Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Συνέντευξη μὲ τὴν μοναχὴ Φωτεινὴ

Μία ἐρημίτισσα τῶν καιρῶν μας

(Ἡ μοναχὴ Φωτεινὴ ζεῖ στὸ δάσος τοῦ Νέαμτς κοντὰ στὴ σπηλιὰ τῆς Ἅγ. Θεοδώρας τῆς Σίχλα σὲ μία καλύβα ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. Τὸ κατὰ κόσμο ὄνομά της ἦταν Φλοαρέα Μπουζίνκου, ἦταν παντρεμένη, χώρισε καὶ ἔχει ἕνα παιδί. Ἔγραψε καὶ δημοσίευσε ποιήματα καὶ διηγήματα, ἐργάστηκε, ἀλλὰ πάντα ἀκολουθοῦσε τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ προβλήματα καὶ τὶς στενοχώριες της ψάχνοντάς Τον στὰ μοναστήρια, στὶς ἀκολουθίες καὶ στὸ λόγο τῶν πνευματικῶν. Ἔγινε μοναχὴ ὅταν ἡ Ἅγ. Θεοδώρα τῆς Σίχλα τὴν θεράπευσε ἀπὸ τὸν καρκίνο κατὰ τρόπο θαυμαστὸ. Ἐδῶ στὰ βουνὰ τῆς Σίχλα βρῆκε τὴ πολυπόθητη γι' αὐτὴ ἡσυχία σὲ μία καλύβα. Σίγουρα ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ δοκιμασίες εἶναι μεγάλες καὶ γι’ αὐτὸ μᾶς μιλάει ἡ ἀδελφὴ Φωτεινὴ μὲ πολὺ ταπεινοφροσύνη)

-Πῶς εἶναι νὰ ζεῖ κανεὶς στὴν ἔρημο ἀδερφὴ Φωτεινὴ σὲ σχέση μὲ τὴ ζωὴ στὸ κόσμο; Ἐπειδὴ λένε γιὰ αὐτοὺς ποὺ διαλέγουν νὰ ζήσουν στὴν ἐρημιὰ ὅτι εἶναι τρελοὶ

(μοναχὴ Φωτεινή ) – Σᾶς λέγω σίγουρα ὅτι ἂν γεννιόμουν ξανὰ κατευθείαν στὴν ἡσυχία θὰ πήγαινα. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ «ἡσυχίας» καὶ «κόσμου», ἀκόμη καὶ μεταξὺ μοναστηριοῦ καὶ τῆς ἡσυχίας τῆς ἐρήμου. Σίγουρα οἱ πειρασμοὶ εἶναι πιὸ μεγάλοι στὴν ἔρημο ἀλλὰ ἡ χαρὰ ποὺ δίνει ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τίποτα ἐγκόσμιο. Ἂν ἀπὸ τὴ ἔρημο χρειαστεῖ νὰ βγεῖς στὸν κόσμο (ὅπως καμιὰ φορὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνω ἐγὼ ) αἰσθάνεσαι ὅτι μπαίνεις στοὺς «τρελλοὺς» ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι λένε γιὰ αὐτοὺς ποὺ ἀποτραβιοῦνται στὴν ἐρημιά….ἀλλὰ δὲ θέλω νὰ προσβάλω κανέναν.

-Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐδῶ σὲ αὐτὴ τὴ καλύβα εἶστε στὸ προθάλαμο τοῦ Παραδείσου;

-Ἐγὼ χαίρομαι γιὰ ὅ,τι μοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς ἐπειδὴ αἰσθάνομαι ὅτι μὲ ἀγαπάει ἡ Παναγία, ἀλλιῶς δὲ θὰ ἄντεχα στοὺς πειρασμοὺς τῆς ἐρήμου χωρὶς τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας, τῶν Ἁγίων καὶ τοῦ Χριστοῦ ….ἐπειδὴ ὁ ἐχθρὸς εἶναι πεισματώδης καὶ ἐπιθετικὸς ἰδίως πρὸς ἐκείνους ποὺ φέρουν τὸ ζυγὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀποτραβήχτηκαν στὴν ἡσυχία

-Μοναχὴ Φωτεινὴ γνωρίζω μοναχοὺς καὶ μοναχὲς ποὺ θέλουν νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ νὰ πᾶνε στὴ ἔρημο σὲ μιὰ μικρὴ καλύβα στὸ δάσος, νὰ εἶναι μὲ τὸ Χριστὸ, μόνοι, αὐτοὶ καὶ ὁ Χριστός, ὅσο καὶ νὰ ὑπέφερουν. Σὲ αὐτοὺς θὰ ἤθελα ἀπὸ τὴ πεῖρα σας νὰ πεῖτε τί πειρασμοὶ τοὺς περιμένουν

-Ναί, μπορῶ νὰ πῶ, ἀφοῦ σίγουρα πολλοὶ μοναχοὶ εἶναι ἤδη οἰκεῖοι μὲ τὶς παγίδες καὶ τὶς πονηρίες τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ δὲ ξέρω νὰ δώσω συμβουλὲς· ἡ ἁγιοσύνη τους πρέπει νὰ δώσει σὲ μένα. Ἂν αἰσθάνονται λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, ἀφοῦ ἔχουν μείνει στὸ μοναστήρι τουλάχιστον 10 χρόνια (σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες) θὰ πρέπει νὰ ἔχουν πρῶτα ἀπὸ ὅλα τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ τους.

-Μετὰ τὸ 1989 κυρίως βγαίνουν στὸ δάσος κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ δὲ τὰ πᾶνε καλὰ μὲ τοὺς νόμους καὶ ἂν δοῦν κάποιο μοναχὸ σὲ κάποιο καλυβάκι τὸν ληστεύουν. Αὐτοὶ δὲ ξέρουν τί εἶναι ἐρημίτης, μοναχὸς, ὅτι διάλεξε νὰ ζήσει στὴ φτώχεια καὶ ὅτι δὲν ἔχουν τί νὰ κλέψουν.

-Ἦρθαν καὶ σὲ μένα δὲ πολυβρῆκαν κάτι νὰ κλέψουν, ἀλλὰ εἶχα μία ὑποτακτικὴ ἡ ὁποία φοβήθηκε καὶ ἔφυγε, δὲν ἄντεξε। Ἤ τὴ νύχτα ὅταν κάνεις τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου συμβαίνει νὰ αἰσθάνεσαι τὸν διάβολο νὰ περνάει ἀπὸ κοντά σου καὶ νὰ ἀφήνει μιὰ μυρωδιὰ ψοφιμιοῦ, κάτι τρομερὸ καὶ νὰ χρειάζεται νὰ ἀνοίξεις τὴ πόρτα καὶ τὸ παράθυρο τῆς καλύβας γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ συνεχίσεις τὴ προσευχὴ.

