κακολογούμε και ας μην τον κατακρίνουμε στους άλλους γιατί είναι ευεργέτης μας αφού μας δίνει την ευκαιρία να αποκτήσουμε αρετές και να στεφανωθούμε από το Θεό.
Αν μας εκμεταλλεύονται ας υπομένουμε την αδικία γιατί ο Θεός θα μας ανταμοίψει.
Οι γυναίκες ας μην είμαστε προκλητικές και ξεδιάντροπες αλλά τα στολίδια μας ας είναι η σεμνότητα και η ντροπή. Οι άντρες είναι εικόνες του Θεού και δεν πρέπει να τους προκαλούμε στην αμαρτία.
Ας μη θυμώνουμε αλλά ας έχουμε πραότητα γιατί έτσι θα μοιάσουμε στο Χριστό.
Οι εκτρώσεις πρέπει να σταματήσουν γιατί είναι φόνος.
Τα αντρόγυνα ας μη χωρίζουν και ας μην κάνουν μοιχείες αλλά ας υπομένουν ο ένας τις αδυναμίες του άλλου για να φτάσουν στην αγάπη που είναι ο σκοπός του γάμου και για να πάρουν τα στεφάνια και τα δώρα του Θεού.
Οι νέοι ας μην ζουν με πορνείες αλλά με αγνότητα και αφού βρουν τον κατάλληλο σύντροφο να παντρεύονται με την ευλογία του Θεού σύντομα χωρίς προηγουμένως να συζούν γιατί αυτό είναι αμαρτία μπροστά στο Θεό και δεν οδηγεί στην αγάπη. Η πορνεία διώχνει τη χάρη του Θεού κι ο νέος δεν μπορεί να αγαπήσει ούτε να ενωθεί με τον άλλο αληθινά χωρίς τη χάρη του Θεού αλλά με την πορνεία ικανοποιεί το εγώ του και τη φιληδονία του.
Οι ομοφιλόφιλοι ας προσπαθήσουν να θεραπευτούν μέσα στην εκκλησία γιατί αυτό που έχουν είναι ανωμαλία αφού ο Θεός έπλασε τον άντρα και τη γυναίκα και ευλόγησε το γάμο. Δεν έπλασε και τρίτο φύλο δηλαδή άντρα σε σώμα γυναίκας ή γυναίκα σε σώμα άντρα.
Η χειρότερη αμαρτία είναι η υπερηφάνεια. Ας προσέχουμε τους λογισμούς που μας λένε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, ότι έχουμε αρετές γιατί θα μοιάζουμε με τους δαίμονες που χωρίστηκαν από το Θεό εξαιτίας της. Ας αγωνιζόμαστε να έχουμε την ταπείνωση του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Ας μην περηφανευόμαστε για τις καλές μας πράξεις γιατί τότε δεν έχουν καμιά αξία μπροστά στο Θεό και μόνες τους δεν μπορούν να μας σώσουν. Μόνο το έλεος του Χριστού μπορεί να μας σώσει αν είμαστε ταπεινοί και αν μετανοούμε συνεχώς και αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας και την αδυναμία μας. Γι' αυτό να ζητάμε συνέχεια το έλεος του Θεού. 
Ας προσέχουμε την κενοδοξία και ας μην επιζητούμε τη δόξα των ανθρώπων και να γίνουμε αρεστοί σε όλους αλλά τη δόξα του Θεού και να είμαστε ευάρεστοι στο Θεό.
Ας έχουμε νήψη στους λογισμούς και να τους λέμε στον πνευματικό μας παίρνοντας απ' αυτόν άδεια για το καθετί που σκεφτόμαστε να κάνουμε γιατί οι δαίμονες στήνουν πολλές παγίδες και μόνο με την υπακοή και την ταπείνωση θα ξεφύγουμε απ' αυτές.  
Ας ξυπνήσουμε λοιπόν και ας μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας και τα πάθη μας γιατί ο καιρός περνά και έρχεται ο θάνατος κι εμείς δε θα προλάβουμε να βρεθούμε καθαροί και ντυμένοι με τις αρετές μπροστά στο Θεό. Οι αμαρτίες και τα πάθη θα μας βασανίζουν στην άλλη ζωή γιατί θα είμαστε χωρισμένοι από το Θεό, χωρίς τη χάρη Του, θα παρουσιαστούμε γυμνοί μπροστά στο Θεό, βρώμικοι, άσχημοι και έχοντας δώσει δικαιώματα στους δαίμονες θα έχουν εξουσία να μας πάρουν μαζί τους στην κόλαση και στις αιώνιες τιμωρίες που θα βασανίζουν αυτούς που χωρίστηκαν από το Θεό με την αμαρτία και την αμετανοησία και στερούνται της χάριτός Του. Η καθαρότητα της ψυχής που είναι γεμάτη με τη χάρη του Θεού θα βοηθήσει την ψυχή να βλέπει και να απολαμβάνει το Θεό σα φως.


Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Ὅσιος Γαβριήλ περί ἐσχάτων καί Ἀντιχρίστου

Όσιος Γαβριήλ ο δια Χριστόν σαλός


ΔΙΔΑΧΗ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ



Στα χρόνια του Αντιχρίστου οι άνθρωποι θα περιμένουν τη σωτηρία από το Διάστημα. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο τέχνασμα του διαβόλου. Η ανθρωπότητα θα ζητεί βοήθεια από τους εξωγήινους, χωρίς να γνωρίζει ότι αυτοί στην πραγματικότητα είναι δαίμονες.



*****



Ο Γέροντας Γαβριήλ ο δια Χριστόν σαλός (1929-1995), πλήρης Χάριτος και αγιοπνευματικών χαρισμάτων, απολάμβανε μεγάλου σεβασμού στη Γεωργία. Μαρτυρίες για την αγιότητα του δίνουν σε ένα μικρό βιβλίο Μητροπολίτες, ηγούμενοι, ηγουμένισσες, μοναχοί, ιερείς και λαικοί. Ο Γέροντας ήταν ασυμβίβαστος με κάθε αντίχριστη πολιτική και πρακτική.



Την πρωτομαγιά του 1965 έκαψε ένα 12μετρο πορτραίτο του Λένιν πού κρεμόταν στο κτίριο του ανωτάτου Σοβιέτ στην Τυφλίδα, πρωτεύουσα της Γεωργίας. Συνελήφθη από την Κα-Γκε-Μπε. Στην ερώτηση του ανακριτού γιατί το έκανε απάντησε: «Το έκανα γιατί δεν είναι δυνατόν να λατρεύουμε ένα άνθρωπο. Εκεί, στην θέση του πορτραίτου του Λένιν, πρέπει να κρεμάσετε την εικόνα της Σταυρώσεως του Χριστού. Γιατί γράφετε ‘Δόξα στον Λένιν’; Πρέπει να γράψετε: Δόξα στον Κύριο Ιησού Χριστό». Μετά από αυτό τον έκλεισαν σε ψυχιατρική κλινική, όπου διέγνωσαν σχιζοφρένεια!!!

Παραθέτουμε στην συνέχεια μερικές από τις νουθεσίες του Γέροντος προς τα πνευματικά του τέκνα περί των εσχάτων και του Αντιχρίστου.



Δίδασκε ο Γέροντας: στους εσχάτους καιρούς τους ανθρώπους θα τους σώσουν η αγάπη, η ταπείνωση και η καλωσύνη. Η καλωσύνη ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου, η ταπείνωση οδηγεί μέσα σ’ αυτόν, αλλά η αγάπη εμφανίζει τον Θεό.



Όλους, όσοι πήγαιναν σ’ αυτόν για ευλογία, τους παρακαλούσε κλαίγοντας: να κάνετε το καλό για να σας σώσει η καλωσύνη σας. Η γη κατά το ήμισυ έγινε Άδης. Ο Αντίχριστος στέκεται στην πόρτα και δεν τη χτυπά απλώς, αλλά ορμά μέσα. Εσείς θα τον δείτε τον Αντίχριστο. Θα προσπαθήσει να βασιλεύσει σε όλον τον πλανήτη. Παντού θα γίνονται διωγμοί… μη μένετε χώρια. Κρατηθείτε μαζί, δέκα-δεκαπέντε μαζί. Βοηθείτε ο ένας τον άλλον.



Στους εσχάτους χρόνους να μην κοιτάτε τον ουρανό. Μπορεί να πλανηθείτε από τα ψευδοσημεία που θα παρουσιάζονται εκεί. Θα εξαπατηθείτε και θα απολεσθείτε…



Θα βάλουν το χάραγμα του Αντιχρίστου στο χέρι και στο μέτωπο. Τα διάφορα προιόντα δεν μπορούν να σας προκαλέσουν βλάβη. Έστω κι’ αν βάζουν σ’ αυτά τον αριθμό του Αντιχρίστου, αυτό δεν είναι ακόμη το χάραγμα. Πρέπει να λέτε το ‘Πάτερ ημών’, να κάνετε τον Σταυρό σας και η τροφή σας θα αγιάζεται. Στα χρόνια του Αντιχρίστου οι άνθρωποι θα περιμένουν τη σωτηρία από το Διάστημα. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο τέχνασμα του διαβόλου. Η ανθρωπότητα θα ζητεί βοήθεια από τους εξωγήινους, χωρίς να γνωρίζει ότι αυτοί στην πραγματικότητα είναι δαίμονες.



Ρώτησαν τον Στάρετς αν μπορεί κανείς να κλέψει τροφή, όταν δε θα μπορεί να την αγοράσει. Απάντησε έτσι: «Αν κλέψεις, θα παραβείς μία από τις δέκα εντολές. Όποιος ενεργεί έτσι, ακόμη και έτσι δέχεται τον Αντίχριστο. Ο πιστός άνθρωπος πρέπει να ελπίζει στο Θεό. Ο Κύριος στους έσχατους χρόνους θα ενεργεί τέτοια θαύματα, ώστε ένα φυλλαράκι από το δένδρο θα φθάνει για τροφή ενός μηνός. Στ’ αλήθεια. Ο πιστός άνθρωπος θα σταυρώνει τη γη, και εκείνη θα του δίνει ψωμί. Αν βιάσουν ένα κορίτσι, το διακορεύσουν χωρίς τη θέληση του, αυτό ενώπιον του Θεού θα παραμείνει παρθένος. Ετσι θα γίνει και με το χάραγμα του Αντιχρίστου. Αν δώσουν το χάραγμα ενάντια στη θέληση του ανθρώπου, αυτό δεν θα ενεργεί επάνω του. Στο Ευαγγέλιο είναι γραμμένο ότι παντού θα γίνονται διωγμοί αλλά και θλίψη σε όποιον προδίδει το Ευαγγέλιο. Θα έρθει καιρός που θα είναι απαραίτητο να φύγετε στα βουνά, μόνο να μην το κάνετε ένας-ένας.



Ομαδικά να φεύγετε στα βουνά και στα δάση. Για τους πιστούς χριστιανούς η μεγαλύτερη θλίψη θα είναι ότι αυτοί θα φεύγουν στο δάσος, αλλά οι κοντινοί τους άνθρωποι θα δέχονται το χάραγμα του Αντιχρίστου. Στους εσχάτους καιρούς οι οπαδοί του Αντιχρίστου θα πηγαίνουν στην εκκλησία, θα βαπτίζονται, θα κηρύττουν για τις ευαγγελικές εντολές. Όμως μην τους πιστεύετε. Αυτοί δεν θα έχουν τα καλά έργα. Μόνο με τα καλά έργα μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τον αληθινό Χριστιανό».



Πηγή: ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ, Τριμηνιαία Έκδοση Ορθοδόξου Διδαχής – Μάρτιος 2012



http://www.impantokratoros.gr/7D9532E0.el.aspx

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Φοβίες- Ἡ θεραπευτική τοῦ φόβου: Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ (Jean Claude Larchet)

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ(Jean Claude Larchet)


Ο φόβος και οι καταστάσεις που συνδέονται ενδεχομένως μ’ αυτόν, όπως η δειλία, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, η φο­βία, έχουν ουσιαστική σχέση, όπως είδαμε, με την προσκόλ­ληση στα αισθητά αγαθά. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να θερα­πευτεί ο άνθρωπος απ’ αυτόν παρά μόνο αν (απο)χωριστεί από τον κόσμο τούτο (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες), αν αποθέσει όλη του τη μέριμνα στο Θεό, με σταθερή την ελπίδα, ότι μέσω της Πρόνοιάς Του, θα φροντίσει για όλες του τις ανάγκες.

