Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Προσευχή.γ’μέρος

Ἕνα σπουδαῖο ἀποτέλεσμα τῆς ἀδιάλειπτης μνήμης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς. Ὁ γέροντας ἔλεγε χαρακτηριστικά ὅτι ὁ νοῦς ἀποκτάει εὐλυγισία μέ τήν ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ.


Δίδασκε ὁ σοφός Γέρων: «Νά ἔχετε συνέχεια τή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ νοῦς σας θ’ ἀποκτήσει εὐλυγισία. Ἡ εὐλυγισία τοῦ νοῦ ἔρχεται ἀπ’ τήν ἐγρήγορση. Ἐγρήγορση εἶναι ὁ ἔρως γιά τόν Θεό. Εἶναι νά ἔχεις πάντα στό νοῦ καί στήν καρδιά σου τόν Χριστό, ἔστω κι ἄν κάνεις ἄλλες δουλειές. Θέλει ἔρωτα πρός τόν Χριστό, λαχτάρα. Μνήμη Θεοῦ θ’ ἀποκτήσετε μέ τήν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», μέ τίς προσευχές τῆς Ἐκκλησίας, μέ τούς ὕμνους, μέ τό νά φέρνετε στό νοῦ σας τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί χωρία ἀπ΄ τήν Ἁγία Γραφή κι ἀπό ἄλλα πνευματικά βιβλία»23.Ἡ προσευχή γιά τούς ἄλλους, δίδασκε, εἶναι πολύ εὐάρεστη στόν Θεό καί ἔχει μεγάλη πνευματική ὠφέλεια. «Ὅταν ἔχομε κάποιο πρόβλημα (ἔλεγε ὁ Γέροντας), ἐμεῖς ἤ κάποιος ἄλλος, νά ζητᾶμε κι ἀπό ἄλλους προσευχές καί νά παρακαλοῦμε ὅλοι τόν Θεό μέ πίστη καί ἀγάπη. Νά εἶστε σίγουροι ὅτι ὁ Θεός εὐαρεστεῖται σ’ αὐτές τίς προσευχές καί ἐπεμβαίνει κάνοντας θαύματα. Αὐτό δέν τό ἔχομε καταλάβει καλά. Τό πήραμε ἔτσι ἁπλά καί λέμε: «Κάνε μιά προσευχή γιά μένα». Πιό πολύ θά προσεύχεσθε γιά τούς ἄλλους παρά γιά τόν ἑαυτό σας. Θά λέτε τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καί θά ἔχετε μέσα σας πάντοτε καί τούς ἄλλους. Ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ ἴδιου Πατέρα, εἴμαστε ὅλοι ἕνα· γι’ αὐτό, ὅταν προσευχόμαστε γιά τούς ἄλλους, λέμε, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», καί ὄχι, «ἐλέησέ τους». Τούς κάνομε ἔτσι ἕνα μέ τόν ἑαυτό μας. Ἡ προσευχή γιά τούς ἄλλους, πού γίνεται ἁπαλά καί μέ βαθιά ἀγάπη, εἶναι ἀνιδιοτελής κι ἔχει μεγάλη πνευματική ὠφέλεια. Χαριτώνει τόν προσευχόμενο, ἀλλά χαριτώνει κι ἐκεῖνον γιά τόν ὁποῖο προσεύχεται, τοῦ φέρνει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔχετε μεγάλη ἀγάπη καί αὐτή ἡ ἀγάπη σᾶς κινεῖ σέ προσευχή, τότε τά κύματα τῆς ἀγάπης σας πηγαίνουν καί ἐπηρεάζουν αὐτόν γιά τόν ὁποῖον προσεύχεσθε καί δημιουργεῖτε γύρω του μία ἀσπίδα προστασίας καί τόν ἐπηρεάζετε, τόν ὁδηγεῖτε πρός τό ἀγαθόν. Βλέποντας τήν προσπάθειά σας ὁ Θεός δίδει πλούσια τήν χάρι Του καί σ’ ἐσᾶς καί σ’ ἐκεῖνον. Ἀλλά πρέπει νά ἀποθάνομε γιά τόν ἑαυτό μας»24.

Ἡ προσευχή μας, ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας, πού κάνομε γιά τόν ἄλλο, τόν θεραπεύει στέλνοντάς του κύματα Χάρης. Δίδασκε:« Ὅταν εὔχεται κανείς γιά τόν πλησίον του, μία καλή δύναμη βγαίνει ἀπ’ αὐτόν καί πηγαίνει στόν ἀδελφό καί τόν θεραπεύει καί τόν δυναμώνει καί τόν ζωογονεῖ. Μυστήριο πῶς φεύγει ἀπό μᾶς αὐτή ἡ δύναμη. Ὅμως, πράγματι, αὐτός πού ἔχει μέσα του τό καλό στέλνει τήν καλή αὐτή δύναμη στούς ἄλλους μυστικά καί ἀπαλά. Στέλνει στόν πλησίον του φῶς, πού δημιουργεῖ ἕναν κύκλο προστασίας γύρω του καί τόν προφυλάσσει ἀπ’ τό κακό. Ὅταν ἔχομε γιά τόν ἄλλο ἀγαθή διάθεση καί προσευχόμαστε, θεραπεύομε τόν ἀδελφό καί τόν βοηθᾶμε νά πάει στόν Θεό»25.