-Ἐμφανίζεται αὐτὴ ἡ μυρωδιὰ χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἡ «πηγὴ» αὐτῆς τῆς μυρωδιᾶς;

-Ναὶ σίγουρα στὸ δάσος δὲν ὑπάρχουν τέτοιες μυρωδιές. Ἀλλὰ εἶναι καλὸ αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στὸ σατανὰ νὰ σὲ πειράξει γιὰ νὰ Τὸν πλησιάσεις πιὸ πολύ, ἐπειδὴ ἴσως δὲν ἔκανες ὅλο τὸ κανόνα καὶ γιὰ αὐτὸ ἔχεις πειρασμοὺς, ὅπως ἐγὼ ἡ ἀνάξια, ὅπου δὲν προσεύχομαι ὅσο πρέπει καὶ στενοχωρῶ τὸ Θεό. Ἄλλη φορὰ ἐνῶ προσευχόμουν ἦρθε κάποιος καὶ μοῦ ξερίζωσε ὑδρορροὲς ἀπὸ τὸ τοῖχο τῆς καλύβας (ἂν καὶ ἔξω δὲν ἦταν κανεὶς), ἐγὼ τὰ ἔβαλα στὴ θέση τους καὶ συνέχισα τὴ προσευχή, ἀλλὰ ἔχασα ἀρκετὸ χρόνο γιὰ τὴν ἐπιδιόρθωση. Συνέχισα νὰ διαβάζω τὸ ψαλτήρι καὶ πάλι ἄκουσα τὶς ὑδρορροὲς νὰ πέφτουν…τὶς ἐπιδιόρθωσα καὶ συνέχισα τὴ προσευχή μου.

-Τί εἶναι πιὸ δύσκολο στὴν ἔρημο ἀδερφὴ Φωτεινή;

-Αὐτὸ ποὺ εἶναι δύσκολο εἶναι ἡ πάλη μὲ τοὺς λογισμοὺς. Εἶναι δύσκολη αὐτὴ ἡ πάλη ἐπειδὴ ὁ ἐχθρός σοῦ δίνει σκέψεις ὅπου οὔτε ποὺ ὑποπτεύεσαι πὼς μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸ μυαλό σου. Γιὰ παράδειγμα : «τί γυρεύεις ἐδῶ ;», «γιατί ἦρθες ἐδῶ;», «ἄλλη δουλειὰ δὲν ἔχεις;», «δὲν μποροῦσες νὰ μείνεις στὸν κόσμο;»

Γιὰ αὐτὸ εἶναι καλὸ νὰ μὴν ἐπισκέπτονται συγγενεῖς ἐπειδὴ τὸν ἀναστατώνουν, ἴσως κάποια μοναχὴ ἢ μοναχὸς γιὰ νὰ φέρει λίγο φαγητό। Εἶναι καλὸ ὅμως τὸν ἐρημίτη νὰ μὴν τὸν ἐπισκέπτεται κόσμος. Ἐμένα ὁ πνευματικός μου δὲ μοῦ ἐπιτρέπει νὰ δέχομαι κόσμο καὶ ἄλλωστε γιατί νὰ ἔρθει κάποιος σὲ ἐμένα, τί συμβουλὲς νὰ τοῦ δώσω… ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος… προσεύχομαι γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ὅπως κάνει ἡ ἐκκλησία μας.

http://anemonpnoi-magdalini.blogspot.com/2011/04/blog-post_17.html

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Ἡ καθαρή προσευχή καί ἡ σωτηρία.

ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΟ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΔΥΝΑΤΟΣ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ, Η ΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ। ΑΠΟΥΣΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ।