Αυτό διδάσκει και ο ίδιος ο Χριστός: «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταύτα τα έθνη επιζη­τεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. Μή ουν μερμνήσητε εις την αύριον» (Ματθ. 6, 31-34). Στην ίδια προοπτική ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει: «Εάν πιστεύης, ότι ο Θεός πρόνοιάν σου ποιήται, τί μεριμνάς και φροντίζεις περί προσκαίρων, και των της σαρκός σου χρειών; [...]. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και Αυτός σε διαθρέψει. Και ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι», «έγγισον, φησίν, εις το ελπίσας εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου».Η έλλειψη πίστης είναι, όπως είδαμε, η πρώτη πηγή του φόβου· αυτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ανθρώπου κατά το μέτρο της πίστης του στο Θεό. Ο Ευάγριος παρατηρεί: «Πίστις ουκ εκκλίνουσα, [...] υποψίαν φό­βου ου δέχεται» (Κεφάλαια γνωστικά). Όποιος έχει ακλόνητη πίστη στο Θεό και την Πρόνοιά Του είναι βέβαιο ότι θα λάβει απ’ Αυτόν σε κά­θε περίσταση βοήθεια και προστασία και δεν πρέπει πλέον να φοβάται ούτε τις συγκυρίες ούτε τους αντιπάλους ούτε ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο. Ο Απόστολος Παύλος υπεν­θυμίζει ότι «Αυτός γαρ είρηκεν· ου μη σε ανώ ουδ’ ου μη σε εγκαταλίπω» και ότι «θαρρούντας ημάς λέγειν· Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι» (Εβρ. 13, 5-6). Ο Ψαλμωδός σημειώνει: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου· τίνα φοβη­θήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου· από τίνος δειλιάσω; [...]. Εάν παρατάξηται επ’ εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η καρδία μου» (Ψαλμ. 26, 1.3). «Εάν πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει» (Ψαλμ. 22,4). Και οι Παροιμίαι αναφέρουν: «Και ου φοβηθήση πτόησιν επελθούσαν, ουδέ ορμάς ασεβών επερχομένας· ο γαρ Κύριος έσται επί πασών οδών σου και ερείσει σόν πόδα, ίνα μη σαλευθής».



Μόνη της η πίστη δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο από το φόβο· ο Θεός είναι εκείνος που απαντώντας στην πίστη του, του προσφέρει τη βοήθειά Του και την αρωγή Του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ο Αγιος Ισαάκ Σύρος γράφει: «Εάν η καρδία γαλήνη μη έχη από του φόβου και τρόμου, τήνικαύτα νοείτω, και γινωσκέτω, ότι ούτος ο φόβος της καρδίας αυτού δηλοί, και εμφαίνει, ότι ενδεής εστι πάντως ετέρου τινός βοηθούντος. [...] Η γαρ του Θεού βοήθεια, φησίν, εστιν η σώζουσα».



Ο άνθρωπος οφείλει να ζητήσει τη βοήθεια τούτη μέσω της προσευχής, με την πίστη ότι ο Θεός μπορεί να του την πα­ράσχει και με την ελπίδα ότι θα του την προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο δραστικό και αποτελεσματικό φάρ­μακο είναι η «προσευχή του Ιησού» που στρέφεται εναντίον του φόβου και όλων των συγγενών παθών (δειλίας, τρόμου, άγχους, αγωνίας). Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης συμβουλεύει: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους· ου γαρ εστιν εν τω ουρανώ και επί της γης ισχυρότερον όπλον. Απαλλαγείς της νό­σου, [Σ.τ.μ.: Του φόβου και της δειλίας] ανύμνει τον λυτρωσάμενον· ευχαριστούμεος γαρ, εις αιώνας σκεπάσει σε» (Κλίμαξ). Και ο Ευάγριος παρατηρεί: «Ψόφους μεν και κτύπους και φωνάς και οικισμούς [Σ.τ.μ.: Προσβολές, βλάβες, βασανι­σμοί] εκ δαιμόνων ακούσεται ο καθαράς επιμελούμενος προσευχής, αλλ’ ου συμπετείται [Σ.τ.μ.: Δεν θα πετάξει μαζί δηλ. δεν θα συμπορευτεί με τις προκλήσεις των δαιμόνων], ουδέ προδώσει τον λογισμόν λέγων προς τον Θεόν: “Ου φο­βηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει”, και τα όμοια» (Περί προσευχής). Ο ίδιος επιπλέον διαπιστώνει: «Ούτινος ο νους δια παντός προς τον Κύριόν εστι και ο ζήλος αυτού της μνήμης πλήρης και η επι­θυμία αυτού όλη προς Αυτόν εκτείνεται, τούτω το τους έξω των σωμάτων ημών περιφερομένους πολεμίους ανυποτά­κτους όντος ου φοβείσθαι εγγύς εστί» (Κεφάλαια γνωστικά). Η καρδιακή προσευχή δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος με το Θεό και ν’ αποκομίζει διαρκώς οφέλη από τη βοήθειά Του· οπότε πλέον καμιά αιτία φόβου δεν μπορεί να τον αιφνιδιάζει. «Είπεν γέρων: “Καθεύδοντός σου ή εγειρομένου, ή άλλο τι ποιούντος, εάν η ο Θεός προ οφθαλμών σου, εν ουδενί δύναταί σε ο εχθρός εκφοβήσαι, εάν δε ο λογισμός ούτος εμμείνη εν τω Θεώ, και η δύναμις του Θεού μενεί εν αυτώ» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι). Όσο μάλιστα η προ­σευχή του είναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ο άνθρω­πος το φόβο. Γράφει ο Αγιος Βαρσανούφιος: «Το σημείον δε, ότι ήψατο αυτού, [εστίν] ότι ουκ έτι ταράσσεται εάν πειράση αυτόν όλος ο κόσμος». [Σ.τ.μ.: Εάν συγκρουστεί]. Η εξαφάνιση του φόβου και των συναφών παθών προκύπτει στην περίπτωση τούτη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρου­σίας της θείας δύναμης στον άνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή. Είναι δυνατόν όμως ο άνθρωπος να λυτρωθεί από τα πάθη του και με κάποια ειδική προσευχή. Γράφει σχετικά ο Αγιος Ιωάννης ο Ερημίτης ότι με το αίτημα που διατυπώ­νουμε στο Χριστό μπορούμε να πάρουμε δύναμη βοήθεια για (ν’ αντιμετωπίσουμε) όλες τις αγωνίες και τους φόβους μας. Ένα απόφθεγμα αναφέρει ότι «ηρώτησέ τις τον αββάν Θεόδωρον: “Εάν άφνω γένηταί τις πτώσις, και συ φοβή αββά”; Λέγει αυτώ ο γέρων: “Εάν κολληθή [Σ.τ.μ.: Απόδειξη ότι ισχύουν και έχουν γίνει κατανοητά αυτά, που αναφέρει πα­ραπάνω ο Αγιος Βαρσανούφιος είναι η αταραξία του αν­θρώπου έναντι κάθε πειρασμού, δοκιμασίας και επίθεσης από μέρους του κόσμου. Και γράφει αμέσως πριν ο Αγιος: «Οδηγεί εις [την τελείαν ευχήν] τον άνθρωπον [...], το έχειν τον νουν τω Θεώ παριστάμενον και λαλούντα αυτώ. Επιγινώσκεται δε η ευχή, όταν απαλλάσσηται ρεμβασμού και βλέπη ότι ευφραίνεται ο νους φωτισθείς εν Κυρίω» (Επιστο­λή, 79). Γίνεται κατανοητή λοιπόν από την παράθεση όλου του χωρίου, η αντίστροφα ανάλογη σχέση της τέλειας προ­σευχής και του φόβου) ο ουρανός τη γη, Θεόδωρος ου φοβείται”. Ην γαρ δεηθείς του Θεού, ίνα αρθή απ’ αυτού η δει­λία» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Θεόδωρος ο της Φέρμης).



Αντίστοιχα, η θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την απάρνηση του ιδίου θελήματος εκ μέρους του ανθρώπου και την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Έτσι σ’ ένα αδελφό που ρωτάει: «πώς δύναμαι σωθήναι εις τον καιρόν τούτον, ότι λο­γισμός δειλίας ανέβη εις την καρδίαν μου;» ο Αγιος Βαρσα­νούφιος απαντά: «Κατά πάντα καιρόν εάν δύνηται ο άνθρω­πος κόπτειν το εαυτού θέλημα εν πάσι, και έχειν ταπεινήν καρδίαν [...], δύναται σωθήναι χάριτι Θεού· και όπου εάν η, ου κατακυριεύει αυτού η δειλία». Ο φόβος, όπως είδαμε, συνδέεται με την υπερηφανία· όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συγκεκριμένο πάθος. Για να καταφέρει να το νικήσει με τη δύ­ναμη του Θεού, για να πάρει τη δύναμη αυτή και να την κρα­τήσει, ο άνθρωπος οφείλει ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του, ν’ αναγνωρίσει την ανεπάρκειά του, αλλιώς η ενέργεια του Θε­ού δεν θα μπορέσει να βρεί πεδίο δράσης μέσα του. Ο Αγιος Ισαάκ συνιστά σ’ όποιον θέλει ν’ απαλλαγεί από το φόβο να προσεύχεται κυρίως για την απόκτηση της ταπείνωσης: «Όσον [τις τας ευχάς] πληθύνει, ταπεινούται η καρδία [...]. Όταν δε ταπεινωθή ο άνθρωπος, παραυτίκα κυκλοί αυτόν το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδία της θείας βοηθείας. Διό­τι ευρίσκει δύναμίν τινα πεποιθήσεως κινουμένην εν αυτή».



Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να νικήσει το φόβο και με την αγάπη, η οποία τον εκδιώκει, σύμφωνα με το λόγο του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιωάν. 4, 18). Μετά τη διαπίστωση ότι «κατά το μέτρον της ελλείψεως [της αγά­πης], ενυπάρχει φόβος», ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδά­σκει σε συμφωνία με τον Αγιο Ιωάννη ότι «ο φόβου χωρίς, αγάπης πεπλήρωται» (Κλίμαξ). Αυτό έχει εφαρμογή στην αγάπη προς τον πλησίον: όποιος αγαπά τον αδελφό του δεν τον φοβάται πλέον. Αφορά όμως ουσιαστικότερα την προς τον Θεό αγάπη που αποκλείει όλες τις μορφές του εγκόσμιου φό­βου και ιδιαίτερα το φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Μέσω της αγάπης του Θεού, ο άνθρω­πος δέχεται «δύναμιν τινά πεποιθήσεως», που νικά κάθε φό­βο (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ενώνεται μ’ Αυτόν στον Οποίο υποτάσσονται τα πάντα και τίποτε δεν μπορεί να τον βλάψει (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Από τώρα και στο εξής, με την αγάπη, ο άνθρωπος ζει, σε στενή σχέση με το Θεό, απομακρυσμένος απ’ όλα τα γήϊνα, τα εξωτερικά ή τα εσωτερικά, – που μπορεί να υποδαυλίσουν το φόβο -, και απολαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, τα οποία δεν είναι δυνα­τόν να του τα λεηλατήσει ή να του αφαρπάσει κάποιος. Ο Αγιος Βαρσανούφιος παρατηρεί: «Όσον ει μετά των ανθρώπων προσδόκησον θλίψεις και κινδύνους και προσβολήν των νοητών ανέμων, όταν δε φθάσης εις τα ητοιμασμένα σοι, τότε άφοβος έση».