Ἡ προσευχή γιά τούς ἄλλους, δίδασκε, συστοιχώντας στούς Ἁγίους Πατέρας, ὠφελεῖ πολύ περισσότερο ἀπό τήν διδασκαλία. Οἱ μοναχοί ὠφελοῦν μυστικά τήν Ἐκκλησία μέ τίς προσευχές τους. Ἡ Ἐκκλησία διατηρήθηκε χάρις στόν Μοναχισμό. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὁ μοναχός φαίνεται ἀπόκοσμος καί ἀκοινώνητος γιά πολλούς. Φαίνεται ὅτι κοιτάζει μόνο τήν ψυχή του, ὅτι δέν προσφέρει τίποτα στήν Ἐκκλησία, στόν κόσμο. Αὐτό δέν εἶναι ἔτσι. Τόσα χρόνια ἄν διατηρήθηκε ἡ Ἐκκλησία, ὀφείλεται στό μοναχισμό.Αὐτός πού μπαίνει στό μοναστήρι καί τά δίνει ὅλα στόν Χριστό μπαίνει στήν Ἐκκλησία. Ἴσως νά πεῖ κάποιος: «Αὐτοί πού ζοῦν μόνοι τους σέ μιά σπηλιά βοηθοῦν τήν Ἐκκλησία;». Ναί. Οἱ σπηλαιῶτες βοηθοῦν τήν Ἐκκλησία μυστικά. Ἕνας πού ζεῖ στή σπηλιά μπορεῖ νά μή φτιάχνει δέντρα καί κήπους, συγγράμματα κι ἄλλα πού βοηθοῦν στή ζωή ἤ στήν πρόοδο, ἀλλά ἐκεῖ μέσα δημιουργεῖ κι ἐξελίσσεται καί θεοῦται. Οἱ ἀσκητές μένουν στή σπηλιά, γιά νά μήν τούς ἀποσπᾶ κανείς ἀπ’ τήν πνευματική ζωή. Μέ τή θερμή καί καθαρή ζωή τους καί κυρίως μέ τήν προσευχή τους βοηθοῦν τήν Ἐκκλησία. Θά σᾶς πῶ κάτι, πού θά σᾶς φανεῖ ὑπερβολικό. Ἀλλά, παιδιά μου, θέλω νά μέ πιστεύσετε. Πρόκειται γιά τήν προσφορά τῆς προσευχῆς τοῦ μοναχοῦ…Ἄςὑποθέσομε ὅτι ἔχομε ἑπτά ἱεροκήρυκες θεολόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἅγιοι στή ζωή τους. Ἡ ρητορεία τους ἄφθαστη. Ὁ καθένας ἔχει τήν ἐνορία του, πού ἀποτελεῖται ἀπό δέκα χιλιάδες ἐνορίτες. Κάθε μέρα ἀκοῦνε τό λόγο τους ἑβδομήντα χιλιάδες ἄνθρωποι. Συγκλονίζονται χιλιάδες πού τούς ἀκοῦνε, μετανοοῦν, ἐπιστρέφουν στόν Χριστό, σώζονται ὁλόκληρες οἰκογένειες. Ἕνας ὅμως, μοναχός, πού δέν τόν βλέπει κανείς, καθισμένος σέ κάποια σπηλιά, μέ τήν ταπεινή του προσευχή ἐπιδρᾶ πολύ περισσότερο. Ἕνας ἔναντι ἐπτά ἔχει μεγαλύτερα ἀποτελέσματα. Αὐτό βλέπω. Εἶμαι σίγουρος. Νά ποιά εἶναι ἡ σημασία τῆς προσευχῆς τοῦ μοναχοῦ. Εἶναι στό κελλί του μόνος, ἀλλά τά κύματα τῆς προσευχῆς του φθάνουν σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἔστω κι ἄν εἶναι μακριά. Μέ τήν προσευχή ὁ μοναχός συμμετέχει σ’ ὅλα τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων καί κάνει θαύματα. Ἡ προσφορά του, ἑπομένως, εἶναι πιό μεγάλη κι ἀπ’ τοῦ πιό ἄξιου ἱεροκήρυκα»26.

Γιαυτούς πού μᾶς κατηγοροῦν καί μᾶς στενοχωροῦν, δίδασκε ὁ Γέροντας, πρέπει νά κάνομε προσευχή. Ἔλεγε: «Συχνά μέ κατηγοροῦν, ἀλλά ἐγώ «ὡσεί κωφός οὐκ ἤκουον καί ὡσεί ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τό στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 37, 14). Γιαυτούς πού σᾶς κατηγοροῦν νά κάνετε προσευχή. Νά λέτε, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ὄχι «ἐλέησέ τον», καί θά εἶναι μές στήν προσευχή αὐτή κι ἐκεῖνος πού σᾶς κατηγορεῖ. Σᾶς λέει ὁ ἄλλος κάτι στενόχωρο; Ὁ Θεός τό ξέρει. Ἐσεῖς ν’ ἀνοίγετε τά χέρια σας στόν Θεό λέγοντας, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Νά τόν κάνετε ἕνα μέ τόν ἑαυτό σας. Κι Ἐκεῖνος γνωρίζει τί τόν βασανίζει βαθιά μέσα του καί βλέποντας τήν ἀγάπη σας σπεύδει εἰς βοήθειαν. Ἐκεῖνος ἐρευνᾶ τούς πόθους τῆς καρδιᾶς. Τί λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Ρωμαίους; «Ὁ δέ ἐρευνῶν τάς καρδίας οἶδε τί τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ὅτι κατά Θεόν ἐντυγχάνει ὑπέρ ἁγίων» (Ρωμ. 8, 27)»27.

Ἡ προσευχή, συνιστοῦσε, νά γίνεται μέ ἀνοικτά τά χέρια. Αὐτό εἶναι τό μυστικό τῶν ἁγίων. Ἔλεγε: «Νά προσεύχεσθε στόν Θεό μέ ἀνοικτά τά χέρια. Αὐτό εἶναι τό μυστικό τῶν ἁγίων. Μόλις ἄνοιγαν τά χέρια τους, τούς ἐπεσκέπτετο ἡ θεία χάρις»28.

Ἡ προσευχή γιά νά γίνει, ἔλεγε πάλι, πρέπει νά βρεθοῦμε στό κατάλληλο κλίμα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θά μᾶς τή διδάξει. Ὁ Γέροντας γνώριζε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι μηχανή. Κατανοοῦσε ὅτι χρειάζεται προετοιμασία γιά τήν προσευχή. Χρειάζεται προσευχή γιά νά μπορέσουμε νά προσευχηθοῦμε σωστά. Γιά νά προσευχηθοῦμε πρέπει νά βρεθοῦμε στό κατάλληλο κλῖμα. Ἡ εὐφροσύνη, ἡ χαρά εἶναι ἡ προθέρμανση. Νά πῶς τό ἔλεγε: «Πρίν ἀπό τήν προσευχή ἡ ψυχή πρέπει νά προετοιμάζεται μέ προσευχή. Προσευχή γιά τήν προσευχή… Χρειάζεται νά βρεθοῦμε καί σέ κατάλληλο κλίμα. Ἡ ἀναστροφή μέ τόν Χριστό, ἡ συζήτηση, ἡ μελέτη, ἡ ψαλτική, τό καντηλάκι, τό θυμίαμα, γίνονται τό κατάλληλο κλίμα, ὥστε ὅλα νά γίνουν ἁπλά, «ἐν ἁπλότητι καρδίας». Διαβάζοντας τίς ψαλμωδίες, τίς ἀκολουθίες, μέ ἔρωτα, χωρίς νά τό καταλάβουμε γινόμαστε ἅγιοι. Εὐφραινόμαστε μέ τά Θεῖα λόγια. Αὐτή ἡ εὐφροσύνη, αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἡ δική μας προσπάθεια, γιά νά μποῦμε εὔκολα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς, ἡ προθέρμανση ὅπως λέμε. Μποροῦμε καί νά φέρνουμε στό νοῦ μας ὡραῖες εἰκόνες ἀπό τοπία πού εἴδαμε. Αὐτή ἡ προσπάθεια εἶναι ἁπαλή, ἀναίμακτη. Ἀλλά μήν ξεχνᾶμε αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θά μᾶς διδάξει τήν προσευχή… Μή λέμε, «ἔκανα τόσες μετάνοιες, ἐξασφάλισα τώρα τήν χάρι», ἀλλά νά ζητοῦμε νά λάμψει ἐντός μας τό ἀκήρατον φῶς της θείας γνώσεως καί νά ἀνοίξει τα πνευματικά μας μάτια, γιά νά κατανοήσουμέ τα θεῖα Του λόγια… Τόν Θεό θά Τόν ἀγαπήσουμε ξαφνικά, ὅταν ἡ χάρις θά μᾶς ἐπισκιάσει»29.