Σέ ἀντίθεση μέ τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, ἀργότερα καί σήμερα δέν ἔχουμε πολλούς Ἁγίους, πολλούς θεούμενους διότι ἀτόνησε αὐτή ἡ ἐργασία τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καί προσοχῆς (νήψεως). Αἰτία αὐτῆς τῆς κατάστασης σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Νικόδημο εἶναι , στήν ἐπόχή του, ἡ ἔλλειψη κατάλληλων διδακτικῶν βιβλίων.
Σήμερα δόξα τῷ Θεῷ, δέν στερούμεθα βιβλίων σχετικῶν μέ τή ἀδιάλειπτο προσευχή. Ὅμως οἱ πολλές μέριμνες, ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ ἀμέλεια, ἡ ραθυμία, ἡ λήθη μᾶς πολεμοῦν φοβερά καί δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά ἐξασκήσουμε αὐτό τό ἔργο, πού θεώνει τόν νοῦ καί σώζει τόν ἄνθρωπο.
Σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρας θέωση καί σωτηρία ταυτίζονται. Γιαυτό εἶναι λίγοι οἱ σωζόμενοι, διότι λίγοι ἔχουν τήν ἀδιάλειπτο προσευχή καί τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη πού πηγάζει ἀπό αὐτή, ὡς τό κύριο ἔργο τῆς ζωῆς τους. Χωρίς τόν Χριστό καί τήν ἕνωση μαζί Του δηλ. χωρίς τήν θέωση τοῦ νοῦ μας «δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε»[1] ἑπομένως οὔτε καί νά σωθοῦμε.
Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στήν Εἰσαγωγή του στή Φιλοκαλία: «Οἱ περισσότεροι τώρα Πατέρες ἀναφέρουν σποραδικὰ στὰ συγγράμματά τους τὴν ἐργασία αὐτή, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἀπευθύνονται σὲ ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζουν τὸ πράγμα. Μερικοὶ ὅμως, ἐπειδὴ κατάλαβαν ἴσως τὴν ἄγνοια καὶ μαζὶ καὶ τὴν ἀδιαφορία τῆς γενεᾶς μας σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴν σωτηριώδη μελέτη, ἀφοῦ ἑρμήνευσαν λεπτομερῶς τὴν πρακτική της ἐφαρμογὴ μὲ κάποιες φυσικὲς μεθόδους, τὴν παραδωσαν πρόθυμα σ’ ἐμᾶς τὰ παιδιά τους. Τὴν ἐπαίνεσαν μὲ πάμπολλους χαρακτηρισμούς, τὴν εἶπαν ἀρχὴ κάθε θεοφιλοῦς ἐργασίας, σωρεία τῶν ἀγαθῶν, ὁλοκάθαρο γνώρισμα μετάνοιας, νοερή πράξη ποὺ ἀποτελεῖ στεφάνωμα τῆς ἀληθινῆς θεωρίας· καὶ μᾶς προτρέπουν ὅλους στὸ χρησιμότατο αὐτὸ ἔργο. Ἀλλὰ τώρα θρηνῶ, καὶ τὸ πάθος διακόπτει τὸ λόγο μου. Ὅλα τὰ βιβλία ποὺ φιλοσοφοῦν γιὰ τὴν ἀληθινὰ καθαρτικὴ καὶ φωτιστικὴ καὶ τελειοποιητικὴ – γιὰ νὰ πῶ τοὺς λόγους τοῦ Ἀρεοπαγίτη- ἐργασία, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα ὀνομάζονται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς Νηπτικά, ἐπειδὴ μιλοῦν γιὰ τὴν προσοχὴ καὶ τὴν νήψη, ὅλα μαζὶ αὐτὰ ποὺ εἶναι σὰν κάποια ἀπαραίτητα μέσα καὶ ὄργανα πού συντελοῦν στὴν ἴδια ὑπόθεση κι ἔχουν ἕνα σκοπό, νὰ κάνουν δηλαδὴ Θεὸ τὸν ἄνθρωπο, ὅλα αὐτὰ ἔχουν σχεδὸν χαθεῖ ἐξαιτίας τῆς ἀπὸ χρόνια παλιᾶς συγγραφῆς τους, τῆς σπανιότητας, ἀλλὰ – γιατί ὄχι; – κι ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ποτὲ ἐκδοθεῖ μὲ τὸν τύπο. Ἂν ἔχουν ἀπομείνει κάπου μερικά, κι αὐτὰ εἶναι σκοροφαγωμένα κι ὁλότελα κατεστραμμένα καὶ ἴδια σὰν νὰ μὴν ἔχουν ὑπάρξει ποτέ. Θὰ προσθέσω καὶ τοῦτο· ἐπειδὴ καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς δικούς μας δείχνουν ἀμέλεια καὶ τυρβάζονται γιὰ τὰ πολλά, ἐννοῶ τὶς σωματικὲς καὶ πρακτικὲς ἀρετές, ἤ, γιὰ νὰ πῶ τὸ πιὸ ἀληθινό, μόνο γιὰ τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρετῶν, καὶ ξοδεύουν σ’ αὐτὰ τὴ ζωή τους, ἐνῶ γιὰ τὸ ἕνα, τὴ φυλακὴ δηλαδὴ τοῦ νοῦ καὶ τὴν καθαρὴ προσευχή, δὲν ξέρω πῶς, ἀδιαφοροῦν χωρὶς καμιὰ γνώση. Καὶ κινδυνεύει αὐτὴ ἡ σύντομη καὶ γλυκύτατη ἐργασία νὰ χαθεῖ ὁλότελα, καὶ ἀπὸ αὐτὸ νὰ θαμπώσει καὶ νὰ σβήσει ἡ χάρη καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴ νὰ διαφύγει καὶ ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἡ θέωσή μας. Καὶ ἔχομε πεῖ πὼς αὐτὸ ἦταν τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε βάλει σ’ ἐνέργεια ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μὲ ὅλη τὴ θέλησή Του. Αὐτὸ εἶναι ἡ τελικὴ κατάληξη ὅπου ἀφοροῦν καὶ ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ἡ σχετικὴ μ’ ἐμᾶς οἰκονομία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴ ζωή μας στὴν αἰωνιότητα καὶ γενικὰ ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει μὲ θεϊκὸ τρόπο μέσα στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη.
Ὅπου πρωτύτερα πολλοί, καὶ κοσμικοὶ καὶ βασιλιάδες καὶ ἀπὸ ὅσους ζοῦσαν μέσα σὲ ἀνάκτορα καὶ κάθε μέρα ταλαιπωροῦνταν μὲ μύριες ἀσχολίες καὶ φροντίδες βιοτικές, εἶχαν ἕνα καὶ κύριο ἔργο τὴν ἀδιάλειπτη μέσα στὴν καρδιὰ προσευχὴ – καὶ συναντοῦμε πολλοὺς μέσα στὶς διηγήσεις-, τώρα ἀπὸ ἀμέλεια καὶ ἄγνοια, ὄχι μόνο ἀνάμεσα σὲ ὅσους ζοῦνε στὸν κόσμο ἀλλὰ καὶ στοὺς ἴδιους τούς μοναχοὺς ποὺ μονάζουν στὴν ἡσυχία, τὸ πράγμα ἔγινε σπανιότατο, πρὸς μεγάλη ζημία, καὶ ἐξαιρετικὰ δυσεύρετο. Κι ἐπειδὴ στεροῦνται αὐτὸ τὸ ὅπλο, μολονότι ἀγωνίζεται κατὰ τὸ δυνατὸ καθένας τὸν ἀγώνα του καὶ ὑπομένει τοὺς κόπους γιὰ τὴν ἀρετή, δὲν κάνουν κανένα καρπό, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νὰ καρποφορήσει κανένας χωρὶς τὴν ἀδιάλειπτη θύμηση τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀπότοκό της καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ ἀπὸ κάθε πονηρὴ σκέψη. «Χωρὶς ἐμένα, λέει, δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε», καὶ ἀλλοῦ: «Ὅποιος μένει σ’ ἐμένα, αὐτὸς κάνει πολὺ καρπὸ»[2].
Ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς συμπεραίνω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη αἰτία ποὺ τόσο πολὺ ἔλειψαν ὅσοι διαπρέπουν στὴν ἁγιότητα καὶ ζοῦνε καὶ μετὰ τὸ θάνατό τους, καὶ τόσο πολὺ λιγόστεψαν ὅσοι μποροῦν νὰ σωθοῦν[3] στὸν καιρό μας, παρὰ αὐτὴ μονάχα· ὅτι δηλαδὴ παραμελήσαμε αὐτὸ τὸ ἔργο ποὺ ἀνυψώνει στὴ θέωση· καὶ χωρὶς τὴ θέωση τοῦ νοῦ, εἶπε κάποιος, ὄχι ν’ ἁγιαστεῖ, ἀλλὰ οὔτε νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐνδεχόμενο. Αὐτὸ καὶ στὸ ἄκουσμά του μόνο εἶναι φρικτότατο, γιατί ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ σωτηρία εἶναι τὸ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τὴν ἐξήγηση ποὺ δίνουν οἱ σοφοί. Ἀλλὰ καὶ κάτι ἀκόμα ποὺ εἶναι καὶ τὸ κυριότερο, ὅτι ἔχουμε ἔλλειψη ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ καθοδηγοῦν σ’ αὐτό. Χωρὶς ὅμως αὐτὰ εἶναι τῶν ἀδυνάτων νὰ ἐπιτύχομε τὸν σκοπό μας»[4].

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://HristosPanagia3.blogspot.com