Πρέπει να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι αν ο άνθρωπος οφείλει να τείνει στη θεραπεία του πάθους του φόβου, δεν πρέπει πάντως ν’ απορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «ουχ ο πας φόβος πάθος» (ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς). Υπάρχει, όπως είδαμε, ο ενάρετος φόβος, τον οποίο ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ως μέσο σωτηρίας, και τον οποίο οι Πατέρες ονομάζουν για το λόγο τούτο «σωτήριον φόβον»· χρησιμοποιούν ακόμη και άλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ο συγκεκριμένος φόβος συνι­στά αυτό που η ασκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θε­ού». Ο φόβος-πάθος πρέπει να εξαφανίζεται και να παρα­χωρεί τη θέση του στον ενάρετο φόβο. Και οι δύο μορφές του θεμελιώνονται πραγματικά στην ίδια φυσική τάση του ανθρώπου να φοβάται [Στοιχείο που επιτρέπει σε πολλούς Πατέρες να συμβουλεύουν: «Φοβηθώμεν τον Κύριον ως τα θηρία». Η διατύπωση αυτή χρησιμοποιείται ιδιαί­τερα από δύο από τους μεγαλύτερους δασκάλους της άσκησης: τους Αγίους Μακάριο Αιγύπτιο (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, Αιθίο­πες Πατέρες) και Ιωάννη Σιναΐτη (Κλίμαξ). Βλ. επίσης: ΑΠΟΦΘΕΓ­ΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, ελληνική συλλογή]. Στην πρώτη περίπτωση όμως ανα­φέρεται σ’ αυτό τον κόσμο, αντί ν’ αναφέρεται στο Θεό, σύμ­φωνα με την επιθυμία της ίδια της φύσης του. Εναπόκειται στον άνθρωπο να τη μεταστρέψει και να την κατευθύνει και πάλι προς το Θεό. Οι δύο φόβοι αποκλείουν ο ένας τον άλλο, επειδή θεμελιώνονται στην ίδια ροπή: ο φόβος-πάθος απο­βάλλει το φόβο του Θεού και ο τελευταίος, όταν ο άνθρωπος τον αποκτά, αποβάλλει τον πρώτο. Να γιατί ένα από τα κύρια φάρμακα του φόβου-πάθους είναι ο φόβος του Θεού που, όταν βαθμιαία αυξάνει στον άνθρωπο, περιορίζει το πάθος καταλαμβάνοντας τη θέση του. Έτσι ο Σειραχίδης διαπιστώ­νει: «Ο φοβούμενος Κύριον ουδέν ευλαβηθήσεται ου μη δειλιάση» (Σοφ. Σειρ. 34, 14). Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης [Σημ.: Στη συνάφεια αυτή, ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης χαρα­κτηρίζει ως «άφοβον φόβον» την «τελείαν του θανάτου αίσθησιν», που εκτοπίζει κάθε άλλο φόβο από τον άνθρωπο], υπενθυμίζοντας το φόβο του Θεού γράφει ότι ο φόβος τούτος αποβάλλει κάθε άλλο φόβο (Κλίμαξ). Ο ίδιος παρατηρεί επι­πλέον: «Ο δούλος Κυρίου γενόμενος τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προ­σευχής). Ο Αββάς Σεραπίων επισημαίνει ότι «ο άνθρωπος, εάν [...] προσέχη ενώπιον [του Θεού] εν φόβω πάση ώρα, ουδέν του εχθρού δύναται αυτόν εκφοβήσαι» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Σεραπίων). Από την πλευρά του ο Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διαπιστώνει: «Ο φοβούμενος τον Θεόν δαιμόνων ορμάς ου φοβείται ουδέ τας ασθενείς εφόδους αυτών αλλ’ ουδέ ανθρώπων πονηράς απειλάς» (Κεφάλαια διάφορα).



Ο φόβος του Θεού είναι δυνατόν να θεωρηθεί θεμελιώ­δης αρετή από πολλές επόψεις. Στην Αγία Γραφή συναντάμε συχνές νύξεις για την αρετή αυτή (Για την Καινή Διαθήκη, βλ.: Λουκ. 18,2.4· 23,40. Πράξ. 9,31· 10,2.22· 13,16.26. Ρωμ. 3,18. Β’ Κορ. 5,11-7,1. Εφεσ. 5,21. Φιλιπ. 2,12. Α’ Πέτρ. 1,17-2,17. Αποκ. 14,7· 15,4· 19,5), οι Πατέρες πάλι παρου­σιάζουν ως προϋπόθεση σωτηρίας το να τη διαθέτει ο άνθρωπος (Βλ. για παράδειγμα, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλ­λογή, Ευπρέπιος). Ο Αγιος Κασσιανός γράφει ότι αρχή της σωτη­ρίας μας και της σοφίας μας αποτελεί, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, «ο φόβος του Κυρίου». Και ο Αγιος Βαρσανούφιος αναφέρει: «Εάν μη έργοις φανερώσωμεν την μνήμην του φό­βου του Θεού και την εκ ταύτης κατάνυξιν, κατακρινόμεθα». Από την πλευρά του, ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος βεβαιώνει: «Αρ­χή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού».



Αντίστοιχες προς τις δύο βαθμίδες της αρετής αυτής (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) είναι και οι δύο μορφές του φόβου του Θεού (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδα­σκαλία):



α) Η πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο της θείας κρίσης, τόσο της παρούσας (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) όσο και της μέλλουσας [ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ηλίας: «Εγώ τρία πράγματα φοβούμαι: όταν μέλλη η ψυχή μου εξελθείν από του σώματος, και όταν μέλλω τω Θεώ απαντήσαι, και όταν μέλλη η απόφασις εξελθείν κατ' εμού»] και των βασά­νων που είναι δυνατόν να προκύψουν από αυτή (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκα­λία, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Ασμα ασμάτων, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙ­ΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Περιγρά­φεται συχνά από τους Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Δείξαμε αλλού ότι με τον όρο αυτό δεν πρέπει να κα­τανοείται η τιμωρία / ποινή που ένας εκδικητής και άσπλα­χνος Θεός θα επέβαλλε σ’ όσους παραβαίνουν το νόμο Του, αλλά οι εσωτερικές οδύνες που συνδέονται με τη διακοπή της κοινωνίας με το Θεό και με τη στέρηση των θείων αγαθών. Ο ίδιος ο άνθρωπος καταδικάζει τον εαυτό του, με την αμαρτία, στα βάσανα αυτά· η θεία κρίση απλώς αποκαλύπτει το εύρος της αμαρτίας (Βλ. σχετικά ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Παιδαγωγός, ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αιρέσεων).



Η πρώτη αυτή μορφή είναι ο «εισαγωγικός φόβος», που χαρακτηρίζει τους αρχάριους (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία, ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος). Για το λόγο αυτό, έχει γραφεί: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10· πρβλ. Παροιμ. 1, 7 9,10).

Οι Πατέρες αναφέρουν ότι τρεις αιτίες είναι δυνατόν ν’ αποστρέψουν τον άνθρωπο από το πονηρό και να τον ενώ­σουν με το Θεό: ο φόβος της τιμωρίας, η ελπίδα των μελλό­ντων αγαθών και η αγάπη προς το Θεό (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία). Οι δύο πρώτες απο­τελούν ιδιότητα των ανθρώπων που αναζητούν την πρόοδο, [Σ.τ.μ.: Στον πνευματικό αγώνα] χαρακτηρίζουν ακόμη και τους δούλους (πρβλ. Γαλ. 4, 1). Η τρίτη είναι ίδιον του Θεού και όσων έχουν φθάσει στην ομοίωσή Του· χαρακτηρίζει τους τελείους στους οποίους συγκαταλέγονται όχι πλέον οι δούλοι Του, αλλά οι φίλοι Του και οι υιοί Του (πρβλ. Γαλ. 4, 7). Γράφει ο Αγιος Ιωάννης ο Κασσιανός: Αν λοιπόν κά­ποιος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας από την πρώτη βαθμίδα, αυτή του φόβου, όντας κυριολεκτικά δουλοπρεπής, [...] θ’ ανέλθει προοδεύοντας συνεχώς μέχρι τις υψη­λότερες οδούς της ελπίδας και κατόπιν από εκεί στην τρίτη βαθμίδα, αυτή της αγάπης [...]. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με ζήλο ν’ ανέβουμε από το φόβο στην ελπίδα και από την ελπίδα στην αγάπη του Θεού και των αρετών.



Βλέπουμε ότι όταν οι Πατέρες επιβεβαιώνουν ότι η πρώτη μορφή του φόβου χαρακτηρίζει τους αρχάριους, εννοούν όσους δεν έχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα και δεν είναι ακόμη υγιείς. Επομένως τούτο το φόβο, ακόμη και όσοι έχουν προχωρήσει πνευματικά είναι δυνατόν και οφείλουν να τον δοκιμάζουν (Ο Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΉΣ το επιβεβαιώνει συχνά και με ζωντανή ορολογία. Βλ. Κλίμαξ). Χωρίς δισταγμό, ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει προς τους μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος της καταστάσεως ημών εστίν» (Διδασκαλία).



Ωστόσο, ο φόβος αυτός καλείται να καταργηθεί και να ξεπεραστεί στο πλήρωμα της αγάπης, όπως διδάσκει ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη» (Α’ Ιωάν. 14, 18). Στη συνέχεια ο Αγιος Μάξιμος γράφει: «Τον πρώτον φόβον έξω βάλλει η τελεία αγάπη της ψυχής της κε­κτημένης αυτήν, μηκέτι την κόλασιν φοβουμένην» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, Πρβλ. ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Έτσι ο Μέγας Αντώνιος μπορεί να λέγει: «Εγώ ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, αλλ’ αγαπώ α[Α]υτόν. Η γαρ αγάπη έξω βάλλει τόν φόβον» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Αντώνιος).



Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο με την τέλεια αγάπη, όπως υπογραμμίζουν σκόπιμα ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης και οι Πατέρες, οδηγεί το φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Και τελικά στην εξαφάνιση]. Όσο ο άνθρωπος δεν καθαρί­ζεται εντελώς από τα πάθη του, δεν αποκτά την απάθεια και δεν φθάνει στο πλήρωμα της αγάπης, ο φόβος διατηρεί το λό­γο της ύπαρξής του και αποδεικνύεται χρήσιμος. Ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει με σαφήνεια: «Ο μεν φόβος των έτι καθαριζομένων εστί δικαίων μετά μεσότητος αγάπης· η δε τελεία αγάπη των ήδη καθαρισθέντων, εν οις ουκ έστι φό­βος· “η γαρ τελεία αγάπη”, φησίν [η Γραφή], “έξω βάλλει τον φόβον” (Α’ Ιωάν. 4, 18). [...]. Δια τούτο πη μεν λέγει η Γρα­φή, “φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού” (Ψαλμ. 33, 10)· πη δε, “αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού” (Ψαλμ. 30, 24)· ίνα μάθωμεν σαφώς, ότι των μεν έτι καθαριζομένων δικαίων εστίν ο φόβος του Θεού, μετά μεσότητος, ως είρηται, αγάπης· των δε καθαρισθέντων η τελεία αγάπη. Εν οις ουκ έστιν έτι έννοια φόβου τινός, αλλ’ έκκαυσις άπαυστος και κόλλησις της ψυχής προς τον Θεόν, δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος» (Λόγος ασκητικός).



Όσο η αγάπη δεν έχει φτάσει στην τελείωσή της, ο φόβος έχει λόγο ύπαρξης: συμβάλλει κατά μεγάλο μέρος στην κά­θαρση του ανθρώπου και στην εν συνεχεία απόκτηση της απάθειας, η οποία προϋποθέτει την τελείωση τούτη. Τούτο συμβαίνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο φό­βο (η απόκτησή του εξάλλου αφεαυτής συνεπάγεται την κά­θαρση σε κάποιο βαθμό), ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να φτάσει στην τέλεια αγάπη. Κατηγορηματική είναι η διαβε­βαίωση του Αγίου Ισαάκ, που εντοπίζει ιδιαίτερα στο φόβο το δείκτη και τον οδηγό της μετάνοιας, το κυριότερο όργανο της κάθαρσης της ψυχής: «Ώσπερ ου δυνατόν εστι περάσαι την θάλασσαν την μεγάλην χωρίς πλοίου και καράβου, ούτως ου δύναταί τις περάσαι χωρίς φόβου προς την αγάπην. Την θάλασσαν την οζομένην την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας παρελθείν δυνάμεθα της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου. Εάν δε οι κωπηλάται ούτοι του φόβου ου κυβερνώσι το πλοίον τούτο της μετανοίας, δι’ ης διερχόμεθα την θάλασσαν του κόσμου τούτου προς τον Θεόν, καταποντιζόμεθα εν τη οζομένη θαλάσση· η μετάνοια εστί το πλοίον· ο φόβος δε, ο κυβερνήτης αυτού, η αγάπη, ο λιμήν ο θεϊκός». Από την πλευρά του ο Αγιος Μάξιμος σημειώνει ότι «δια [τον φόβον] [...] η απά­θεια, εξ ής η αγάπη, κατά τάξιν ημίν εγγίνεται» (Αγάπης εκατοντάς). Και ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει σχετικά, ακόμη σαφέστε­ρα: «Ουδείς δύναται μη πρότερον φοβηθείς τον Θεόν εν αισθήσει καρδίας, αγαπήσαι αυτόν εν όλη καρδία· δια γαρ της ενεργείας του φόβου αγνιζομένη και απαλυνομένη ώσπερ η ψυχή, εις αγάπην ενεργουμένην έρχεται· ουκ αν δε τις εις φόβον έλθη Θεού τω ειρημένω τρόπω, ει μη πασών των βιοτικών έξω γένηται φροντίδων. Ότε γαρ εν ησυχία πολλή και αμεριμνία γένηται ο νους, τότε αυτώ οχλεί ο φόβος του Θεού, καθαρίζων αυτόν εν αισθήσει πολλή από πάσης της γεώδους παχύτητος· ιν’ ούτως αυτόν εις πολλήν αγάπην αγάγη της αγαθότητος του Θεού» (Λόγος ασκητικός). Και καταλήγει στο συ­μπέρασμα: «Έστω ουν ημίν εις καύχημα καυχημάτων άπαυστον, πρώτον μεν ο φόβος του Θεού· λοιπόν δε η αγάπη το πλήρωμα του νόμου της εν Χριστώ τελειότητος» (Λόγος ασκητικός).



Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπογραμμίζει πάλι τον κα­θοριστικής σημασίας παιδευτικό και καθαρτικό ρόλο του φόβου και εντοπίζει σ’ αυτόν την αρχή και την προϋπόθεση της προσέγγισης στην αγάπη και επομένως στην ίδια τη θεω­ρία του Θεού: «Της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας [...], αρχή μεν [εστιν] ο φόβος του Θεού (πρβλ. Παροιμ. 1, 7), παρ’ ού δέησις [...] συνεχής προς τον Θεόν γεννάται εν τη κατανύξει και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή. Δια τούτων δε καταλλαγής γεγονυίας προς Θεόν, ο φόβος εις αγάπην με­ταβάλλει και το της ευχής οδυνηρόν εις τερπνόν μετενεχθέν του φωτισμού το άνθος ανατέλλει» (Τριάδες). Ο Αγιος Ισαάκ ο Σύ­ρος διδάσκει ότι ο φόβος είναι η αναγκαία και ικανή προϋ­πόθεση της τελειότητας του ενάρετου βίου, της αγάπης και της γνώσης του Θεού και συνεπώς η πνευματική οδός που «υποχρεώνονται» ν’ ακολουθήσουν όσοι θέλουν να καταφέρουν το στόχο: «Η πνευματική γνώσις δευτέρα εστί τη φύσει της εργασίας των αρετών. Προηγείται δε αμφοτέρων ο φό­βος και η αγάπη, και πάλιν προηγείται της αγάπης ο φόβος. Πας τις αναιδώς λέγων, ότι δυνατόν κτήσασθαι τας τελευταί­ας προ της των πρώτων εργασίας, πρώτον ανενδοιάστως θεμέλιον απωλείας τη εαυτού ψυχή τέθεικεν. Αυτή γαρ εστίν η οδός του Κυρίου. Ότι αύται [Σ.τ.μ.: Η εργασία των αρετών και η πνευματική γνώση] υπ’ εκείνων [Σ.τ.μ.: Το φόβο και την αγάπη] γεννώνται».



β) Η δεύτερη μορφή του φόβου είναι σύμφυτη με την τέ­λεια αγάπη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). Απορρέει από την αγάπη του Θεού, ενώ το πρώτο είδος του φόβου εκτοπίζεται από αυτή. Είναι ο φόβος της αποκοπής ή της απομάκρυνσης από το Θεό, ο φόβος της στέρησης της «δια την αγάπην παρρησίας». Όπως προσ­διορίζει ακριβέστατα ο Κλήμης Αλεξανδρέας «φοβείται τις ου τον Θεόν, αλλά το αποπεσείν του Θεού» (Στρωματείς). «Ούτός εστιν», εξηγεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης, «ο έχων την αληθινήν αγά­πην, ην λέγει ο Αγιος [Σ.τ.μ.: Ο Απόστολος και Ευαγγελι­στής Ιωάννης (Α' Ιωάν. 4, 18)] “τελείαν”, και αύτη η αγάπη φέρει αυτόν εις τον τέλειον φόβον. Φοβείται γαρ ο τοιούτος και φυλάττει το θέλημα του Θεού, [...] αλλ’ ώσπερ είπομεν γευσάμενος αυτής της γλυκύτητος του είναι μετά του Θεού, φοβείται μη εκπέση αυτής, φοβείται μη στερηθή αυτής» (Διδασκαλία). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός περιγράφει διεξοδικότατα το φόβο, αναφέροντας τα χωρία της Αγίας Γραφής που κάνουν σχετική μνεία αυτού: Θεμελιωμένος στην τελειότητα της αγά­πης, θ’ ανέλθει στην αμέσως υψηλότερη και ανώτερη βαθμίδα, το φόβο της αγάπης. Αυτός δεν γεννάται από τη φρίκη ή τον τρόμο της κόλασης ούτε από την επιθυμία της ανταμοι­βής, αλλά από το ίδιο το μεγαλείο της αγάπης. Πρόκειται για το φόβο που προκύπτει ως κράμα του σεβασμού και της τρυ­φερής αγάπης που εκδηλώνει ο γιος για τον πατέρα τον γεμάτο επιείκεια, ο αδελφός για τον αδελφό του, ο φίλος για το φίλο του, η σύζυγος για το σύζυγό της. Δεν υποχωρεί ούτε στα κτυπήματα ούτε στις κατηγορίες· φοβάται μόνο να μη πληγώσει την αγάπη, μη προκαλέσει ακόμη και το μικρότερο και πιο επιπόλαιο τραύμα. Σε κάθε πράξη, ακόμη και σε κά­θε λόγο, τον βλέπουμε σταθερά έκπληκτο από στοργή και ευαισθησία, με τρόμο μήπως η θέρμη και ο ζήλος της αγάπης χλιαρύνουν, έστω και ελάχιστα.



Η δεύτερη αυτή μορφή του φόβου εμφανίζεται έτσι ως ο «τέλειος φόβος» [Βλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ (Διδασκαλία) του οποίου η σχετι­κή διδασκαλία αντιστοιχεί σε κάποιο βαθμό με την αντίστοιχη του Αγίου Ιω­άννου Κασσιανού], «των αγίων [...] των τελειωθέντων, των φθασάντων, εις το μέτρον της αγίας αγάπης». Οι άγιοι, πα­ρατηρεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης, «ουκ έτι δια φόβον κολάσεως [...] ποιούσι το θέλημα του Θεού, αλλά αγαπώντες, [...] φοβούμενοι ποιήσαι τι παρά το θέλημα του αγαπητού [...]. [Οι άγιοι] ουκ έτι γαρ από φόβου ποιούσιν, αλλ’ έκ του αγαπάν φοβούνται». Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός και πά­λι, επισημαίνει ότι τους αγίους, και όχι τους αμαρτωλούς κα­λούν οι προφητικοί λόγοι να φοβούνται: «Φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού», λέγει ο Ψαλμωδός, «ότι ουκ έστιν υστέρημα τοις φοβουμένοις α[Α]υτόν» (Ψαλμ. 33, 10). Τόσο βέβαιο είναι ότι δεν χάνει τίποτε από την τελειότητα εκείνος που φοβάται τον Κύριο με τέτοιου είδους φόβο. [...]. Για το φόβο της αγάπης κάνει λόγο και ο προφήτης, όταν πε­ριγράφει το επτάμορφο Πνεύμα που κατέρχεται ανενδοία­στα στο Θεάνθρωπο κατά την οικονομία της Ενανθρωπήσεως: «Και αναπαύσεται», λέγει, «επ’ α[Α]υτόν πνεύμα του Θεού, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας» (Ησ. 11, 2), και κατόπιν στο τέλος, ως επιστέγασμα όλων αυτών των δωρεών: «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. 11, 3). Σχετικά με το στίχο αυτό, παρουσιάζει ενδιαφέρον κυρίως να λάβουμε υπόψη ότι ο προφήτης δεν λέγει: «Και πνεύμα φόβου Θεού αναπαύσεται επ’ α[Α]υτόν», όπως είχε κάνει με τις προηγού­μενες δωρεές, αλλά «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θε­ού». Και τούτο το Πνεύμα ξεχειλίζει πραγματικά με τέτοια αφθονία, ώστε να καταλαμβάνει μια ψυχή ολοκληρωτικά και όχι μόνο τμηματικά. Είναι λογικό. Καθώς γίνεται ένα με την αγάπη που ποτέ δεν θα εκλείψει, όχι μόνο πληρώνει [Σ.τ.μ.:Γεμίζει], αλλά κατέχει αχώριστα και για πάντα αυτή [Σ.τ.μ.: Την ψυχή] που έχει κατακτήσει [...]. Τέτοιας φύσης είναι ο φόβος των τελείων, για τον οποίο έχει λεχθεί, ότι εκπλήρωσε το Θεάνθρωπο [Σ.τ.μ.: Αναφορικά με την αγωνία του Θεανθρώπου στη Γεθσημανή πριν τη σύλληψή του]. Αυτόν που δεν ήλθε μόνο για να μας εξαγοράσει, αλλά και γιατί έπρεπε να μας δώσει «εν τω προσώπώ Του» υπογραμμό της τελειότητας και υπόδειγμα των αρετών (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ).



Μόνο ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης επιμένει στο σημείο αυτό· κανείς δεν είναι σε θέση να πετύχει τον τέλειο φόβο χω­ρίς να έχει προηγουμένως γνωρίσει την πρώτη μορφή του: «Αδύνατον έστιν ελθείν τον τέλειον φόβον, ει μη δια του εισαγωγικού», «λέγει γαρ: “Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου” (Ψαλμ. 110, 10), και πάλιν λέγει: “Αρχή και τέλος εστίν ο φό­βος του Θεού” (πρβλ. Παροιμ. 1, 7· 9, 10· 22, 4)».



Η αναζήτηση της απόκτησης του εισαγωγικού φόβου αρμόζει επίσης και για εκείνον που δεν έχει φτάσει ακόμη στην υγεία μέσα από την απάθεια ούτε στην τελειότητα μέσα από την αγάπη. Γιατί αντίθετα με το φόβο – πάθος, ο φόβος του Θεού δεν έρχεται αυτόματα, δεν είναι αυτοφυής [Σ.τ.μ.: Αυθόρμητος, αυτόματος, εγγενής] στον άνθρωπο, αλλά απο­τελεί μια αρετή για την οποία οφείλει ν’ αγωνιστεί σκληρά προκειμένου να την αποκτήσει με τη βοήθεια του Θεού. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο γίνεται το αντικείμενο εντολής: «Τον Θεόν φοβού [...] ότι τούτο πας ο άνθρωπος» (Εκκλ. 12, 13)· «Μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλιπ. 2, 12)· «Εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πέτρ. 1, 17). Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην οδό της «πράξεως», χωρίς να «τροφοδοτείται» μόνιμα από τη συγκεκριμένη εσωτερική διάθεση, όπως παρουσιάζει με εικόνες ο Αγιος Βαρσανούφιος: «Όταν θέλη τις αποδημήσαι, φορεί τα υποδήματα. [...] Από της σαρκικής προετοιμασίας οφείλει νοήσαι την πνευματικήν και λαβείν τα πνευματικά υποδήματα, τουτέστι την ετοιμασίαν του φόβου του Θεού, και μνησθήναι ότι πάντα κατά φόβον του Θεού, οφείλει διαπράξασθαι» (Επιστολή).



Ποιές είναι οι προϋποθέσεις της απόκτησης του φόβου του Θεού;

«Ο φόβος του Θεού [...] λέγεται είναι γέννημα της πίστε­ως» (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κε­φάλαια διάφορα). Από την άλλη πλευρά συνδέεται άμεσα με την εφαρμο­γή των εντολών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-Ψαλμός 111, 1. Ομιλία-Ψαλμός 127, 1), όπως δείχνει ο Ψαλμωδός: «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταις εντολαίς αυτού θελή­σει σφόδρα» (Ψαλμ. 111, 1)· «Μακάριοι πάντες οι φοβούμε­νοι τον Κύριον, οι πορευόμενοι εν ταις οδοίς αυτού» (Ψαλμ. 127, 1), και ο Εκκλησιαστής: «Τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε» (Εκκλ. 12, 13). Σε τέτοιο σημείο μάλι­στα ώστε οι Πατέρες συχνά να κατανοούν ως φόβο του Θεού την εφαρμογή των εντολών (Βλ. για παράδειγμα ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον). Επειδή ο άνθρωπος εκδηλώνει ότι κατέχει πραγματικά τούτη την αρετή μόνο με την συμμόρ­φωση και την υπακοή του στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στις εντολές. Οι ίδιοι οι δαίμονες, επίσης, φοβούνται το Θεό, αλλά ο φόβος τους δεν είναι ενάρετος, διότι τούτο θα σήμαινε την αναγνώριση της παντοδυναμίας Του· ο δαιμονικός φόβος δεν συνοδεύεται από την πραγμάτωση του θελήματός Του.