Ὁ σατανᾶς, ἐπεσήμαινε, ἀπομακρύνεται μέ τήν πραότητα καί τήν προσευχή. Πρέπει νά τόν περιφρονοῦμε. Οἱ λογισμοί ἀντιμετωπίζονται μέ τήν περιφρόνηση καί μέ τή, ὅσο γίνετα ταχύτερα, στροφή στόν Χριστό. Δίδασκε ὁ ἄριστος πνευματικός μαχητής: «Ἡ ἐπικοινωνία μέ τόν Χριστό, ὅταν γίνεται ἁπλά, ἀπαλά, χωρίς πίεση, κάνει τό διάβολο νά φεύγει. Ὁ σατανᾶς δέν φεύγει μέ πίεση, μέ σφίξιμο. Ἀπομακρύνεται μέ τήν πραότητα καί τήν προσευχή. Ὑποχωρεῖ, ὅταν δεῖ τήν ψυχή νά τόν περιφρονεῖ καί νά στρέφεται μέ ἀγάπη πρός τόν Χριστό. Τήν περιφρόνηση δέν μπορεῖ νά τήν ὑποφέρει, διότι εἶναι ὑπερόπτης.Ὅταν, ὅμως, πιέζεσθε, τό κακό πνεῦμα σᾶς παίρνει εἴδηση καί σᾶς πολεμάει. Μήν ἀσχολεῖσθε μέ τόν διάβολο, οὔτε νά παρακαλεῖτε νά φύγει. Ὅσο παρακαλεῖτε νά φύγει, τόσο σᾶς ἀγκαλιάζει. Τόν διάβολο νά τόν περιφρονεῖτε. Νά μήν τόν πολεμᾶτε κατά μέτωπον. Ὅταν πολεμᾶς μέ πεῖσμα κατά τοῦ διαβόλου, ἐπιτίθεται κι ἐκεῖνος σάν τίγρις, σάν ἀγριόγατα. Ὅταν τοῦ ρίχνεις σφαίρα, αὐτός σοῦ ρίχνει χειροβομβίδα. Ὅταν τοῦ ρίχνεις βόμβα, σοῦ ρίχνει πύραυλο. Μήν κοιτάζετε τό κακό. Νά κοιτάζετε τήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ καί νά πέφτετε μές στήν ἀγκαλιά Του καί νά προχωρεῖτε. Νά Τοῦ δοθεῖτε, νά Τόν ἀγαπήσετε τόν Χριστό, νά ζεῖτε μέ ἐγρήγορση…

Ὅταν σᾶς ἐνοχλήσει κάτι, ἕνας λογισμός, ἕνας πειρασμός, μία ἐπίθεση, περιφρονώντας ὅλ’ αὐτά, θά στρέφετε τήν προσοχή σας, τό βλέμμα σας στόν Χριστό. Ἐκεῖνος μετά θά ἀναλάβει νά σᾶς ἀνεβάσει. Ἐκεῖνος θά σᾶς πιάσει ἀπ’ τό χέρι καί θά σᾶς δώσει πλούσια τή θεία Του χάρι… Τό σκέπτεσθε κι ἔρχεται τό Ἅγιον Πνεῦμα. Δέν κάνετε τίποτα. Κινεῖσθε πρός τά ἐκεῖ κι ἔρχεται ἀμέσως ἡ θεία χάρις. Μόλις στενάξετε, ἔρχεται, ἐνεργεῖ. Τί λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «…ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26)…Ὅταν δεῖτε τό ἀντίθετο πνεῦμα νά ἔρχεται νά σᾶς βουτήξει, ἐσεῖς δέν τρομοκρατεῖσθε, οὔτε τό κοιτάζετε, οὔτε προσπαθεῖτε νά τό βγάλετε ἀπό μέσα σας. Τί κάνετε; Ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι ἡ περιφρόνηση. Δηλαδή ἀνοίγετε τήν ἀγκαλιά σας, ἀνοίγετε τά χέρια σας στόν Χριστό, ὅπως τό παιδάκι πού βλέπει κάποιο θηρίο ἄγριο καί δέν φοβᾶται, γιατί εἶναι δίπλα ὁ πατέρας του καί πέφτει στήν ἀγκαλιά του. Αὐτόν τόν τρόπο νά χρησιμοποιεῖτε σέ κάθε προσβολή τοῦ πονηροῦ καί σέ κάθε λογισμό, δηλαδή τήν περιφρόνηση.