--------------------------------------------------------------------------------

[1] Ἰωάν. 15, 5: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»
[2] Ἰωάνν. ιε΄ 5.
[3] Πρβλ. Λουκ. ιγ΄, 23.
[4]Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 σελ. 19-21. Τό πρωτότυπο κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τῆς γε μήν ἐργασίας ταύτης οἱ πλείους μέν τῶν Πατέρων σποράδην ἐν τοῖς ἑαυτῶν συγγράμμασι μνημονεύουσιν, ὡς πρός εἰδότας τόν λόγον ποιούμενοι. Ἔνιοι δέ τοῦτο προειδότες ἴσως, τήν τῆς ἡμετέρας γενεᾶς περί ταύτην τήν σωτηριώδη μελέτην, ἀγνωσίαν ὁμοῦ καί ἀμέλειαν∙ καί τόν πρακτικόν αὑτῆς τρόπον διά τινων φυσικῶν μεθόδων λεπτομερῶς ἑρμηνεύσαντες, καθάπερ τινά πατρικήν κληρονομία ἡμῖν τοῖς ἑαυτῶν τέκνοις παραδοῦναι οὐκ ὤκνησαν. Οἵ καί πολυωνύμως ταύτην ἀποσεμνύνοντες καί ἀρχήν πάσης ἄλλης θεοφιλοῦς ἐργασίας καί σωρείαν τῶν ἀγαθῶν καί ἀκραιφνέστατον γνώρισμα μετανοίας καί πρᾶξιν νοεράν ἐπίβασιν οὖσαν ἀληθοῦς θεωρίας αὐτήν προσειπόντες, ἅπαντας ἐπί τό ὀνησιφόρον τοῦ ἔργου προτρέπουσι.
Θρηνῶ δέ τό ἐντεῦθεν∙ καί μοι τό πάθος ἐπικόπτει τόν λόγον. Τῶν γάρ περί τῆς τοιαύτης τῷ ὄντι Καθαρτικῆς καί Φωτιστικῆς καί Τελειωτικῆς, κατά τόν Ἀρεοπαγίτην εἰπεῖν, ἐργασίας φιλοσοφούντων βιβλίων, οὐ μήν, ἀλλά καί τῶν ἄλλων, ὅσα, διά τό περί προσοχῆς καί νήψεως διεξιέναι, Νηπτικά τοῖς πολλοῖς ἀκούει∙ πάντων ὁμοῦ ὥσπερ ἀναγκαίων τινῶν μέσων τε καί ὀργάνων εἰς τήν αὐτήν τεινόντων ὑπόθεσιν καί σκοπόν ἕνα ἐχόντων τό Θεουργῆσαι τόν ἄνθρωπον∙ διά τε τήν τοῦ χρόνου παλαιότητα, διά τε τήν σπάνιν, δός δ’ εἰπεῖν καί τῷ μηδέποτε τύποις ἐκδοθῆναι, μονονουχί ἐκλελοιπότων∙ εἰ δέ καί τινά που περιελέλειπτο, κἀκείνων σητοβρώτων ὄντων καί πάντῃ διαφθαρμένων καί ἴσα σχεδόν τοῖς, εἰ μηδέποτ’ ἦσαν, μνημονευομένων. Προσθήσω δ’ ὅτι, ἐπεί καί οἱ πλείους τῶν ἡμετέρων ἀμελῶς διάκεινται καί περί μέν τά πολλά τυρβαζόμενοι, τά σωματικά φημι καί πρακτικά τῶν ἀρετῶν∙ ἤ, ἀληθέστερον εἰπεῖν, περί μόνα τά τῶν ἀρετῶν ἐργαλεῖα, ἐν αὐτοῖς τόν ἅπαντα κατατρίβουσι βίον∙ τοῦ δε ἑνός, τῆς φυλακῆς δηλαδή τοῦ νοός καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, οὐκ οἶδ’ ὅπως ἀνεπιστημόνως γε λίαν ὀλιγωροῦσι∙ κινδυνεύει τήν τοιαύτην σύντομον καί γλυκυτάτην ἐργασίαν τέλεον ἐκλιπεῖν∙ ἀμαυρωθῆναί τε ἐντεῦθεν καί ἀποσβεσθῆναι τήν χάριν∙ σύν ταύτῃ δέ καί τήν πρός Θεόν ἡμῶν ἕνωσιν καί θεουργία διαπεσεῖν. (Ὅπερ ἦν τό, ὡς εἴρηται, προηγούμενον ἀπ’ ἀρχῆς καί κατ’εὐδοκίαν θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πρός ὅ δή, ὡς εἰς σκοπιμώτατον τέλος ἀφορῶσιν, ἥ τε πρός τό εἶναι δημιουργία καί ἡ πρός τό εὖ εἶναι καί ἀεί εὖ εἶναι περί ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομία καί ἁπλῶς ὅσα γε ἐν τῇ Παλαιᾷ καί ὅσα ἐν τῇ Καινῇ θεοπρεπῶς διαπέπτρακται.)
Ὅπου γάρ πρότερον πολλοί καί τῶν κατά Κόσμον ὄντες καί Βασιλεῖς αὐτοί καί ἐν Βασιλείοις διατρίβοντες καί μυρίαις ὅσαις φροντίσι καί μερίμναις βιοτικαῖς ὁσημέραι κατατεινόμενοι, ἕν καί καθ’ αὑτό ἔργον εἶχον, τό ἀδιαλείπτως ἐν καρδίᾳ προσεύχεσθαι, ὡς πολλούς ἐν ταῖς ἱστoρίαις εὑρίσκομεν∙ νῦν ἐξ ἀμελείας τε καί ἀγνωσίας, οὐ μόνον παρά τοῖς ἐν κόσμῳ οὖσιν, ἀλλά καί παρά τοῖς μοναχοῖς αὐτοῖς καί ἡσύχως μονάζουσι, σπανιώτατον ἐστίν, ὤ τῆς ζημίας! Καί πάνυ δυσεύρετον. Οὗτινος καί στερούμενοι, καίτοι κατά τό δυνατόν ἀγωνιζόμενοι ἕκαστος καί τούς ὑπέρ ἀρετῆς ὑπομένοντες πόνους, οὐδένα ὅμως καρπόν ἀποδρέπονται∙ ὅτι τῆς ἀδιαλείπτου τοῦ Κυρίου μνήμης καί τῆς ἐξ αὐτῆς τικτομένης καρδίας τε καί νοός ἀπό παντός πονηροῦ καθαρότητος χωρίς, καρποφορῆσαι ἀδύνατον∙ «χωρίς, γάρ φησιν, ἐμοῦ, οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Καί πάλιν∙ «ὁ μένων ἐν ἐμοί, οὗτος φέρει καρπόν πολύν»( Ἰωάνν. ιε΄ 5).
Ἐντεῦθεν δή καί τεκμαίρομαι μή ἄλλην εἶναι τήν αἰτίαν, δι’ ἥν οὕτως ἐξέλιπον οἱ ἁγιότητι διαπρέποντες καί ζῶντες ἔτι καί μετά θάνατον καί οὕτως ὀλίγοι εἰσίν οἱ σῳζόμενοι(Πρβλ। Λουκ. ιγ΄, 23) ἐν τῷ νῦν καιρῷ, εἰ μή ταύτην, ὅτι δηλαδή, τούτου τοῦ πρός θέωσιν ἀνάγοντος ἔργου παραμελήσαμεν· δίχα δέ τοῦ θεωθῆναι τόν νοῦν, ἔφη τις, οὐχ ὅπως ἁγιάσαι, ἀλλ’ οὐδέ σωθῆναι τόν ἄνθρωπον ἐνδέχεται∙ ὅ καί μόνῃ ἀκοῇ φρικωδέστατον, ταὐτόν γάρ ἐστι σωθῆναι καί θεωθῆναι κατά τήν τῶν θεοσόφων ἐκφαντορίαν. Τό δέ πλέον καί κυριώτερον, ὅτι καί τῶν εἰς τοῦτο χειραγωγούντων βιβλίων στερούμεθα. Τούτων δέ χωρίς, τοῦ τέλους ἐπιτυχεῖν, τῶν ἀδυνάτων ἐστίν» (Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρά τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διά τῆς κατά τήν πράξιν καί θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται καί εἰς ἥν προσετέθησαν τά ἐκ τῆς ἐν Βενετίᾳ ἐκδόσεως ἐλλείποντα κεφάλαια τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου, ἔκδοσις Ε΄, ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. καί Ἐ. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10-Ἀθῆναι, 1982 (στό ἑξῆς: Φιλοκαλία),τόμος Α΄, Προοίμιον εἰς τήν παροῦσαν βίβλον, σελ. κα΄-κβ΄).