Μία άλλη προϋπόθεση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκη­τικός) αποτελεί ο αποχωρισμός από τις περισπάσεις του κόσμου τούτου, η πνευματική αμεριμνία έναντι των γήινων πραγμάτων. Επίσης την απόκτηση του κα­τά Θεόν φόβου ευνοούν εξίσου η μνήμη του θανάτου (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία) και του τελικού στόχου (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) καθώς και η ησυχία (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος), που συνδέονται στενά με τις προηγούμενες στάσεις. Παρόμοια λειτουργούν και η τακτική επισκόπηση της συνείδησης (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία)75, η επίγνωση της αμαρτωλότητάς του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), το πένθος (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή) και τα δάκρυα (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Σε όσους επιζητούν την απόκτηση της συγκεκριμένης αρετής, οι Πατέ­ρες συνιστούν τη συχνή συναναστροφή με έναν πνευματικό άνθρωπο που ήδη τη διαθέτει (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑ­ΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ποιμήν).



Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε ότι ο φόβος του Θεού ως αρετή αποτελεί εκδήλωση της χάρης και ότι αν οι προ­σπάθειες του ανθρώπου είναι απαραίτητες για την απόκτησή του, είναι και παραμένει πάντοτε ένα δώρο του Θεού· οφεί­λει λοιπόν να του το ζητήσει με την προσευχή (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Μέσω αυτής κυρίως, ο άνθρωπος είναι σε θέση να εξαγνιστεί. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να συνέχεται από το φόβο του Θεού· για­τί είναι ανίκανος να τον δοκιμάσει, ακόμη και στις εισαγωγι­κές βαθμίδες του, όσο παραμένει εντελώς υποδουλωμένος στα πάθη. Γι’ αυτό ο «εισαγωγικός φόβος» αφεαυτού συνε­πάγεται ήδη κάποια πνευματική ανάπτυξη και παρουσιάζε­ται έτσι ως αρετή που τη διαθέτουν πολύ περισσότερο οι προ­χωρημένοι παρά οι αρχάριοι, για να κυριολεκτούμε. Με χρή­ση, -άμεσα-, ιατρικής ορολογίας, ο Αγιος Διάδοχος γράφει: «Ώσπερ τα συμβαίνοντα τω σώματι τραύματα, όταν μεν κεχερσωκότα ή και ανεπιμέλητα [Σ.τ.μ.: Εκτεθειμένα σε παθο­γόνους παράγοντες, ανοικτά και χωρίς τη στοιχειώδη ιατρι­κή φροντίδα, καθαρισμό, απολύμανση, ενδεχομένως επίδε­ση κ.λπ.] του προσαγομένου αυτοίς φαρμάκου υπό των ιατρών ουκ αισθάνεται· καθαρισθέντα δε, της ενεργείας αισθάνεται του φαρμάκου, εις ίασιν τελείαν εντεύθεν ερχό­μενα· ούτω και η ψυχή, έως μεν ανεπιμέλητος τυγχάνη και υπό της λέπρας της φιληδονίας [Σ.τ.μ.: Των παθών, στο γαλ­λικό κείμενο] όλη κεκαλυμμένη, αισθάνεσθαι του φόβου ου δύναται του Θεού, καν απαύστως αυτή τις το φοβερόν και δυνατόν κριτήριον καταγγέλλη του Θεού. Επειδάν δε άρξηται δια της πολλής προσοχής καθαίρεσθαι, τότε ως φαρμάκου τι­νός όντος ζωής, του θείου φόβου αισθάνεται· καίοντος αυτήν ώσπερ, τη ενεργεία των ελέγχων, εν πυρί απάθειας» (Λόγος ασκητικός).



Ιδιαίτερα πολλά και σημαντικά είναι τα αποτελέσματα του φόβου του Θεού (Στη συνέχεια, θα συναντήσουμε κυρίως τα αποτελέσματα της πρώτης μορφής φόβου, καθώς η δεύτερη υπερβαίνει το πλαίσιο της πράξεως), στο βαθμό που συνιστά μια από τις βά­σεις και τις προϋποθέσεις της πνευματικής ζωής. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δια­βεβαιώνει: «Έχεις του Θεού τον φόβον, πάντων χρημάτων ευπορώτερον θησαυρόν» (Λόγος-καλένδες).



Πρωτίστως αποστρέφει (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ) τον άνθρωπο από το κακό, όπως διδάσκει και ο Σολομώντας (Παροιμ. 15, 27· πρβλ 8, 13). Τον εξαγνίζει από κάθε αμαρτία και πάθος (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), και δικαιολογημέ­να παρουσιάζεται ως καθολικό «φάρμακον» [Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Αγιο ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, Ομιλία-ανδριάντες. Από την πλευρά του ο Αγιος ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙ­ΚΗΣ χαρακτηρίζει το φόβο του Θεού ως «φάρμακον ζωής» (Λόγος ασκητι­κός)]. [Σ.τ.μ.: Απο­δίδουμε έτσι το remede global, που χρησιμοποιεί ο συγγρα­φέας. Θα μπορούσε επιτυχέστερα ίσως να χρησιμοποιηθεί ο όρος πανάκεια· επειδή όμως ο συγγραφέας παραπέμπει στον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Ανδριάντες, 15, 2), που γράφει «λαβών το φάρμακον ούτως επάνεισιν», διατη­ρήσαμε τη λέξη φάρμακο θέτοντας το επίθετο καθολικό. Λι­γότερο ορθό: παμφάρμακο]. Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός τον θεωρεί ως τον σταυρό πάνω στον οποίο ο ασκητής οφείλει να πεθάνει για τον κόσμο. Και ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής, υπογραμμίζοντας τη θεραπευτική του αξία, σημειώνει: «[Του φόβου του Θεού] ως φαρμάκου τινος όντος ζωής [...] καίοντος [την ψυχήν] τη ενεργεία των ελέγχων [...]. Όθεν [η ψυχή] κατά μέρος λοιπόν καθοριζομένη εις το τέλειον του καθαρισμού φθάνει» (Λόγος ασκητικός). Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς εντο­πίζει σ’ αυτόν «την αρχήν [...] της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας» (Τριάδες), και συμπληρώνει: «πάντων απαλλάξας την ψυ­χήν και [...] καταλεάνας, επιτήδειον οίον πυξίον [Σ.τ.μ.: Ξύλινη πινακίδα στην οποία αρχικά εζωγράφιζαν και κατόπιν έθεταν χωριστά το κάθε χρώμα. Παλέττα] ποιεί [ταύτην] προς καταγραφήν των χαρισμάτων του Πνεύματος» (Τριάδες).



Η θεραπευτική δράση του φόβου του Θεού αποκαλύπτε­ται ιδιαίτερα αποτελεσματική έναντι των παθών που ναρκώ­νουν την ψυχή και παραλύουν την πνευματική ζωή: της ακηδίας («ουδέν γαρ ούτως ακηδίαν εκδιώκειν δύναται», διδά­σκει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, Κλίμαξ), «της τε λήθης και αμελεί­ας», της ολιγοψυχίας και της χαυνότητας, της σκληροκαρδίας (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή) με την ασκητική σημασία της πνευματικής αναισθησίας.



Εξαγνίζει και καθαίρει επίσης την ψυχή από τις σαρκικές επιθυμίες (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και από όλους τους πονηρούς λογισμούς (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και φαντασιώσεις (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Εξαλείφοντας πάντως όλα αυτά από την ψυχή, προστατεύει τον άνθρωπο από την επάνοδό τους. Γρά­φει ο Μέγας Βασίλειος: «[Ο] φόβος εξωθεί πάσαν εμπαθή διάνοιαν [...]. Όπου φόβος Θεού, πάντα εξελήλαται τα του πάθους σπιλώματα [Σ.τ.μ.: Κυριολεκτικά η ελιά στο δέρμα. Μεταφορικά τα ηθικά στίγματα που δημιουργούν τα πάθη στη διάνοια και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο] εκ της διανοί­ας ημών» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ανθρώπου γένεσις, Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία). Την προληπτική/προφυλακτική λειτουργία του φόβου υπογραμμίζει με τον ίδιο τρόπο ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ένθα φόβος εστίν, [...] επιθυμία κατέσταλται πονηρά, άπαν αλόγιστον εξώρισται πάθος· και καθάπερ εν οικία στρατιώτου διηνεκώς ωπλισμένου ου ληστής, ου τοιχωρύχος [Σ.τ.μ.: Ο κλέφτης που εισέρχεται στο σπίτι για να κλέψει, μέσα από άνοιγμα που δημιουργεί σε κάποιο τοίχο], ουκ άλλος τις των τα τοιαύτα κακουργούντων τολμήσει φανήναι πλησίον, ούτω και φόβου τας ημετέρας κατέχοντος ψυχάς, ουδέν των ανελευθέρων παθών επεισέρχεται ραδίως ημίν· αλλά πάντα δραπευτεύει και φυγαδεύεται τη τυραννίδι του φόβου πάντοθεν εξελαυνόμενα» (Ομιλία-ανδριάντες). Ο φόβος απομακρύ­νει από την ψυχή και κάθε άλλη γήινη μέριμνα και ασχολία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).



Ο φόβος [του Θεού] συνεισφέρει λοιπόν στο σημαντικό έργο της φυλακής της καρδίας, που αποτελεί προϋπόθεση της καθαράς προσευχής, της τέλειας αγάπης και της αλη­θινής θεωρίας του Θεού. Ο Ωριγένης φθάνει μέχρι του ση­μείου να γράφει: «Ουδέν ούτω φυλάσσει την καρδίαν ημών ως ο φόβος του Θεού» (Ψαλμοί-εξηγητικά). Ο Αγιος Βαρσανούφιος υπενθυμίζει ότι «των τελείων εστί των δυναμένων κυβερνάν τον νουν και εις τον φόβον του Θεού έχειν, του μη πλαγιάσαι και βυθισθήναι εις μετεωρισμόν βαθύτατον ή φαντασίαν» (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).



Ο φόβος του Θεού «ου γαρ δη τα πονηρά ημών απελαύνει πάθη μόνον, αλλά και πάσαν εισάγει μετά πολλής ευκολίας την αρετήν» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες). Ο Αββάς Ιάκωβος διδάσκει: «Ώσπερ λύ­χνος εν φωτεινώ κοιτώνι φωτίζει, ούτως και ο φόβος του Θε­ού, όταν έλθη εις καρδίαν ανθρώπου, φωτίζει αυτόν, και δι­δάσκει πάσας τας αρετάς» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ιάκωβος). Και ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διαβεβαιώνει: «Ουδέν γαρ ούτω [...], αρετήν αύξεσθαι ποιεί και θάλλει, ως διηνεκής φόβου φύσις» (Ομιλία-ανδριάντες).



Ο φόβος του Θεού εμφανίζεται ως η προϋπόθεση και η αρχή της ενάρετης ζωής στο σύνολό της (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Προηγείται του έργου των αρετών και οι αρετές γεννώνται από αυτόν επο­μένως η απόκτηση των αρετών δεν είναι δυνατή χωρίς το φό­βο, επιβεβαιώνει με σαφήνεια ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει και πάλι: «Τον μη συζώντα φόβω αδύνατον κατορθούσθαι [αρετήν], ώσπερ ουν τον εν φόβω, ζώντα αδύνατον διαμαρτείν» (Ομιλία-ανδριάντες).