Ἐκείνη τή στιγμή, πού ἔχει ἀνάγκη ἡ ψυχή σας καί ἀγωνίζεσθε, νά φωνάζετε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὅλα νά τά προλαμβάνετε μέ τήν προσευχή. Αὐτό εἶναι μεγάλο μυστικό. Τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ, ἐκεῖ πού πᾶτε νά τόν περιφρονήσετε, ὁ πονηρός σᾶς βουτάει, σᾶς καθηλώνει καί σᾶς σφίγγει καί κάνει τό δικό του κι ὄχι αὐτό πού θέλετε ἐσεῖς. Πρέπει νά προλάβετε νά κάνετε τό ἄνοιγμα στόν Θεό. Γιά νά τό πετύχετε ὅμως αὐτό, πρέπει νά σᾶς φωτίσει ἡ θεία χάρις. Ἄν αὐτό δέν γίνει ἀμέσως, τότε σᾶς ἁρπάζει ὁ πονηρός κι ἐνῶ προσπαθεῖτε νά τόν διώξετε, σᾶς ἔχει ἤδη συλλάβει…Τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ, ἡ εὐκολία εἶναι νά στραφεῖτε πρός τό ἀγαπώμενο πρόσωπο, νά στραφεῖτε πρός τόν Θεό καί πρός κεῖ νά κοιτάξετε ζωηρά καί καλά κι ἐπιθυμητά καί θά σᾶς ἔλθει ἀμέσως ἡ δύναμη, θά σᾶς ἔλθει τό καλό. Δηλαδή, ἐνῶ βλέπετε ὅτι ἔρχεται τό κακό νά σᾶς καταλάβει, ἐσεῖς μόλις τό ἀντιληφθεῖτε ἀπό μακριά, τό περιφρονεῖτε καί τρέχετε στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ νά προλάβετε νά στραφεῖτε πρῶτα ἐκεῖ. Ὁπότε, ὅταν θά πᾶτε στό καλό, δέν θυμᾶστε τό κακό. Ἐδῶ εἶναι τό μυστικό, νά περιφρονήσετε τό κακό. Ἀλλά δέν μπορεῖτε νά τό κάνετε αὐτό, ἄν δέν στραφεῖτε στόν Χριστό. Λέμε καμιά φορά: «Περιφρόνησέ το τό κακό!». Ἔ, αὐτό εἶναι εὔκολο νά τό λέμε, ἀλλά δέν εἶναι εὔκολο νά τό κάνομε. Αὐτή ἡ περιφρόνηση ἔχει μεγάλη τέχνη. Ἡ περιφρόνηση τοῦ κακοῦ πνεύματος γίνεται μόνο μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Γυρίζετε πρός τόν Χριστό, τρέχετε προσπαθεῖτε νά γνωρίσετε τόν Χριστό, ν’ ἀγαπήσετε τόν Χριστό, νά αἰσθανθεῖτε τόν Χριστό καί σ’ αὐτή σας τήν προσπάθεια, ὅταν τά ἐλατήρια σας εἶναι ἁγνά καί καθαρά καί εἰλικρινή, ἀνοίγει ἡ χάρις τήν ψυχή σας καί σᾶς λέει: «Ἔγειρε ὁ καθεύδων καί ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» (Ἐφ. 5,14). Ἐκεῖ, μέσα στό θεῖο φῶς, θά ζοῦμε πάντοτε, ἐφόσον θ’ ἀγαπάει καί θά λαχταράει ἡ ψυχή μας τόν Θεό. Ἔτσι, μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὅλα εὔκολα κι ὅλα ἀληθινά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε: «Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν»(Ματθ. 11, 30)»30.

Δέν μπορεῖ,δίδασκε ὁ Γέροντας, ὁ ἄνθρωπος νά ἀποφύγει τόν παλαιό ἄνθρωπο χωρίς τή χάρι. Μόλις μᾶς προσβάλλει πρέπει νά προσευχόμαστε. Ἔλεγε: «Δέν μοῦ ἀρέσει νά συζητῶ μέ τόν παλαιό ἄνθρωπο. Δηλαδή μέ τραβάει ἀπό πίσω, ἀπ’ τό ράσο, ἀλλ’ ἀμέσως ἀνοίγω τά χέρια πρός τόν Χριστό κι ἔτσι τόν περιφρονῶ μέ τή θεία χάρι, δέν τόν σκέπτομαι. Ὅπως τό μωρό παιδί ἀνοίγει τά χέρια καί πέφτει στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του, ἔτσι κάνω κι ἐγώ. Εἶναι μυστήριο, δέν ξέρω ἄν καταλαβαίνετε τή λεπτότητα τοῦ θέματος. Ὅταν προσπαθεῖτε ν’ ἀποφύγετε τόν παλαιό ἄνθρωπο χωρίς τή χάρι, τόν ζεῖτε. Μέ τή χάρι, ὅμως, δέν σᾶς ἀπασχολεῖ πιά. Ὑπάρχει στό βάθος. Ὅλα μένουν μέσα μας, καί τά ἄσχημα· δέν χάνονται. Μέ τήν χάρι, ὅμως, μετουσιώνονται, μεταποιοῦνται, μεταστοιχειώνονται»31.

Οἱ ἄγγελοι δοξάζουν συνεχῶς τό Θεό· πρέπει νά εἶναι τό πρότυπό μας. Ἡ δοξολογία πρέπει νά εἶναι ἡ προσευχή μας. Ἔλεγε ὁ ἀεί δοξάζων τόν Θεόν Γέροντας:«Ὁ Θεός θέλει νά ὁμοιωθοῦμε μέ τούς ἀγγέλους. Οἱ ἄγγελοι μόνο δοξολογοῦν τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ προσευχή τους, μόνο ἡ δοξολογία. Εἶναι λεπτό πράγμα ἡ δοξολογία· ξεφεύγει ἀπ’ τά ἀνθρώπινα. Ἐμεῖς εἴμαστε ἄνθρωποι πολύ ὑλικοί καί χαμερπεῖς, γι’ αὐτό καί προσευχόμαστε στόν Θεό ἰδιοτελῶς. Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς τακτοποιήσει τά θέματά μας, νά πᾶνε καλά τά καταστήματά μας, οἱ ὑποθέσεις μας, ἡ ὑγεία μας, τά παιδιά μας. Προσευχόμαστε, ὅμως ἀνθρώπινα καί μέ ἰδιοτέλεια. Ἡ δοξολογία εἶναι ἀνιδιοτελής προσευχή. Οἱ ἄγγελοι δέν προσεύχονται, γιά νά κερδίσουν κάτι, εἶναι ἀνιδιοτελεῖς. Ὁ Θεός ἔδωσε καί σ’ ἐμᾶς αὐτή τή δυνατότητα, νά εἶναι ἡ προσευχή μας μία διαρκής δοξολογία, προσευχή ἀγγελική. Ἐδῶ βρίσκεται τό μεγάλο μυστικό. Ὅταν μποῦμε σ’ αὐτή τήν προσευχή, θά δοξάζομε τόν Θεό συνεχῶς, ἀφήνοντάς τα ὅλα σ’ Αὐτόν, ὅπως εὔχεται ἡ Ἑκκλησία μας: «πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτά εἶναι τά «ἀνώτερα μαθηματικά» τῆς θρησκείας μας!»32.

Ἡ τελειότερη προσευχή, ἔλεγε, εἶναι ἡ σιωπηλή. Δίδασκε ὁ ἀδιαλείπτως εὐχόμενος Γέροντας: «Ὁ τελειότερος τρόπος προσευχῆς εἶναι ὁ σιωπηλός. Ἡ σιγή. «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία» (Χερουβικόν Μεγάλου Σαββάτου). Αὐτός ὁ τρόπος, τῆς σιγῆς, εἶναι ὁ πιό τέλειος. Ἔτσι θεοῦσαι. Μπαίνεις στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Δέν πρέπει ἐμεῖς νά μιλᾶμε πολύ. Ν’ ἀφήνομε νά μιλάει ἡ χάρις. Ἔλεγα τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καί νέοι ὁρίζοντες ἄνοιγαν. Δάκρυα χαρᾶς κι εὐφροσύνης κυλοῦσαν ἀπ’ τά μάτια μου γιά τήν ἀγάπη καί τή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ. Λαχτάρα! Ἐδῶ κρύβεται τό μεγαλεῖο, ὁ Παράδεισος. Ἐπειδή ἀγαπάεις τόν Χριστό, λέεις τά λόγια αὐτά, αὐτές τίς πέντε λέξεις λαχταριστά, μέ καρδιά. Καί σιγά σιγά τά λόγια χάνονται. Εἶναι τόσο γεμάτη ἡ καρδιά, πού ἀρκεῖ νά πεῖς μία λέξη, «Ἰησοῦ μου!», καί τέλος καμία λέξη. Ἡ ἀγάπη ἐκφράζεται καλύτερα χωρίς λόγια. Ὅταν μία ψυχή ὄντως ἐρωτευθεῖ τόν Κύριο, προτιμᾶ τή σιωπή καί τή νοερά προσευχή. Ἡ πλημμύρα τῆς θείας ἀγάπης γεμίζει τή ψυχή ἀπό χαρά κι ἀγαλλίαση»33.