http://hristospanagia1.wordpress.com/2011/09/08/%e1%bc%a1-%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%b1%cf%81%ce%ae-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%ce%b5%cf%85%cf%87%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%af-%e1%bc%a1-%cf%83%cf%89%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%af%ce%b1/

Πῶς καθαρίζεται ἡ καρδιά



ΠΩΣ ΑΝΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΙ ΕΝΕΡΓΕΙ
Ἡ Θεία Χάρη πού πήραμε στό Βάπτισμά μας καί παραμένει θαμμένη κάτω ἀπό τά πάθη, σάν τήν σπίθα μέσα στήν στάχτη, θά πρέπει νά ἐπανευρεθεῖ καί νά ἐπανενεργοποιηθεῖ .
Χωρίς τόν Θεό, χωρίς τήν Θεία Του Χάρη δέν εἶναι δυνατόν νά καθαριστεῖ ἡ καρδιά μας.
-Πῶς ὅμως θά τήν ἀνακαλύψουμε;
-Ὁ Θεός δέν μᾶς ἄφησε ἀπληροφόρητους· ἀντίθετα μᾶς δίδαξε τόν τρόπο…
Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στήν εἰσαγωγή του στή Φιλοκαλία: «Τὸ Πνεῦμα φωτίζει τοὺς σοφοὺς στὰ θεῖα Πατέρες καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀδιάκοπη νήψη καὶ τὴν προσοχὴ σὲ ὅλα καὶ τὴ φυλακὴ τοῦ νοῦ καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει τρόπο γιὰ νὰ ξαναβροῦν τὴν χάρη, τρόπο ἀληθινὰ θαυμαστὸ καὶ ἐπιστημονικότατο. Αὐτὸς ἦταν ἡ ἀδιάκοπη προσευχὴ στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ἁπλῶς μὲ τὸ νοῦ μόνο καὶ τὰ χείλη (τοῦτο εἶναι προφανὲς σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως ὅσοι διάλεξαν τὴν εὐσέβεια καὶ εὔκολο στὸν πρῶτο ἀπὸ αὐτοὺς) ἀλλὰ στρέφοντας ὁλόκληρο τὸ νοῦ στὸν μέσα ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι καὶ τὸ θαυμαστό.
Ἔτσι μέσα τους, στὰ ἴδια τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς ἐπικαλοῦνται τὸ πανάγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου, ζητοῦν μ’ ἐπιμονὴ τὸ ἔλεός Του, προσέχουν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὰ λόγια τῆς προσευχῆς, τίποτε ἄλλο δὲ δέχονται οὔτε ἀπὸ μέσα οὔτε ἀπὸ ἔξω καὶ διατηροῦν τὴ διάνοιά τους ὁλότελα ἀσχημάτιστη καὶ καθαρή.
Τῆς ἐργασίας αὐτῆς τὶς ἀφετηρίες καὶ – θὰ ἔλεγε κανεὶς – καὶ τὴν ὕλη, τὰ πῆραν ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Κάπου μᾶς λέει: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα σας»[1]. Κι ἀλλοῦ: «Ὑποκριτή, καθάρισε πρῶτα τὸ ἐσωτερικό τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς πιατέλας, καὶ τότε θὰ εἶναι καθαρὸ καὶ τὸ ἐξωτερικό τους»[2]. Αὐτὰ δὲν λέγονται γιὰ τὸ αἰσθητὸ μέρος τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἀναφέρονται στὸν μέσα μας ἄνθρωπο.
Καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος γράφει στοὺς Ἐφεσίους ἔτσι: «Γιὰ τοῦτο λυγίζω τὰ γόνατά μου ἐμπρὸς στὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· νὰ δώσει νὰ κραταιωθεῖτε μὲ τὸ Πνεῦμα Του στὸν μέσα ἄνθρωπο, γιὰ νὰ κατοικήσει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ Πνεῦμα Του μέσα στὴν καρδιὰ σας»[3]. Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει σαφέστερο ἀπὸ τὴ μαρτυρία αὐτή; Σὲ ἄλλο σημεῖο λέει: «Τραγουδώντας καὶ ψάλλοντας στὸν Κύριο μέσα στὴν καρδιὰ σας»[4]. Ἀκοῦς; Μέσα στὴν καρδιὰ λέει. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ κορυφαῖος Πέτρος, λέγοντας: «Ὥσπου νὰ φέξει ἡ μέρα καὶ ὁ αὐγερινὸς ἀνατείλει στὶς καρδιὲς σας»[5].
Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ κάθε εὐσεβή, τὸ διδάσκει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ σὲ μύριες ὅσες ἄλλες σελίδες τῆς Νέας Διαθήκης. Αὐτὸ μποροῦν νὰ τὸ διαπιστώσουν ὅσοι σκύβουν σ’ αὐτὲς προσεκτικά»[6].
Ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τόν τρόπο ζωῆς ὥστε νά γίνουμε ἀληθινά μακάριοι, μετέχοντας στή δική Του ἄπειρη μακαριότητα. Ὁ τρόπος εἶναι ἡ μίμηση τῆς δικῆς Του ζωῆς καί ἡ ἕνωσή μας μαζί Του , ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μας, τῆς καρδιᾶς μας μέ Αὐτόν.
Γιά νά ἑνωθεῖ ὁ νοῦς μας, ἡ καρδιά μας μαζί Του θά πρέπει νά εἶναι καθαρά.
Γιά νά καθαρισθοῦν θά πρέπει νά τά καθαρίσει ὁ Κύριος μέ τήν Χάρη Του.
Ἡ Θεία Χάρη μᾶς ἔχει δοθεῖ δωρεάν κατά τό Βάπτισμά μας, ἀλλά στούς περισσότερους ἀπό τούς βαπτισμένους παραμένει ἀνενεργή, θαμμένη κάτω ἀπό τά πάθη, στό βάθος τῆς καρδιᾶς.
Ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά καθαρισθεῖ θά πρέπει νά εἰσέλθει στήν καρδιά του καί νά ἐπανεύρει- ἐπανανακαλύψει αὐτήν τήν κρυμμένη Θεία Χάρη.