Στο μέτρο που αποστρέφει τον άνθρωπο από το κακό και τον εξαγνίζει, αντίστοιχα του επιτρέπει να προοδεύει στο αγαθό, όπως δείχνει ρητά ο Απόστολος Παύλος που συμβου­λεύει: «Καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντος αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β’ Κορ. 7,1). Ακόμη θετικότερο είναι το γεγονός, ότι ο φόβος ευνοεί την εφαρμογή των εντολών (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλ­φαβητική συλλογή, Ιάκωβος). «Μακάριος ανήρ ο φο­βούμενος τον Κύριον», λέγει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. 111, 1). «Δια τί; Ότι εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα» απα­ντά ο Μέγας Βασίλειος επαναλαμβάνοντας τη συνέχεια του Ψαλμού. Διότι «ου τοίνυν εστί των φοβουμένων το παριέναι [Σ.τ.μ.: να παραβεί] τι των εντεταλμένων, ή αμελώς ποιείν» (Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον).



Ο φόβος του Θεού «την πίστιν βεβαιοί» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, Πρόλογος)· [Σ.τ.μ.: Ενι­σχύει, ενδυναμώνει, στερεώνει γερά] απορρέει από αυτή την πίστη, η οποία αποτελεί το καθεαυτό θεμέλιο της πνευμα­τικής ζωής. Συνάπτεται μάλιστα μ’ αυτή και δίνει στον άνθρωπο ισχύ ώστε «πάντα δραν και αυτά τα δοκούντα τοις πολλοίς δυσχερή και αδύνατα», τον κάνει σταθερό και αποφασιστικό στην πορεία του (ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα), ενισχύει την καρδιά του (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ)· και όλα αυτά ισχύουν σε μεγαλύτερο βαθμό, όσο ο φόβος του παρέχει αταλάντευτη εμπιστοσύνη στο Θεό (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). Συμπερασμα­τικά, ο άνθρωπος αποκομίζει μεγάλη εσωτερική σταθερότη­τα χάρη σ’ αυτόν, τόσο απέναντι στους πόνους και τα βάσανα του βίου τούτου όσο και απέναντι στους εχθρούς που κα­λείται ν’ αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της πνευματικής του πορείας. Στην αντίθετη περίπτωση κυριαρχείται όλο και πε­ρισσότερο από την αλλοίωση και την αποξένωση που του αφήνει ο φόβος (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).



Η μετάνοια, η κατάνυξη και τα δάκρυα ευνοούν το φόβο, ο οποίος ανατροφοδοτεί τις συγκεκριμένες στάσεις μετανοί­ας. Λειτουργεί ως ένας παράγοντας που τις αναπτύσσει και τις ενισχύει (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, Φιλιππήσιοι-ομιλία).



Ο φόβος ενθαρρύνει και βοήθα την προσευχή· την κάνει ένθερμη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες). Αυξάνει την καρποφορία της προσευχής-αίτησης: «Χαρά εστί μεγάλη το αιτείν τινα πράγμα κοντά φόβον Θεού, ο τοιούτος θαρρήσει, ότι γενήσεται αυτού η αίτησις», γράφει ο Αγιος Βαρσανούφιος (Επιστολή). Και η προσευχή – δοξολο­γία πηγάζει από το φόβο· αναφέρεται στην Αγία Γραφή: «Αινείτε τον Θεόν ημών πάντες [...] οι φοβούμενοι αυτόν» (Αποκ. 19, 5)· «φοβήθητε τον Κύριον και δότε αυτώ δόξαν» (Αποκ. 14, 7). Παρατηρεί ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Παρά [του φόβου του Θεού] δέησις εν κατανύξει συνεχής προς τον Θεόν γεννάται και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή» (Τριάδες). Γεννώντας στην ψυχή τη νήψη, ο φόβος συντελεί στο να καταστήσει καθαρή κάθε μορφή προσευχής (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Λόγος ασκητικός).



Ο φόβος του Θεού εμφανίζεται ειδικά ως μια θεμελιώδης πηγή της ταπεινοφροσύνης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ ένα αδελφό που τον ερωτά: «Ποίω τρόπω έρχεται άνθρωπος εις ταπεινοφροσύνην»; ο Αββάς Κρόνιος απαντά: «Διά του φόβου του Θεού» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή). Όπως όμως εξηγήσαμε προηγουμένως, ο φόβος οδηγεί ιδιαίτερα τον άνθρωπο στην αγάπη, την κο­ρωνίδα όλων των αρετών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).



Από τον εξαγνισμό από τα πάθη, από την απάθεια, και σε συνάρτηση με την εφαρμογή των εντολών και τον «κατ’ αρετήν» βίο, -με κορυφαία την αρετή της αγάπης-, απορρέει η πνευματική γνώση. Επιπρόσθετα, ο φόβος του Θεού εμφα­νίζεται έμμεσα ως καθοριστικής σημασίας προϋπόθεση και αρχή της τελευταίας, και ειδικότερα του πρώτου σταδίου της, της σοφίας. Να για ποιο λόγο επαναλαμβάνεται συχνά στην Αγία Γραφή ότι «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10. Παροιμ. 1, 7· 9, 10) και γιατί ο Ψαλμωδός συμπληρώ­νει: «Σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν» (Ψαλμ. 110, 10). Στη συγκεκριμένη προοπτική κινείται ο Αγιος Ιω­άννης ο Χρυσόστομος που διαβεβαιώνει κατηγορηματικά: «Ο ενάρετος και φόβον έχων Θεού, πάντων εστί συνετώτερος» και ακόμη: «Το φοβείσθαι τον Θεόν, σοφία εστίν» (Ιωάννης-ομιλία). Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς εντοπίζει στο φόβο του Θεού την αρχή όχι μόνο της θείας σοφίας αλλά και της πνευματικής θε­ωρίας επιπλέον (Τριάδες). Ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος μάλιστα δείχνει καθαρά τη διαδικασία με την οποία ο φόβος οδηγεί στη γνώ­ση: «Εκ του πιστεύσαι τίκτεται ο φόβος του Θεού. Και ότε ακολουθήσει (sic) τοις έργοις, και προς μικρόν ανέλθη προς εργασίαν, τίκτει την γνώσιν την πνευματικήν [...]. Και η πίστις ποιεί εν ημίν τον φόβον, και αναγκάζει ημάς ο φόβος μετανοήσαι, και εργάσασθαι.. Και ούτω δίδοται η πνευματική γνώσις τω ανθρώπω, ήτις εστίν αίσθησις των μυστηρίων, ήτις γεννά την πίστιν της αληθούς θεωρίας. Ουχ απλώς δε ούτως εκ πίστεως μόνης ψιλής γεννάται η γνώσις η πνευματική, αλλ’ η πίστις φόβον Θεού γεννά, και εν τω φόβω του Θεού, όταν αρξώμεθα ενεργείν εν αύτω, εκ της ενεργείας του φόβου του Θεού τίκτεται η γνώσις η πνευματική, καθάπερ είπεν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· ότι «ότε τις κτήσεται θέλημα ακόλουθον τω φόβω του Θεού, και τη ορθή φρονήσει, ταχέως λαμβάνει την αποκάλυψιν των κρυπτών» [Σ.τ.μ.: Των μυ­στηρίων]. Και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός υπογραμμίζει ότι ο φόβος του Θεού είναι απαραίτητος τόσο για την από­κτηση της γνώσης όσο και για τη διαφύλαξή της: Ένας από τους προφήτες έχει διατυπώσει πολύ καλά το μέγεθος· «εν θησαυροίς η σωτηρία ημών, εκεί σοφία και επιστήμη και ευσέβεια» [Σ.τ.μ.: Με την έννοια του φόβου. Στο γαλλικό κεί­μενο: «la crainte»] προς τον Κύριον «ούτοί εισιν θησαυροί δικαιοσύνης». (Ησ. 33, 6). Δεν θα μπορούσε να καθορίσει με πιο εμφανή τρόπο την αξία και την τιμή της· λέγει μόνο ότι οι θησαυροί της σωτηρίας μας, δηλαδή η αληθινή σοφία και γνώση του Θεού, προφυλάσσονται μόνο από το φόβο [Σ.τ.μ.: Από το αντίστοιχο ελληνικό κείμενο των Ο', όπως παρατίθεται κάτι τέτοιο δεν είναι άμεσα κατανοητό. Εύκολα όμως γίνεται κατανοητό από το γαλλικό κείμενο που έχει ως εξής: «Les richesses du salut, sont la sagesse et la science; mais la crainte du Seigneur en est le tresor»].



Είναι σαφές ότι η πνευματική γνώση δεν αποτελεί τον καρπό αυτού του ίδιου του φόβου του Θεού· εμφανίζεται όμως ως μία δωρεάν προσφορά του Θεού που έρχεται ως απάντηση στην προσευχή και σ’ όλες τις ασκητικές προσπά­θειες του ανθρώπου. Και στο έργο τούτο, όπως είδαμε, ο φό­βος διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο. Γι’ αυτό και ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος φροντίζει επιμελώς να προσδιορίσει: «Ουχ ο φόβος του Θεού τίκτει ταύτην την γνώσιν την πνευματικήν, [...] αλλά δόσις δίδοται αύτη η γνώσις τη εργασία του φόβου του Θεού».



(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)



(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.



http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1203



ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ:https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjm0EFSxMHRofwOpqBSzykZ7KQeJasmfZSJFHHx1YgQ0kb3e4ZjSi2w5TrqvmwdSH-TUgoqW_dyStuVEq76MtLL_V8pTJB9KjlXoVH9tEFMEzPmMwOGX9N6BUxEbQR98efO3wCvQcZh_jc/s400/D2.bmp

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Τό μυστήριο τῆς ἀνομίας καί ἡ ταυτότητα τοῦ ἀντιχρίστου

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ


Ἱερομόναχος Σάββας ὁ Ἁγιορείτης


Γράφει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος στούς Θεσσαλονικεῖς μιλώντας τους γιά τόν Ἀντίχριστο (Β΄Θεσσ. 2.7) : «τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας· μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται».

Ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀνομίας τό ὁποῖο ἤδη ἐνεργεῖται; Εἶναι στά χρόνια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἡ βασιλεία τοῦ Νέρωνα, ὁ ὁποῖος εἶναι τύπος τοῦ ἀντιχρίστου. Διότι ἤθελε καί αὐτός νά θεωρεῖται ὅτι εἶναι θεός. Μάλιστα πολύ σωστά λέγει: «τό μυστήριον»· διότι δέν ἐνεργεῖ φανερά ὁ Νέρωνας ὅπως θά ἐνεργήσει ὁ ἀντίχριστος, ἀλλά συνεσκιασμένα. Δέν ἐκδηλώνεται ξεκάθαρα, ὅπως θά ἐκδηλωθεῖ ὁ ἀντίχριστος, ὁ ὁποῖος ἀδιάντροπα θά ἀπαιτήσει νά προσκυνεῖται σάν θεός ἀπό ὅλους. Ὡστόσο ὁ Νέρωνας δέν ὑστερεῖ πολύ σέ κακία ἀπό τόν ἀντίχριστο καί ἤδη ἐνεργεῖ τά ἔργα του.