Μᾶς δίδεται ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε, ἔλεγε πάλι, ὅταν δέν τό ζητᾶμε· μᾶς δίδεται ὅταν δέν τό σκεφτόμαστε ἀλλά ζητᾶμε μόνο τήν Βασιλεία Του. Νά πῶς τά διατυπώνει ἀκριβῶς:«Νά ζητᾶμε στήν προσευχή μόνο τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Δέν εἶπε ὁ Κύριος: «Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ…καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»; (Ματθ. 6, 33· Λουκ. 12, 31). Εὔκολα, εὐκολότατα ὁ Χριστός μπορεῖ νά μᾶς δώσει ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε. Καί κοιτάξτε τό μυστικό. Τό μυστικό εἶναι νά μήν τό ἔχετε στό νοῦ σας καθόλου νά ζητήσετε τό συγκεκριμένο πρᾶγμα. Τό μυστικό εἶναι νά ζητᾶτε τήν ἕνωσή σας μέ τόν Χριστό ἀνιδιοτελῶς, χωρίς νά λέτε, «δῶσ’ μου τοῦτο, ἐκεῖνο…». Εἶναι ἀρκετό νά λέμε, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δέν χρειάζεται ὁ Θεός ἐνημέρωση ἀπό μᾶς γιά τίς διάφορες ἀνάγκες μας. Ἐκεῖνος τά γνωρίζει ὅλα ἀσυγκρίτως καλύτερα ἀπό μᾶς καί μᾶς παρέχει τήν ἀγάπη Του. Τό θέμα εἶναι ν’ ἀνταποκριθοῦμε σ’ αὐτή τήν ἀγάπη μέ τήν προσευχή καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Νά ζητᾶμε νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· αὐτό εἶναι τό πιό συμφέρον, τό πιό ἀσφαλές γιά μᾶς καί γιά ὅσους προσευχόμαστε. Ὁ Χριστός θά μᾶς τά δώσει ὅλα πλούσια. Ὅταν ὑπάρχει ἔστω καί λίγος ἐγωισμός, δέν γίνεται τίποτα»34.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

http://Hristospanagia3.blogspot.com

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

«Προσευχή» στόν Ἅγιο Ἰούδα τόν Θαδδαῖο ἤ ἔντεχνα σχεδιασμένη παγίδα πιστῶν μετά κεκαλυμμένης μαγείας;

Ἐρώτηση:


Μοῦ ἔδωσαν ἕνα φυλλάδιο μέ μία προσευχή τό ὁποῖο σᾶς ἀποστέλλω, ἡ ὁποία τιτλοφορεῖται «Προσευχή στόν Ἅγιο Ἰούδα τό Θαδδαῖο». Ἐγγυᾶται ἀποτελέσματα γιά ὅ,τι ζητήσει κανείς. Δέν μοῦ ἀρέσει τό γεγονός ὅτι λέει πώς πρέπει «οἱ προσευχές νά ἀπαγγέλλονται 6 φορές τήν ἡμέρα ἐπί 9 ἡμέρες. Παρακαλῶ σχολιάστε, πρόκειται περί πλάνης; Εὐχαριστῶ ἐκ τῶν προτέρων.

--------------------------------------------------------------------------------

«Αγιώτατε Απόστολε, Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, πιστέ υπηρέτη και φίλε του Ιησού, η Ορθοδοξία, σ’ όλον τον κόσμο σε τιμά και σε επικαλείται ως Προστάτη των απελπισμένων υποθέσεων, αυτών για τις οποίες έχει χαθεί κάθε ελπίδα.

Προσευχήσου για μένα. Είμαι τόσο απελπισμένος/η και μόνος/η. Σε ικετεύω κάνε χρήση αυτής της ιδιαίτερης Χάρης που σου έχει δοθεί, να φέρνεις ορατή και γρήγορη βοήθεια όπου δεν υπάρχει καμμία σχεδόν ελπίδα βοηθείας. Βοήθησέ με τούτη την ώρα της ανάγκης, για να μπορέσω να λάβω την παρηγοριά και την βοήθεια της Αγίας Τριάδος, σ’ όλες μου τις ανάγκες, δοκιμασίες, και βάσανα – (εδώ εκφράζετε το αίτημά σας) – και να μπορώ να υμνώ τον Χριστό μαζί με σένα και με όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς.


Υπόσχομαι, ω ευλογημένε Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, να ενθυμούμαι πάντοτε αυτή τη μεγάλη Χάρη. Να σε τιμώ πάντοτε, ιδιαίτερα ως τον πιο δυνατό προστάτη μου, και μ’ ευγνωμοσύνη να ενθαρρύνω την ευλάβεια προς εσένα, ΑΜΗΝ.

Είθε το όνομα της Αγίας Τριάδος να λατρεύεται και να υμνείται απ’ όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, στους αιώνες των αιώνων, ΑΜΗΝ.

Είθε το όνομα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, να υμνείται και να δοξάζεται τώρα και παντοτεινά, ΑΜΗΝ.

‘Αγιε Ιούδα Θαδδαίε δεήσου για μας και άκουσε τις προσευχές μας, ΑΜΗΝ.

Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Ιησού Χριστού. Ας είναι ευλογημένο το όνομα της Υπεραγίας και Αειπαρθένου Μαρίας. Ας είναι ευλογημένος ο Άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος.

Σ’ όλο τον κόσμο και σ’ όλους τους αιώνες, ΑΜΗΝ.

Πάτερ Ημών ……

Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου.

Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ο Ιησούς.

Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών νυν και αεί και την ώρα του θανάτου ημών, ΑΜΗΝ».

«** Π Ρ Ο Σ Ε Υ Χ Η Ε Ν Ν Ε Α Η Μ Ε Ρ Ο Υ **

Αυτή η προσευχή λέγεται όταν συναντάμε προβλήματα ή όταν δεν φαίνεται να υπάρχει βοήθεια και έχουμε σχεδόν απελπιστεί.