Ὁ τρόπος, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, γιά τήν ἐπανεύρεση της, εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίκληση δέν πρέπει νά γίνεται ξηρά, τυπικά, προστακτικά ( «ὅπως ὁ στρατηγός διατάσσει τούς φαντάρους του»), ἀλλά ταπεινά, στό βάθος τῆς καρδιᾶς, μέ συντριβή, μέ συναίσθηση, μέ μετάνοια, μέ ἀγάπη πρός τόν Κύριο, μέ γλυκύτητα. Δέν θά πρέπει ὁ νοῦς νά προσέχει τίποτε ἄλλο παρά μόνο τήν ἔννοια αὐτῶν τῶν πέντε λέξεων: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Κανένα ἐρέθισμα, καμμία ἄλλη παρεμβολή εἴτε ἐπό ἔξω, εἴτε ἀπό μέσα δέν θά πρέπει νά γίνεται δεκτή ἀπό τόν ἄνθρωπο. Τότε ὁ νοῦς παραμένει ἀσχημάτιστος καί σιγά-σιγά καθαρίζεται καθώς καί ἡ καρδιά.
ΤΙ ΕΝΕΡΓΕΙ Η ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἐπανεύρει τήν Θεία Χάρη συνεργάζεται μαζί της, τηρεῖ μέ τήν βοήθειά Της τίς Θεῖες Ἐντολές καί σιγά-σιγά ἀρχίζει νά νικᾶ τά πάθη.
Ὁ ἄνθρωπος αὐτός συνεχίζοντας τήν συνεργασία μέ τήν Θεία Χάρη, ἐπιτυγχάνει διά τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καί τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν τήν ποθητή κάθαρση ἀπό τά πάθη. Αἰσθάνεται τότε ὅτι ζεῖ καί προγεύεται τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεται τόσο φωτίζεται. Ἀπό τήν κάθαρση προχωρεῖ στό φωτισμό καί τήν Θέωση.
Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος:
«Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ἐργασία, συνοδευμένη καὶ μὲ τὴν ἐφικτὴ ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἠθικῶν ἀρετῶν, ἐξαιτίας τῆς θέρμης ποὺ δημιουργεῖται στὴν καρδιὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ἐνέργειας ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τοῦ παναγίου Ὀνόματος, τὰ πάθη καταναλίσκονται. γιατί «ὁ Θεὸς μᾶς εἶναι φωτιὰ καὶ μάλιστα φωτιὰ ποὺ κατατρώει τὴν κακία»[7]. Στὴ συνέχεια ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ λίγο – λίγο καθαίρονται κι ἑνώνονται μεταξύ τους. Κι ὅταν καθαρθοῦν κι ἑνωθοῦν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο, ἀπὸ τότε κατορθώνονται εὐκολότερα οἱ σωστικὲς ἐντολές, ἀπὸ τότε ξαναανατέλλουν στὴν ψυχὴ οἱ καρποὶ τοῦ Πνεύματος καὶ ἐπιδαψιλεύεται στὸν ἄνθρωπο ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθῶν. Καὶ γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία, ἀπὸ ἐδῶ εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπανέλθομε στὴν τέλεια χάρη τοῦ Πνεύματος ποὺ μᾶς δωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κατὰ τὸ Βάπτισμα, καὶ ποὺ ὑπάρχει βέβαια μέσα μας, ἀλλὰ τὰ πάθη τὴν ἔχουν καταχώσει, ὅπως ἡ στάχτη τὴ σπίθα. Θὰ ξαναλάμψει σκορπώντας τὶς λάμψεις της ὡς πέρα, θὰ τὴ θεαστοῦμε, θὰ φωτιστοῦμε στὸ νοῦ καὶ στὴ συνέχεια θὰ τελειοποιηθοῦμε καὶ θὰ θεωθοῦμε μὲ κατάλληλο τρόπο»[8].
Ἡ ἐν συντριβῇ καί μετανοίᾳ συνεχής ἐπίκληση τοῦ Θείου Ὀνόματος, συγκεντρώνει τόν ἐσκορπισμένο νοῦ καί τόν καταδύει στά βάθη τῆς καρδίας, ὅπου ὑπάρχει ἡ Θεία Χάρη. Ὁ νοῦς ἐπανανακαλύπτει καί ἑνώνεται μέ τήν Βαπτισματική Θεία Χάρη, ἡ Ὁποία καί ἐνεργεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδίας τοῦ βεβαπτισμένου ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος τώρα πλέον μέ τήν βοήθεια τῆς ἐνεργοῦ Θείας Χάρης μπορεῖ νά τηρήσει τίς Θεῖες Ἐντολές. Τηρώντας τίς ἐντολές ἀποδεικνύει ὅτι ἀγαπᾶ τόν Κύριο.
Ὅταν ἡ καρδία καθαρισθεῖ καί ὁ ἄνθρωπος τηρήσει τά Θεῖα προστάγματα τότε γίνεται δεκτικός τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ Θεός ἐμφανίζεται στόν ἄνθρωπο. Τότε πραγματοποιεῖται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει καὶ κατέχει τίς ἐντολές μου καὶ τίς τηρεῖ, ἐκεῖνος πράγματι μὲ ἀγαπᾶ. Ὅποιος μὲ ἀγαπᾶ θὰ ἀγαπηθῆ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, καὶ ἐγὼ θὰ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ μὲ ἕνα τρόπον πνευματικὸν καὶ πειστικὸν θὰ φανερώσω τὸν ἑαυτόν μου σ’ ἐκεῖνον»[9].
Ὅταν ὁ Κύριος ἔκανε λόγο γιά τήν ἐμφάνισή Του τότε τόν ρώτησε ὁ Ἰούδας ὄχι ὁ Ἰσκαριώτης: «Κύριε, πὼς ἐξηγεῖται, ὅτι τὸν ἑαυτόν σου θὰ φανερώνης εἰς ἡμᾶς καὶ ὄχι στὸν κόσμον;» [10].
Τότε ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε ὅτι «ἡ ἐμφάνισή μου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγάπην, ποὺ θὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ἐμέ. Ἐὰν κανεὶς μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήση στὴ ζωὴν του τίς ἐντολές μου, καὶ ὁ Πατήρ μου θὰ τὸν ἀγαπήση καὶ θὰ ἔλθωμεν σ’ αὐτὸν καὶ θὰ μεταβάλουμε τὴν καρδίαν του σέ μόνιμο κατοικία μας, ὥστε αὐτὸς νὰ εἶναι ἔμψυχος ναὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἐξ ἀντιθέτου ἐκεῖνος ποὺ δὲν μὲ ἀγαπᾶ, δὲν τηρεῖ τοὺς λόγους μου»[11]. Εἴθε ἀδιάλειπτα νά ἐπικαλούμαστε τόν Κύριο μέ αὐτόν τόν «ἐπιστημονικώτατον τρόπον» πού μᾶς ὑπέδειξαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες γιά νά ζοῦμε ἀπό τώρα τήν ὑποταγή τῶν παθῶν μας, τήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καί τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