Δίδαγμα:«Καί νῦν ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασι» λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος γράφοντας τόν 1ο αἰώνα μ.Χ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀντίχριστοι, οἱ ὁποῖοι ὁμοιάζουν μέ τόν Νέρωνα, τόν πρόδρομο τοῦ ἀντιχρίστου;

Ὅσοι μιμοῦνται τόν ἀντίχριστο καί κάνουν τά ἔργα του. Ὅσοι ὑποκύπτουν στά πάθη τους καί μάλιστα στό πάθος τῆς αὐτοθέωσης, τῆς ἐπιθυμίας νά ἄρχουν, τῆς ἀγάπης γιά ἐξουσία καί δύναμη κοσμική. Ὅσοι τρέφουν τήν ἀρχομανία, τήν κενοδοξία, τήν ἀνθρωπαρέσκεια, τήν φιληδονία καί τήν φιλαργυρία τους. Ὅλα τά πάθη εἶναι ἔργα τοῦ ἀντιχρίστου διότι ἀποτελοῦν ἀνταρσία κατά τοῦ Χριστοῦ καί τῆς διδασκαλίας Του. Ὅσο δέν τά κόβουμε, δέν τά πολεμοῦμε βοηθοῦμε στό ἔργο τοῦ ἀντιχρίστου. Ὅταν ἐκστρατεύσουμε ἐναντίον τους τότε ἀντιτασσόμαστε σ’ αὐτόν καί στόν ἐρχομό του. Ὁ ἀντίχριστος θά ἔλθει ὁπωσδήποτε ἀφοῦ ἔχει προφητευθεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Μποροῦμε ὅμως νά καθυστερήσουμε τόν ἐρχομό του μέ τήν προσωπική μας ἀντίσταση στά ἔργα πού τόν προετοιμάζουν:Αὐτά εἶναι α)οἱ προσωπικές μας ἁμαρτίες ἀλλά καί β)οἱ ἁμαρτίες τῶν συνανθρώπων μας καί μάλιστα τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν δημόσια ἀξιώματα. Θά πρέπει ἀφ’ ἑνός μέν νά καταπολεμήσουμε τά πάθη μας ἐνεργώντας τήν προσωπική μας κάθαρση διά τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως· ἀφ’ ἑτέρου δέ νά προσπαθοῦμε ἱεραποστολικά γιά τήν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων προσευχόμενοι καί μιλώντας. Πρέπει νά προσευχόμαστε γιά τήν σωτηρία καί τήν κάθαρση ὅλων. Πρέπει ἐπίσης καί νά ἀρθρώνουμε λόγο γιά τίς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας· ἐπίσης πρέπει καί νά ἔχουμε λόγο διαμαρτυρίας ὅταν τό ἐπίσημο κράτος παραθεωρεῖ τό νόμο τοῦ Θεοῦ σχεδιάζοντας καί προωθώντας ἀντίθεους νόμους πού διαφθείρουν τούς ἀνθρώπους. «Ἡ προσευχή προσευχή ἀλλά καί ὁ λόγος λόγος» ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος. Μάλιστα τόνιζε ὅτι ὅποιος μιλάει ἐνάντια στούς ἀντίθεους νόμους αὐτό θά τοῦ λογιστεῖ ἀπό τόν Θεό σάν ὁμολογία. Γιά παράδειγμα σήμερα στήν Ἑλλάδα, μέ νόμο τοῦ κράτους φονεύονται 1000 περίπου παιδιά καθε μέρα. Εἶναι ὁ νόμος πού καθιστᾶ νόμιμες τίς ἐκτρώσεις καί ὅλοι συμβάλλουμε μέ τά χρήματά μας γιά νά πραγματοποιοῦνται ἀφοῦ θεωροῦνται σάν νόμιμη ἰατρική πράξη. Πόσοι ἄραγε διαμαρτύρονται; Μέ ἄλλο νόμο τοῦ κράτους ἀπαγορεύεται στούς ἱερεῖς-πνευματικούς νά ἐξομολογοῦν τά παιδιά πού θέλουν στά σχολεῖα. Ἀντίθετα ἐπιτρέπεται ἡ παρουσία ψυχολόγων οἱ ὁποῖοι κατά κανόνα ἀποπροσανατολίζουν τά παιδιά ἀπό τό νόμο τοῦ Θεοῦ, συμβουλεύοντάς τα νά κάνουν ἐλεύθερες σχέσεις. Πόσοι διαμαρτυρήθηκαν; Τό «μυστήριον τῆς ἀνομίας» ἐνεργεῖται ἔντονα στίς μέρες μας μέ τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως καί ὄχι μόνο. Μέ δικά μας χρήματα (πληρώνουμε φόρο γιά τήν ΕΡΤ) προπαγανδίζουν τά ἀντίθεα συνθήματά τους, προωθοῦν κάθε εἴδους διαφθορά ἠθική καί πνευματική, κατακρίνουν τήν Ἐκκλησία καί τούς ἐκπροσώπους Της καί κανείς σχεδόν δέν διαμαρτύρεται. Πόσοι ἄραγε ἔκλεισαν τήν τηλεόραση στά σπίτια τους- ἔστω σάν μία ἐλάχιστη διαμαρτυρία- σ’ ὅλο αὐτό τό ἐπιχειρούμενο ἀντίθεο διαμόρφωμα τῶν ψυχῶν μας μέσα ἀπό αὐτό τό ἀποβλακωτικό «κουτί του διαβόλου» -ὅπως τό ὀνόμασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός;

«Τό μυστήριον… τῆς ἀνομίας». Μιλάει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος συνεσκιασμένα, ὄχι γιατί δειλιάζει νά τόν ἀποκαλύψει ὡς πρόδρομο τοῦ ἀντιχρίστου, ἀλλά παιδαγωγόντας καί διδάσκοντας ἐμᾶς. Τί μᾶς διδάσκει; Νά μήν ξεσηκώνουμε περιττές ἔχθρες ὅταν δέν ὑπάρχει καμμιά ἀνάγκη.

Δίδαγμα: Δέν πρέπει νά προκαλοῦμε τήν ἔχθρα τῶν ἄλλων ὅταν δέν ὑπάρχει λόγος.

«Μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται». Δηλ. ὅταν τό ἐμπόδιο, πού εἶναι ἡ Ρωμαϊκή ἐξουσία, φύγει ἀπό τή μέση, τότε θά ἔλθει ὁ ἀντίχριστος. Καί αὐτό βέβαια, εἶναι πάρα πολύ φυσικό. Διότι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀκόμη ὁ φόβος τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας, κανείς δέν θά ὑποταχθεῖ σύντομα, πρόθυμα καί εὔκολα στόν ἀντίχριστο. Ὅταν ὅμως αὐτή καταλυθεῖ τότε θά ἔρθει ἐκεῖνος νά κυβερνήσει, ἐκμεταλλευόμενος τήν ἀναρχία· τότε εἶναι, πού θά προσπαθήσει νά ἁρπάξει τήν Θεϊκή καί τήν ἀνθρώπινη ἐξουσία. Ὅπως ἀκριβῶς οἱ βασιλεῖες πού προηγήθηκαν τῆς Ρωμαϊκῆς καταλύθηκαν -ἡ βασιλεία τῶν Μήδων ἀπό τούς Βαβυλώνιους, ἡ τῶν Βαβυλωνίων ἀπό τούς Πέρσες, ἡ τῶν Περσῶν ἀπό τήν τῶν Μακεδόνων, ἡ τῶν Μακεδόνων ἀπό τήν τῶν Ρωμαίων- ἔτσι καί αὐτή θά καταλυθεῖ ἀπό τόν ἀντίχριστο. Κατόπιν βέβαια καί ὁ ἀντίχριστος μέ τήν βασιλεία του θά καταλυθεῖ ἀπό τόν Χριστό. Αὐτά μέ πολλή διαύγεια μᾶς φανερώνει ὁ προφήτης Δανιήλ.

Δίδαγμα: Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες αὐτοκρατορίες καί ἐξουσίες ἔχουν ἡμερομηνία λήξεως. Ὁ τελικός νικητής θά εἶναι ὁ Χριστός μας. Δέν πρέπει νά ἀπελπιζόμαστε καί νά ἐγκλωβιζόμαστε στά παρόντα, πού εἶναι ζοφερά ἀλλά νά σκεπτόμαστε τά ἔσχατα καί τήν βέβαιη νίκη τοῦ ἐσφαγμένου Άρνίου

2.8«καὶ τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος͵ ὃν ὁ κύριος [Ἰησοῦς] ἀνελεῖ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ καταργήσει τῇ ἐπιφανείᾳ τῆς παρουσίας αὐτοῦ».

Καὶ τότε͵λέγει͵ θά ἀποκαλυφθεῖ ὁ ἄνομος. Καί τί θά συμβεῖ μετά; Πολύ σύντομα θά ἔρθει τό ἔλεος, ἡ θεία παρηγορία. Δηλ. ὁ ἄνομος θά καταστραφεῖ μ΄ ἕνα φύσημα ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου. Θά καταργηθεῖ ἡ ἐξουσία καί ἡ παρουσία του μόλις θά φανερωθεῖ ὁ Κύριος. Ἡ παρουσία του καί ἡ βασιλεία του στηρίζεται στήν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ φωτιά καί ἀπό μακρυά ναρκώνει τά μικρά ζωΰφια καί τά κατατρώγει ὅταν τά πλησιάσει· ἔτσι καί Χριστός μας, μόνο μέ τήν ἐντολή Του καί τήν παρουσία Του θά διαλύσει τόν ἀντίχριστο. Μόνο πού θά φανερωθεῖ ὁ Χριστός μας, θά χαθοῦν ὅλα τά τοῦ ἀντιχρίστου. Θά σταματήσει ἡ ἀντίθεη ἀπάτη του ἀμέσως.

Δίδαγμα: Μέ καταπληκτική εὐκολία θά διαλυθεῖ ὅλο τό ἀντίχριστο σύστημα, τό ὁποῖο θά φαντάζει πανίσχυρο. Ἡ δαιμονική ἀπάτη δέν θά ἀντέξει οὔτε ἕνα φύσημα τοῦ Χριστοῦ. Γιαυτό ἄς μήν δειλιάζουμε. Ὅσο καί ἄν λυσσᾶνε οἱ πρόδρομοι τοῦ ἀντιχρίστου, ὅσο καί ἄν τρομοκρατοῦν, ὅσο καί ἄν κομπάζει ὁ ἴδιος ὅτι εἶναι παγκόσμιος κυρίαρχος (πλανητάρχης!) ἡ νίκη εἶναι μέ τό Ἀρνίο τό ἄκακο, τόν Χριστό μας. Ἄς μείνουμε σταθερά καί ἄφοβα μέ τό μέρος τοῦ Νικητοῦ πού «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ». Ἀκόμη καί ἄν ὅλοι γύρω μας ἐνδίδουν καί ὑποχωροῦν στίς ἀντίθεες δυνάμεις καί κοσμικές πιέσεις, ἐμεῖς ὄχι· θά μένουμε σταθεροί στήν ὑπακοή τοῦ Χριστοῦ μας. Ἄς μήν μᾶς πειράζει ἄν εἴμαστε μόνοι μας, στό σχολεῖο, στήν ἐργασία ἤ καί μέσα στό ἴδιο τό σπίτι μας. Δέν εἴμαστε μόνοι μας στήν πραγματικότητα. Ὁ Χριστός μας, ὅλοι οἱ ἅγιοι, οἱ ἄγγελοι καί πάρα πολλοί ἄνθρωποι σ’ ὅλο τόν κόσμο πού δέν προσκύνησαν τούς προδρόμους τοῦ ἀντιχρίστου (δηλ. τά πάθη, τούς δαίμονας, τό κοσμικό φρόνημα καί τούς ἀνθρώπους πού εἶναι ὑποδουλωμένοι σ’ αὐτά) εἶναι μαζί μας.

2.9 «οὗ ἐστιν ἡ παρουσία κατ΄ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ σημείοις καὶ τέρασιν ψεύδους».

Ἐδῶ φανερώνεται ἡ ταυτότητα τοῦ ἀντιχρίστου. -Τί λέγει; Θά εἶναι ἄνθρωπος ἀλλά θά κυριαρχεῖται ἀπό τόν διάβολο.Ἡ παρουσία του θά εἶναι σατανική ἐνέργεια· τά ἔργα του ἐπίσης θά γίνονται μέ τήν δύναμη τοῦ διαβόλου. Θά ἐπιδεικνύει δύναμη καί θαυματουργική ἱκανότητα, ἀλλά τίποτα δέν θά εἶναι ἀληθινό.

«Καὶ τέρασι, ψεύδους».Δηλ. θά προσπαθήσει μέ ἐντυπωσιακά φαινόμενα πού ὅμως θά εἶναι ψεύτικα ἤ καί θά ὁδηγοῦν σέ ἐξαπάτηση τῶν ἀνθρώπων νά πάρει τόύς ἀνθρώπους μέ τό μέρος του. Τά προλέγει ὅλα αὐτά ὁ ἅγιος Ἀπόστολος γιά νά μήν ἀπατηθοῦν οἱ ἄνθρωποι πού θά ζοῦν τότε.