Οι προσευχές του εννεαημέρου πρέπει να απαγγέλονται εξ (6) φορές την ημέρα, επί εννέα (9) συνεχείς ημέρες. Οι προσευχές εισακούγονται την εννάτη και πριν και ποτέ μέχρι τώρα δεν απέτυχαν. Θα λάβετε τη Χάρη που ζητάτε, όσο απραγματοποίητη κι αν φαίνεται. (υπογραμμίσεις δικές μας).

(Διαδώστε την ευλάβεια στον Άγιο Ιούδα τον Θαδδαίο). Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας έχει γράψει μία Επιστολή η οποία ευρίσκεται στην Καινή Διαθήκη, πριν από την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Την διαδίδετε και αυτή με την παρούσα Ευλογία».

--------------------------------------------------------------------------------

Ἀπάντηση:

Ἀγαπητέ ἀναγνώστη, πρόκειται περί πλάνης. Ὁ Ἰούδας ὁ Θαδδαῖος, ἦταν ἕνας ἀπό τούς δώδεκα Ἀποστόλους καί, ἀπό ὅ,τι φαίνεται (εἶναι λίγα τά βιογραφικά στοιχεῖα πού ἔχουν διασωθεῖ), ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἄρα καί κατά σάρκα ἀδελφός τοῦ Κυρίου.

Ἡ παροῦσα προσευχή μᾶς προβλημάτισε πολύ, γιά τέσσερις κυρίως λόγους:

Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο «πρέπει» νά ἐκτελεῖται, καί μάλιστα μέ ἐγγυημένα ἀποτελέσματα.

Τά λόγια καί ἡ μορφή της.

Ἡ προέλευσή της, ἡ ὁποία δείχνει νά πηγάζει ἀπό προσευχή τῆς παπικῆς ἐκκλησίας.

Ἡ ἐμμονή της σέ ἕνα ὄνομα «Ἰούδα», καί γενικότερα σέ ἀναβίωση «ἀγνώστων».

1. Προβληματισμός γιά τόν τρόπο ἐκτέλεσης τῆς προσευχῆς

Κατ’ἀρχάς ὅπως πολύ σωστά ἀναφέρεις, καμμία προσευχή δέν «ἐγγυᾶται» ἀποτελέσματα καί μάλιστα μέσα σέ ἕνα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, π.χ. σέ 9 συνεχεῖς ἡμέρες. Ποιός μπορεῖ νά πεῖ ΠΟΤΕ ὁ Θεός θά ἀποφασίσει νά πραγματοποιήσει τό αἴτημά μας; Εἶναι σάν νά ἐκβιάζω τόν Θεό νά ἐνεργήσει α) ὁπωσδήποτε β) γιά ὁποιοδήποτε θέμα καί γ) ὅποτε θέλω ΕΓΩ. Ἄρα κατεβάζω τόν Θεό στά δικά μου μέτρα καί σταθμά.

α) ὁπωσδήποτε:

Ὁ Κύριος ὅταν προσεύχεται στήν Γεθσημανῆ αἰτεῖται στόν Θεό Πατέρα « .. εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο». Ἐδῶ δέν λέει «ὁπωσδήποτε», λέει «εἰ δυνατόν». Ἄρα μᾱς διδάσκει ὁ Κύριος στήν Γεθσημανῆ (μαζί καί μέ ἄλλα), ὅτι δέν ἐκβιάζουμε τόν Θεό, ἀκόμα καί ἄν εἴμαστε καί ἐμεῖς «θεοί». Ἀκόμα, τό αἴτημα τοῦ Κυρίου δέν ἔγινε δεκτό, ἀποδεχόμενος ὁ Ἴδιος τό θέλημα τοῦ Πατρός. Μέσῳ τῆς προσευχῆς λοιπόν:

Αἰτούμεθα, δέν ἐκβιάζουμε,

μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτό τό αἴτημά μας μπορεῖ καί ὄχι,(ἴσως καί νά μήν εἶναι γιά τό καλό μας - βλέπε καί ἑπόμενη παράγραφο),

ἀποδεχόμαστε τό Θέλημα τοῦ Κυρίου.

β) γιά ὁποιοδήποτε θέμα:

Ὁ ἐμπνευστής τῆς «προσευχῆς» αὐτῆς προτείνει νά τήν λέμε «ὅταν συναντᾶμε προβλήματα, ὅταν δέν ἔχουμε βοήθεια καί ὅταν ἔχουμε ἀπελπισθεῖ».

Καί ἄν αὐτό τό ὁποῖο αἰτοῦμαι δέν εἶναι γιά τό καλό μου; Ἤ εἶναι γιά τό κακό τοῦ ἄλλου; Πάλι δουλεύει ἡ μυστήρια αὐτή «προσευχή τοῦ Ἰούδα»; Ἐγγυᾶται ἀποτελέσματα ἀνεξαρτήτως τοῦ αἰτήματος; Καί καλά, ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανός πού ζεῖ μέσα στήν ἐκκλησία, πού ζεῖ ἐν μετανοίᾳ, ἐξομολογεῖται, μεταλαμβάνει τῶν ἀχράντων μυστηρίων … πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν ἔχει βοήθεια «ἀπό κανένα» ἤ νά «ἔχει ἀπελπισθεῖ»; Μήπως ἑπομένως αὐτή ἡ «προσευχή» προσπαθεῖ ἐντέχνως νά βρεῖ «ὀπαδούς» σέ ὅσους Ὀρθοδόξους ἔχουν χαλαρή σχέση μέ τήν ἐκκλησία; Καί ἄν εἶναι ἔτσι, καί οἱ Ἰεχωβάδες τήν ἴδια μέθοδο τῆς χαλαρῆς σχέσης μέ τήν ἐκκλησία δέν χρησιμοποιοῦν γιά νά προσεγγίσουν κάποιους ἀφελεῖς Ὀρθοδόξους;

γ) ὅποτε θέλω ΕΓΩ.

Ὁ ἄνθρωπος σήμερα θέλει γρήγορες λύσεις σέ ὅλα. Ἐδῶ καί τώρα. Δέν λειτουργεῖ ἔτσι ἡ προσευχή. Ἔτσι λειτουργεῖ ἡ ματαιοδοξία καί πλεονεξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα καί αὐτή ἡ μαγεία.