π. Σάββας Ἀγιορείτης
http:HristosPanagia3।blogspot.com

[1] Λκ. 17, 21.
[2] Μτ. 23, 26.
[3] Ἐφ. 3, 14-17.
[4] Ἐφ. 5, 19.
[5] Β΄ Πέτρ. 1, 19.
[6] Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 σελ. 18-19. Τό πρωτότυπο κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τί οὖν ἐντεῦθεν; Σοφίζει μέν τό Πνεῦμα τούς θεοσόφους Πατέρας καί πρός τῇ καθόλου νήψει καί τῇ κατά πάντα προσοχῇ, καί φυλακῇ τοῦ νοός καί τρόπον αὐτοῖς ἀποκαλύπτει εἰς τό τήν χάριν αὖθις εὑρεῖν, ὡς θαυμαστόν ἀληθῶς καί ἐπιστημονικώτατον. Ὁ δέ ἦν τό εἰς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι οὐχ ἁπλῶς, ἐν νοῒ, φημί, μόνον καί χείλεσι∙ (τοῦτο καί γάρ ἅπασι κοινῶς τοῖς εὐσεβεῖν αἱρουμένοις προφανές καί τῷ τυχόντι ἐστίν εὐχερές)∙ ἀλλ’ ὅλον τόν νοῦν κατά τόν ἐντός ἄνθρωπον ἐπιστρεψαμένους, ὅ καί θαυμαστόν, οὕτως ἔνδον καί ἐν αὐτῷ τῷ τῆς καρδίας βάθει τό τοῦ Κυρίου ἐπικαλεῖσθαι Πανάγιον ὄνομα καί παρ’ αὐτοῦ τό ἔλεος ἐκζητεῖν, αὐτοῖς καί μόνοις γυμνοῖς τοῖς τῆς προσευχῆς προσέχοντας ῥήμασι καί μηδέν ἕτερον οὔτ’ ἔσωθεν, οὔτ ἔξωθεν τό σύνολον παραδεχομένους ἀσχημάτιστον ὅλως καί ἄχροον τηρεῖν τήν διάνοιαν. Τάς δέ δή τῆς ἐργασίας ταύτης ἀφορμάς καί τήν, ὡς ἄν εἴποι τις ὕλην, ἐξ΄ αὐτῆς ἔσχον τῆς τοῦ Κυρίου διδασκαλίας, ποτέ μέν λέγοντος∙ «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν»[6] ποτέ δέ∙ «Ὑποκριτά, καθάρισον πρῶτον τό ἐντός τοῦ ποτηρίου καί τῆς παροψίδος καί τότε τό ἐκτός αὐτῶν ἔσται καθαρόν». Ἅπερ, οὐκ αἰσθητῶς, ἀλλά περί τοῦ ἐντός ἡμῶν ἑννοεῖται ἀνθρώπου. Ἔκ τε τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός Ἐφεσίους γράφοντος οὑτωσί∙ «Τούτου χάριν κάμπτω τά γόνατά μου πρός τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ∙ ἵνα δῴη ὑμῖν δυνάμει κραταιωθῆναι διά τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ, εἰς τόν ἔσω ἄνθρωπον κατοικῆσαι τόν Χριστόν διά τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν. Τί ταύτης τῆς μαρτυρίας σαφέστερον γένοιτ’ ἄν; Καί ἀλλαχοῦ δέ∙ «ᾄδοντες, φησί, καί ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ». Ἀκούεις; ἐν τῇ καρδίᾳ, φησίν. Οὐ μήν ἀλλά καί ὁ Κορυφαῖος τοῦτο προσεμπεδοῖ∙ «ἕως οὗ, φάσκων, ἡμέρα διαυγάσῃ καί φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν». Τοῦτο δέ , ὡς ἀναγκαῖον παντί εὐσεβοῦντι καί ἐν μυρίαις ὅσαις ἄλλαις σελίσι τῆς Νέας Γραφῆς τό Πνεῦμα ἐκπαιδεύει τό Ἅγιον, ὡς ἔξεστι κατιδεῖν τοῖς ἐπεσκεμμένως ταύταις ἐγκύπτουσιν (Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρά τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διά τῆς κατά τήν πράξιν καί θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται καί εἰς ἥν προσετέθησαν τά ἐκ τῆς ἐν Βενετίᾳ ἐκδόσεως ἐλλείποντα κεφάλαια τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου, ἔκδοσις Ε΄, ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. καί Ἐ. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10-Ἀθῆναι, 1982 (στό ἑξῆς: Φιλοκαλία),τόμος Α΄, Προοίμιον εἰς τήν παροῦσαν βίβλον, σελ. κ-κα΄.
[7] Δευτ. δ΄, 24.
[8]Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Μετάφραση Ἀντώνιος Γαλίτης, Τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, στ΄ ἔκδοση 2004 σελ. 19.Τό πρωτότυπο κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὑπό τῆς τοιαύτης, καί γάρ πνευματικῆς καί ἐπιστημονικῆς ἐργασίας, μετά καί τῆς ἐφικτῆς τῶν ἐντολῶν καί τῶν λοιπῶν ἠθικῶν ἀρετῶν πράξεως, διά τῆς ἐκ τῆς τοῦ Παναγίου ὀνόματος ἐπικλήσεως ἐγγινομένης τῇ καρδίᾳ θέρμης καί τῆς κατ’ αὐτήν πνευματικῆς ἐνεργείας, τά μέν πάθη καταναλίσκονται∙ «πῦρ γάρ ὁ Θεός ἡμῶν καί πῦρ καταναλίσκον τήν μοχθηρίαν» (Δευτ. 4, 24)∙ ὅ τε νοῦς καί ἡ καρδία κατ’ ὀλίγον καθαίρονται, καί πρός ἑαυτά ἑνοῦνται. Κεκαθαρμένων δέ τούτων καί πρός ἑαυτά ἡνωμένων, ἐντεῦθεν, αἱ σωτηριώδεις ἐντολαί εὐχερέστερον κατορθοῦνται∙ ἐντεῦθεν, οἱ καρποί τοῦ Πνεύματος ἐπανατέλλουσι τῇ ψυχῇ καί πᾶσα ἡ τῶν ἀγαθῶν σωρεία ἐπιδαψιλεύεται∙ καί, ἵνα συνελών εἴπω, ἐντεῦθεν, συντομωτέρως ἔξεστιν ἡμῖν ἐπαναδραμεῖν πρός τήν ἐξ’ ἀρχῆς δωρηθεῖσαν ἐν τῷ Βαπτίσματι τελείαν χάριν τοῦ Πνεύματος, ἐν ἡμῖν μέν οὖσαν, ἀλλά δίκην τοῦ ἐν αἰθάλῃ σπινθῆρος συγκεχωσμένην τοῖς πάθεσι καί, τηλαυγῶς ἀναλάμψασαν αὐτήν, κατοπτεῦσαι καί φωτισθῆναι νοερῶς καί ἑπομένως τελειωθῆναι κάι θεωθῆναι κατάλληλα» (Φιλοκαλία,τόμος Α΄, Προοίμιον εἰς τήν παροῦσαν βίβλον, σελ. κα΄).
[9] Ἰωάν. 14, 21: «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς ἐκεῖνος ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν».
[10] Ἰω. 14,22 Λέγει αὐτῶ Ἰούδας, οὒχ ὁ Ἰσκαριώτης· Κύριε, καὶ τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ;
[11] Ἰω. 14, 23-24. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῶ· ἐὰν τὶς ἀγαπᾶ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν πὰρ’ αὐτῷ ποιήσομεν. ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ·



http://hristospanagia1.wordpress.com/2011/09/07/%cf%80%e1%bf%b6%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b8%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b6%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9-%e1%bc%a1-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b4%ce%b9%ce%ac/#more-16937

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ἡ βυζαντινή μουσική, ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος, ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο ἀναίμακτα.