Δίδαγμα:Ὁ σατανᾶς μπορεῖ νά δημιουργεῖ ψεύτικα φαινόμενα μέ σκοπό νά ἐντυπωσιάσει, νά πείσει καί νά ἐξαπατήσει. Μπορεῖ νά μετασχηματιστεῖ καί «σέ ἄγγελο φωτός». Σήμερα ἐπίσης μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖ καί τίς διάφορες ἐπιστημονικές ἀνακαλύψεις γιά νά δημιουργεῖ ἐντυπωσιακά ἀπατηλά φαινόμενα καί ψευτοσημεῖα καί μάλιστα στόν ἀέρα. Τά λεγόμενα UFO εἶναι δαιμονικές ἀπάτες. Εἶναι «τεχνοείδωλα τῆς ἀβύσσου». Σήμερα πολλοί ἄνθρωποι παρασύρονται ἀπό αὐτά. Ἐπίσης πολλοί ἄλλοι ἄνθρωποι παρασύρονται ἀπό τήν ἀστρολογία, τά ζώδια, τούς ὀνειροκρίτες, τούς μάγους, τά μέντιουμ, τίς «φωτισμένες», τίς καφεντζοῦδες, τίς χαρτορρίχτρες, τήν παραψυχολογία, τά πνευματιστικά φαινόμενα, τόν πνευματισμό, τίς ποικίλες αἱρέσεις καί θρησκεῖες, τά διάφορα συστήματα αὐτογνωσίας, αὐτοθεραπείας καί αὐτοθέωσης, τούς διάφορους γκουροῦ, τή Νέα Ἐποχή, τίς διάφορες σέκτες καί παραθρησκεῖες, τίς πολεμικές τέχνες, τά ὄνειρα, τή γιόγκα, τήν ὁμοιοπαθητική, τόν μασωνισμό, τά συστήματα χαλάρωσης καί αὐτοθεραπείας, τίς διάφορες ἐναλλακτικές θεραπεῖες, τή «θετική σκέψη», τό 12θεϊσμό, τό ρέϊκι, τήν ἀρωματοθεραπεία, τό βελονισμό, τήν ἀπροϋπόθετη δωρεά ὀργάνων καί τό λεγόμενο «ἐγκεφαλικό» θάνατο, τήν θεωρία γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν, τήν ἐλεύθερη συμβίωση κ.λ.π. Ὅλα αὐτά εἶναι ποικίλες ἐκδόσεις τῶν προδρόμων τοῦ ἀντιχρίστου. Ὅποιος ἐνδίδει στήν ἀπάτη τους, οὐσιαστικά προσκυνᾶ τόν σατανᾶ ὁ ὁποῖος μέ τά διάφορα ὄργανά του ἑτοιμάζει τόν ἐρχομό τοῦ ἀντιχρίστου. Ἡ ὁποιαδήποτε συμμετοχή τῶν χριστιανῶν σέ κάποιο ἀπό τά ἀνωτέρω εἶναι ἀπαράδεκτη καί θά πρέπει ὁ χριστιανός νά ἐξαλείψει τό ἐξ ἀγνείας (προφανῶς) ἁμαρτημά του μέ τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση. Δέν θά πρέπει «οὔτε γιά ἀστεῖο» νά λέμε τό φλυτζάνι ἤ νά κυττᾶμε τά ζώδια, τά ὡροσκόπια, τά χαρτιά ἤ νά παίζουμε χαρτιά «γιά νά περάσει ἡ ὥρα». Ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ καί πολύ χαίρεται ὅταν ἀσχολούμαστε μέ τίς «τέχνες» του. Ὁ διάβολος δέν γνωρίζει τό μέλλον ἀλλά μόνο εἰκάζει ἀπό τά γεγονότα καί τήν τεράστια πείρα πού ἔχει. Κάποτε «πετυχαίνει», ἀλλά ὁ σκοπός του τελικά εἶναι νά μᾶς βλάψει. Τά παιδιά ἐπίσης τεχνηέντως παρασύρονται(μέ πρόφαση τήν γυμναστική καί τήν αὐτοάμυνα, ἡ ὁποία ὅμως δέν χρειάζεται γιά τόν χριστιανό) στίς πολεμικές τέχνες (καράτε, τζοῦ-ντο, αϊκί-ντο, ταεκβο-ντό κ.λ.π.). Αὐτές δέν εἶναι παρά τελετουργίες πού εἶναι συνδεδεμένες μέ τίς ἀνατολικές θρησκεῖες( ἡ λέξη ντό σημαίνει στούς ἀνατολικούς δρόμος· εἶναι δηλ. ὅλα αὐτά δρόμος πρός τόν ὑποτιθέμενο θεό τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν, βλ. διάβολο). Ἀνοίγεται ἔτσι ὁ δρόμος γιά τήν ὁλοκληρωτική προσκύνηση τοῦ διαβόλου μέσω τῶν διαφόρων εἰδικῶν στάσεων, κινήσεων, κραυγῶν κ.λ.π. τῆς ἑκάστοτε πολεμικῆς τέχνης,πού εἶναι οὐσιαστικά τελετουργικά τυπικά καί λατρευτικές κινήσεις τῶν διαφόρων ἀνατολικῶν θρησκειῶν (βουδισμοῦ, ταοϊσμοῦ κ.λ.π.).


2.10 «καὶ ἐν πάσῃ ἀπάτῃ ἀδικίας τοῖς ἀπολλυμένοις͵ ἀνθ΄ ὧν τὴν ἀγάπην τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο εἰς τὸ σωθῆναι αὐτούς».

Θά προσπαθήσει ὁ ἀντίχριστος μέ κάθε τρόπο νά ἐξαπατήσει καί νά ἀδικήσει τούς ἀνθρώπους . Ἐκεῖνοι ὅμως, πού τελικά θά βλαφτοῦν θά εἶναι οἱ «ἀπολλύμενοι» δηλ. αὐτοί, πού οὕτως ἤ ἄλλως δέν θά θέλουν τήν σωτηρία τους. Διότι θά μποροῦσε κάποιος νά ρωτήσει:

-Γιατί θά ἐπιτρέψει ὁ Χριστός μας νά ἔλθει ὁ ἀντίχριστος; Τί εἴδους οἰκονομία εἶναι αὐτή; Ποιό τό κέρδος ἀπό τήν παρουσία του ἀφοῦ θά ἔρθει γιά νά μᾶς ζημιώσει;

-Ἄς μή φοβόμαστε ἄλλα ἄς προσέξουμε τί λέγει: Στούς «ἀπολλυμένους» θά ἔχει δύναμη καί θά ἀποκτήσει ἐξουσία. Σ’ αὐτούς δηλ. πού ἀκόμη καί ἄν δέν ἐρχόταν ὁ ἀντίχριστος ἐκεῖνοι θά χάνονταν στήν αίώνια κόλαση. Αὐτοί καί τώρα καί σέ κάθε ἐποχή θά κολάζονταν.

-Ἑπομένως ποιό εἶναι τό κέρδος ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ ἀντιχρίστου;

-Τό κέρδος εἶναι ὅτι θά φιμωθοῦν αὐτοί οἱ «ἀπολλύμενοι», δέν θά ἔχουν τί νά ποῦν.

-Πῶς;

-Διότι καί ἄν δέν ἐρχόταν ἐκεῖνος(δηλ. ὁ ἀντίχριστος) πάλι δέν θά πίστευαν στόν Χριστό. Ἔρχεται ὁ ἀντίχριστος γιά νά τούς ἐλέγξει. Γιά νά μήν ἰσχυριστοῦν ὅτι: «δέν πιστέψαμε, διότι ἔλεγε ὁ Χριστός γιά τόν ἑαυτό Του, ὅτι εἶναι Θεός (ἄν καί ὁ Χριστός μας πουθενά δέν εἶπε δημόσια ὅτι εἶναι Θεός). Ἐπίσης καί διότι οἱ μετά ἀπό Αὐτόν ἐκήρυξαν ὅτι εἶναι Θεός, γιαυτό δέν πιστέψαμε. Διότι άκούσαμε ὅτι Ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ἀπό τόν Ὁποῖον ὑπάρχουν τά πάντα, γιαυτό καί δέν πιστέψαμε στόν Χριστό». Αὐτήν ἀκριβῶς τήν πρόφασή τους ὁ ἀντίχριστος θά ἀναιρεσει. Διότι ὅταν θά ἔλθει καί ἐνῶ τίποτε τό ὑγιές δέν θά προστάζει, ἀλλά ὅλα τά παράνομα καί θά προσπαθεῖ νά γίνει ἀποδεκτός μέσῳ ψεύτικων θαυμάτων ἐν τούτοις θά τόν πιστέψουν. Ἔτσι θά ραφτεῖ τελείως τό στόμα τους, ἀπό ἐκεῖνον ἀκριβῶς, πού ἀκολούθησαν δηλ. τόν ἀντίχριστο.

Διότι ἐάν δέν πίστευσαν στόν Χριστό, πολύ περισσότερο θά ἔπρεπε νά μήν πιστεύσουν στόν ἀντίχριστο. Ὁ Χριστός μας ἔλεγε ὅτι εἶναι ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Πατέρα, ὁ ἀντίχριστος ὅμως τό ἀντίθετο. Γιαυτό ἔλεγε ὁ Χριστός μας: «Ἐγὼ ἦλθον ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρὸς͵ καὶ οὐκ ἐδέξασθέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ͵ ἐκεῖνον λήψεσθε». Δηλ. «Ἐγώ ἦλθα ταπεινά στό ὄνομα (ἐξ ὀνόματος) τοῦ Πατέρα μου καί δέν μέ δεχθήκατε. Ἐάν ἔλθει ἄλλος ὑπερήφανα, στό ὄνομά του (ἐξ ὀνόματός του), ἐκεῖνον θά τόν δεχθεῖτε».

Δίδαγμα: Ὁ ὑπερήφανος συγγενεύει μέ τόν διάβολο γιαυτό καί δέχεται τόν ἀντίχριστο καί τούς προδρόμους του. Προσοχή στήν ταπεινοφροσύνη. Θά πλανηθοῦν ἀπό τόν ἀντίχριστο αὐτοί πού πλανῶνται καί σήμερα ἀπό τόν διάβολο, λόγῳ τῆς ὑπεροψίας τους. Ὁ ὑπερόπτης ἀντιπαθεῖ τόν ταπεινό καί τούς τρόπους του. Τόν θεωρεῖ καθυστερημένο, ἀνίκανο νά ἐπιβληθεῖ, ὅτι «δέν ξέρει νά μιλήσει», χαζούλη, ἀφελῆ κ.λ.π. Ὁ ταπεινός ὅμως εἶναι ὁ πιό δυνατός καί συνάμα ὁ πιό ἔξυπνος ἄνθρωπος διότι μέ τήν στάση του ἑλκύει τήν χάρη τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ.

-Ἀλλά (θά μποροῦσαν νά ἰσχυριστοῦν αὐτοί πού θά ἀκολουθήσουν τόν ἀντίχριστο) εἴδαμε θαύματα.

–Ναί, ἀπαντοῦμε, ἀλλά καί στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ ἔγιναν πολλά θαύματα καί μεγάλα. Δέν θά ἔπρεπε λοιπόν πολύ περισσότερο νά πιστεύσετε σ’ Αὐτόν; Ἀκόμη γιά τόν ἀντίχριστο πολλά ἔχουν προφητευθεῖ: ὅτι θά εἶναι ὁ ἄνομος, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὅτι ἡ παρουσία του θά εἶναι κατ΄ ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ. Περί δέ τοῦ Χριστοῦ μας, τά ἀντίθετα: ὅτι θά εἶναι ὁ Σωτήρ, ὅτι ἄπειρα ἀγαθά μᾶς φέρει, ὅτι τελικά θά νικήσει καί συντρίψει τόν διάβολο καί τά ὄργανά του κ.λ.π. Παρ’ ὅλα αὐτά δέν θελήσατε νά Τόν ἀκολουθήσετε κάνοντας ὑπακοή στίς τόσο ἐλαφρές καί καλές ἐντολές Του.

Δίδαγμα: Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀδικαιολόγητοι ὅταν δέν ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό. Ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν μέ μαθηματική ἀκρίβεια σ΄Αὐτόν: α)ἡ κτίσις ὅλη μέ τήν τόση τελειότητα καί ὀμορφιά της προϋποθέτει ἕναν πάνσοφο καί παντοδύναμο Καλλιτέχνη β) οἱ προφητεῖες πού σταδιακά ἡ μία μετά τήν ἄλλη ἐπαληθεύονται μέ κάθε ἀκρίβεια. γ) τά σημεῖα, τά θαύματα , οἱ νεκραναστάσεις , ἡ δική Του ζωηφόρος Ἀνάσταση, ὅλα αὐτά πού κανείς ἄλλος δέν ἐπετέλεσε ἀπό τούς ἀνθρώπους παρά μόνο ὁ Χριστός μας, δ) ἡ τελειοτάτη διδασκαλία Του πού ποτέ πρίν δέν ἀκούστηκε ἀπό ἀνθρώπινο στόμα δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἀπό τόν Ἅγιο Θεό Μας.


Τῼ ΔΕ ΘΕῼ ΔΟΞΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ ΑΜΗΝ!

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

hristospanagia3.blogspot.com