Χρειάζεται πολύ μεγάλη ἁγιότητα γιά νά ἐνεργήσει ὁ Κύριος ἄμεσα σέ ἕνα αἴτημα, καί πάλι ἐάν ὁ Κύριος θελήσει. Μήπως εἴμαστε καί ἐμεῖς Ἅγιοι;

Ἡ μοναδική στιγμή στήν Ἱστορία πού ἔγινε «προγραμματισμένη» ἐπίσκεψη τῆς Θείας Χάριτος ἦταν αὐτή τῆς Πεντηκοστῆς, διότι ὁ Κύριος εἶχε προειδοποιήσει τούς μαθητές του ὅτι θά τούς ἀποστείλει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό πού ἀναφέρει τό φυλλάδιο ὅτι «θά λάβετε τήν χάρη πού ζητᾶτε ὅσο ἀπραγματοποίητη καί ἄν φαίνεται(!)» θά μποροῦσε νά παραπέμψει ἀκόμα καί σέ πλάνη τύπου πεντηκοστιανῶν. Δηλαδή ὅσο χάρη καί νά ζητήσω θά τήν λάβω; Ἄρα μπορῶ νά φτάσω καί στήν θέωση ἔτσι ἁπλά; Ἄρα τί χρειαζόμαστε τήν διδασκαλία τῶν πατέρων, τήν μετάνοια, τήν Θεία Κοινωνία, τήν ἴδια τήν ἐκκλησία τοῦ Κυρίου; Εἰσερχόμαστε στόν παράδεισο «Θεωμένοι» μέσα σέ 9 ἡμέρες!! Ἔ καί κάποιος ἄλλος ὑποσχέθηκε «Θέωση» στήν Εὕα σέ μία στιγμή, καί βρέθηκε ἐκτός παραδείσου.

Ἕνας μεγαλόσχημος μοναχός κάνει δύο χιλιάδες ἤ καί περισσότερες μετάνοιες καθημερινά, χώρια τά κομποσκίνια, οἱ προσευχές κατ’ ἰδίαν, ἡ «ἀδιάλειπτη» προσευχή, ἡ συμμετοχή του στίς ἀκολουθίες κλπ. Γιά νά συγκρίνουμε τό «6 φορές τήν ἡμέρα ἐπί 9 ἡμέρες μέ τό π.χ 2000 μετάνοιες καί 100 κομποσκοίνια καί 2 ἀκολουθίες τήν ἡμέρα γιά 1,2, 10, 20, 50 χρόνια, ὅλη του τήν ζωή (τοῦ μοναχοῦ). Τί περιμένει; Νά τόν ἀκούσει ὁ Θεός τήν 1η ἡμέρα, τήν 10η, τόν 1ο χρόνο, πότε; Τήν Θεία Χάρη δέν μπορεῖ νά τήν ἐκβιάζει κανείς. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ἔλαβε τήν χάρη σέ 2 μῆνες ἀπό τότε πού πῆγε στό Ἅγιο Ὅρος νά ἀσκητέψει, καί ὅταν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ στόν πνευματικό του γιά νά ἐπιβεβαιώσει ἄν τό ὅραμα πού εἶδε ἦταν ἐκ Θεοῦ ἤ ἐκ τοῦ Πονηροῦ, ὁ πνευματικός του, ἀφοῦ τοῦ ἐπιβεβαίωσε ὅτι ἦταν ἐκ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι τοῦ ἰδίου τοῦ εἶχε πάρει 40 χρόνια προσευχῆς γιά νά ἀξιωθεῖ τῆς Χάριτος. Σέ κάποιον λοιπόν παίρνει 2 μῆνες σέ κάποιον ἄλλο 40 χρόνια, σέ ἄλλον ποτέ …

2. Προβληματισμοί πού προκύπτουν ἀπό τά λόγια καί τήν μορφή τῆς ἰδίας τῆς προσευχῆς.

Ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ προσευχή αὐτή δέν δείχνει κάτι τό ὕποπτο. Θά μποροῦσε ἐνδεχομένως κανείς, καλῇ τῇ πίστῃ, νά πεῖ αὐτή τήν προσευχή μία φορά στόν Ἅγιο Ἰούδα τόν Θαδδαῖο μέ τό αἴτημά του καί ἄν ὁ Κύριος ἀποφασίσει νά δώσει τήν ἀπάντησή του ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, μέ τήν μεσιτεία τοῦ Ἁγίου Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου, ἄς εἶναι εὐλογημένο. Ὄχι ὅμως καί ἀκολουθώντας τίς ὁδηγίες περί 6 φορῶν τήν ἡμέρα ἐπί 9 ἡμέρες κλπ

Σημεῖα πού προξενοῦν ἐντύπωση:

Ἡ χρήση τῆς δημοτικῆς γλώσσας (ὅταν ὅλες οἱ ἐπίσημες παρακλήσεις ἔχουν συνταχθεῖ στήν καθαρεύουσα). Ἀλλά ἄς ἦταν καί στήν καθαρεύουσα, γιατί οἱ λέξεις «Ὀρθοδοξία/Ὀρθόδοξοι» ἀναφέρονται ἐπίμονα 3 φορές στίς λιγοστές (12 περίπου) γραμμές τῆς «προσευχῆς»; Μήπως ὁ ἐμπνευστής τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔχει ἄγχος νά δώσει «ταυτότητα» Ὀρθοδόξου;

Τό σημεῖο τῆς προσευχῆς : « .. νά σέ τιμῶ πάντα ὡς τόν πιό δυνατό προστάτη μου καί μέ εὐγνωμοσύνη νά ἐνθαρρύνω τήν εὐλάβεια πρός ἐσένα ..». Οὐδέποτε ἕνας Ἅγιος περιμένει ἀπό τόν πιστό ἀνταπόδοση, τί κερδίζει ὁ ὁποιοσδήποτε Ἅγιος ἀπό ἐμᾶς ἤ τήν ὑπόσχεσή μας νά τόν τιμοῦμε ἤ νά διαδίδουμε τό ὄνομά του; Ἔχει ἀνάγκη ἀνταπόδοσης, ἀναγνώρισης, ἤ δόξας; Ἰδιαίτερα «ἀνθρωποκεντρικό» καί ἐκκοσμικευμένο τό φρόνημα τοῦ συντάκτη τῆς προσευχῆς, ἐάν ὄχι ἑωσφορικό.

Ἡ ὁποιαδήποτε προσπάθεια νά δημιουργήσει κανείς ἕναν «τύπο» προσευχῆς βάσει τῆς ὁποίας ὁ Θεός πρέπει νά λατρεύεται ἐν γένει ἀπό τούς πιστούς εἶναι ἐπικίνδυνο καί ἐκτός παραδόσεως τῆς Ὀρθόδοξου πίστεως. Σύγχρονοι ὑμνογράφοι σάν τόν μακαριστό Ἁγιορείτη Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, ἔλαβαν ἐπίσημα εὐλογία (ἄδεια), α) γιά νά συνθέσουν ακολουθίες και ὕμνους καί β) γιά νά τούς δημοσιεύσουν. Ἀλλιῶς θά ἦταν πολύ εὔκολο ὁ καθένας νά ἔκανε αὐθαιρέτως ὅ,τι ἤθελε (ὅπως καί οἱ προτεστάντες).