1। Βυζαντινή μουσική
Ἡ βυζαντινή μουσική, ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος, ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο ἀναίμακτα. Ἕνα σπουδαῖο θεραπευτικό μέσο γιά τήν ταλαίπωρη ψυχή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, τοῦ ἐμπαθοῦς, εἶναι πράγματι ἡ Βυζαντινή μουσική. Διά τοῦτο δίδασκε ὁ σοφός ἰατρός τῆς ψυχῆς-Γέρων: «Ἡ βυζαντινή μουσική εἶναι πάρα πολύ ὠφέλιμη. Κανένας χριστιανός δέν πρέπει νά ὑπάρχει χωρίς νά ξέρει βυζαντινή μουσική. Πρέπει ὅλοι νά μάθομε. Ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν ψυχή. Ἡ μουσική ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο ἀναίμακτα. Χωρίς κόπο, ἀγαλλόμενος, γίνεσαι ἅγιος»[1]. Εἰδικά γιά τήν θεραπεία τῆς κατάθλιψης ἡ βυζαντινή μουσική εἶναι ἕνα πολύ ἀποτελεσματικό μέσο.Ἡ Βυζαντινή μουσική, δίδασκε, θεραπεύει τήν κατάθλιψη. «Μιά φορά (διηγεῖται ὁ Γέροντας) εἶχε κάποιος δαιμόνιο, ὁ βασιλιάς Σαούλ, καί πήγαινε ὁ Δαβίδ καί τοῦ ἔψαλλε καί ὁ δαίμονας ἔφευγε. Πήγαινε μέ τό ψαλτήρι-τό ψαλτήρι ἦταν ὄργανο. Ὅταν τόν ἔπιανε τό δαιμόνιο τῆς μελαγχολίας, πήγαινε ὁ Δαβίδ καί τοῦ ‘παιζε τό ψαλτήρι κι ἔτσι ἔφευγε ὁ δαίμονας. Ποῦ ‘ναι αὐτοί πού τρέχουνε νά βροῦνε θεραπεία γιά τήν κατάθλιψη. Ὅταν μάθουνε βυζαντινή μουσική καί ἰδοῦνε τή μαυρίλα νά ‘ρχεται, πάπ! ἕνα δοξαστικό κι ἡ μαυρίλα πού ἔρχεται νά σέ καταλάβει, ὡς ἕνα εἶδος ψυχικῆς μελαγχολίας, γίνεται ὕμνος πρός τόν Θεό. Ἐγώ τό πιστεύω αὐτό. Ἀπόλυτα τό πιστεύω. Σᾶς τό λέω ὅτι ἕνας μουσικός, πού ἀγαπάει τή μουσική, πού εἶναι εὐσεβής, μπορεῖ μιά δυσκολία του νά τήνε κάνει ἔργο μουσικό ἤ ἕνα ἕτοιμο ἔργο νά τό ψάλει, νά τό ἀποδώσει. Ἔτσι, προκειμένου νά κλαίει καί νά καταπιέζεται, προσφέρει μιά δοξολογία στόν Θεό»[2].
Ὁ ὑγιής ἄνθρωπος ζεῖ μέσα στήν ἁρμονία. Ἡ ἀρετή εἶναι ἁρμονία. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ἡ βυζαντινή μουσική εἶναι πάρα πολύ εὔκολη, ὅταν τήν ἐρωτευθεῖ ἡ ψυχή. Εἶναι τόση ἡ ὠφέλεια τῆς ἁρμονίας στήν ψυχή!. Αὐτός πού ξέρει μουσικά καί ἔχει ταπείνωση, ἔχει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Πάει νά θυμώσει, νά ἐκραγεῖ, ἀλλά φοβᾶται τή δυσαρμονία, διότι καί ὁ θυμός καί ὅλες αὐτές οἱ ἁμαρτωλές καταστάσεις δέν εἶναι μέσα στήν ἁρμονία. Κι ἔτσι μισεῖ σιγά σιγά τήν κακία καί ἐγκολπώνεται τήν ἀρετή, πού εἶναι ἁρμονία. Ὅλες οἱ ἀρετές ἔχουν ἁρμονία. Οὔτε στενοχώριες μπορεῖ νά ἔχεις, οὔτε… Μπορεῖς νά ζεῖς μέσα στή χαρά. Ἅμα καταλάβεις πώς ἔρχεται καμιά μαυρίλα στόν ὁρίζοντα τῆς ψυχῆς σου, λέεις ἕνα ὡραῖο τροπάριο καί ἡ μαυρίλα γίνεται ὕμνος στόν Θεό. Τή δύναμη αὐτή πού θά σέ στενοχωροῦσε καί θά σέ καταπίεζε, τήν ἴδια δύναμη τή βουτᾶς καί τήν ἁγιάζεις»[3].
2. Συνεχής προσπάθεια
Ἀπ’ ὅλα τά μέχρι τώρα λεγόμενα τοῦ Γέροντα συνάγεται ὅτι χρειάζεται συνεχής προσπάθεια γιά νά παραμένουμε στό Φῶς. Προσπάθεια γιά ἄσκηση καί μυστηριακή ζωή. Ὁ σεβαστός ἁγιασμένος Γέροντας ζοῦσε ἀληθινά μέσα στήν Ἐκκλησία. Διά τοῦτο καί ἔλεγε: «Στήν Ἐκκλησία… γινόμαστε ἔνθεοι. Ὅταν εἴμαστε μέ τόν Χριστό, εἴμαστε μέσα στό φῶς· κι ὅταν ζοῦμε μέσα στό φῶς, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει σκότος. Τό φῶς, ὅμως, δέν εἶναι παντοτινό· ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς. Συμβαίνει ὅπως μέ τό σίδηρο, πού ἔξω ἀπ’ τή φωτιά γίνεται σκοτεινός. Σκότος καί φῶς δέν συμβιβάζονται. Ποτέ δέν μπορεῖ νά ἔχομε σκοτάδι καί φῶς συγχρόνως. Ἤ φῶς ἤ σκότος. Ὅταν ἀνάψεις τό φῶς, πάει τό σκότος»[4].

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://Hristospanagia3.blogspot.com
Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου.


--------------------------------------------------------------------------------

[1] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 571.
[2] Ὅ. π. σελ. 572.
[3] Ὅ. π.
[4] Ὅ. π. σελ. 201.

http://hristospanagia1.wordpress.com/2011/09/04/%e1%bc%a1-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%ae-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%af-%e1%bc%a1-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%cf%87%ce%ae%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf/#more-16815