Ἀναρωτιέται κανείς, χάθηκαν τόσες διαθέσιμες παρακλήσεις Ἁγίων, ἤ τῆς Παναγίας μας; Σέ ὅλο τό λατρευτικό μέρος τῆς ἐκκλησίας μας δέν μπορεῖ νά βρεῖ κανείς παρηγοριά, καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά τήν βρεῖ εἶναι ἀπό ἕνα αὐθαιρέτως δημιουργημένο φυλλάδιο; Μία ἐγκεκριμένη παράκληση στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου θά ἦταν ὁπωσδήποτε προτιμότερη καί μέσα στήν λειτουργική τάξη τῆς Ἐκκλησίας.

Τό ὅτι ἡ προσευχή αὐτή ἐμφανίζεται ὡς πρόλογος σέ φυλλάδιο μίας τέτοιας παράκλησης πρός τόν Ἰούδα τόν Θαδδαῖο (ἐντέλει ὑπάρχει) καί φέρει τήν ἄδεια τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.(http://www.pigizois.net/latreia/paraklitikoi_kanones/index.htm). Πιθανότατα βρίσκεται ἐκεῖ ἀπό λάθος καί ἡ ἐν λόγῳ Ἱερά Μητρόπολη τῆς Ἰστοσελίδας «pigizois.net» δέν τό ἔχει προσέξει.

3. Ἡ προέλευσή της, δείχνει νά πηγάζει ἀπό προσευχή τῆς παπικῆς ἐκκλησίας.

Βρήκαμε ἑκατοντάδες ἀναφορές στό διαδίκτυο (στήν Ἀγγλική γλώσσα) σχετικά μέ τήν προσευχή αὐτή. Ἴσως ἡ πιό ἐνδιαφέρουσα ἀναφορά εἶναι ἡ ἑξῆς: http://www.catholic-saints.info/catholic-prayers/prayer-to-saint-jude-thaddeus.htm καί μάλιστα γιά 2 λόγους:

Προλογεῖ: “Προσευχή πρός τόν Ἅγιο Ἰούδα τόν Θαδδαῖο, εὐχαριστηθεῖτε ἀπό τίς παρηγορητικές λέξεις αὐτῆς τῆς παραδοσιακῆς Καθολικῆς προσευχῆς!” («Prayer to Saint Jude Thaddeus, Enjoy the comforting words of this traditional Catholic Prayer»).

Τό Ἀγγλικό κείμενο εἶναι σχεδόν ἴδιο μέ τό Ἑλληνικό (!!!). Στό Ἑλληνικό ἔχει προστεθεῖ βέβαια «…ἡ Ὀρθοδοξία, σ’ ὅλον τόν κόσμο σέ τιμᾶ…», «…ὑμνεῖται ἀπ’ ὅλους τούς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς..». Φαίνεται δηλαδή νά πήραμε μία μή ὀρθόδοξη προσευχή καί νά τίς δώσαμε εὔκολα «ταυτότητα» ὀρθόδοξης !

Ἄλλοι δείχνουν νά ἀφαιροῦν τήν ἀναφορά στήν Ἁγία Τριάδα, (http://www.stjude-shrine.org/prayers.htm καί http://forums.contracostatimes.com/topic/st-jude-thaddeus-prayer - στήν τελευταία δίδεται μάλιστα ἡ ΙΔΙΑ εἰδική ἔμφαση στόν 9ήμερο τρόπο προσευχῆς) καί ἄλλοι νά ἔχουν συνθέσει ὁλότελα διαφορετική προσευχή http://www.mycatholictradition.com/jude-thaddeus.html

Νομίζω πώς ὀφείλουμε νά συμπεράνουμε ὅτι ἡ προέλευση τῆς προσευχῆς αὐτῆς ΔΕΝ εἶναι Ὀρθόδοξη. Κάποιος τήν δανείστηκε ἀπό τούς αἱρετικούς, τήν μετέφρασε στήν νεοελληνική γλῶσσα καί τῆς ἔδωσε Ὀρθόδοξη «Ἰθαγένεια» !!

4. Ἡ ἐμμονή σέ ἕνα ὄνομα «Ἰούδα» καί γενικότερα σέ ἀναβίωση «ἀγνώστων».

Ταπεινῶς φρονοῦμε ὅτι, ὅταν τοποθετήσει κανείς μερικά ἀπό τά κομμάτια τοῦ νεοεποχίτικου “puzzle”, βλέπουμε τά ἑξῆς:

«Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰούδα (Ἰσκαριώτου!!)»

«Προσευχή τοῦ Ἰούδα (Θαδδαίου - Ἀδελφοθέου)».

«Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου». Θά πεῖτε ποιά ἡ σχέση τῶν παραπάνω; Ἡ ἀναβίωση τῆς λειτουργίας αὐτῆς στίς ἡμέρες μας ἀντιπροσωπεύει τίς τάσεις τῆς «Λειτουργικῆς Ἀνανέωσης» πού ὑπάρχει σήμερα. Ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος, ἀδελφός κατά σάρκα καί τοῦ Ἰούδα τοῦ Θαδδαίου καί οἱ δυό μαζί κατά σάρκα ἀδελφοί τοῦ Κυρίου. Σύμπτωση;

Ἐν τέλει, φαίνεται πώς ἡ Νέα Ἐποχή προσπαθεῖ νά μᾶς μπερδέψει μέ Ἰοῦδες καί ἀδελφούς τοῦ Κυρίου (μέ ὅλη τήν εὐσέβεια πού ὀφείλουμε στόν Ἰούδα τόν Θαδδαῖο καί τόν Ἀπόστολο Ἰάκωβο) πού κατά κάποιο τρόπο ἀντιπροσωπεύουν μία χαμένη πίστη ἤ μία χαμένη ἐκκλησία πού πρέπει νά ἀναβιώσει ἐπί τῶν ἡμερῶν μας γιά νά ἐπιστρέψουμε στίς δῆθεν ρίζες τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Λίγο ἀπόκρυφα εὐαγγέλια, λίγο κώδικας Ντα Βίντσι, λίγο ἀπό ὅλα …

Συμπέρασμα.

Πρόκειται περί πλάνης. Μία προσευχή χωρίς στοιχεῖα Ὀρθόδοξης προέλευσης, ἀντιθέτως μέ στοιχεῖα παπικῆς.

Ὁ τρόπος τοῦ ἐγγυημένου ἀποτελέσματος σέ συγκεκριμένο χρονικό διάστημα παραπέμπει στήν καλύτερη περίπτωση σέ ἀνθρωποκεντρική ἐκκοσμικεύση ἤ, στήν χειρότερη περίπτωση, σέ λευκή μαγεία. Τό γεγονός ὅτι προλογεῖ τό βιβλιαράκι τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα τοῦ Ἁγίου μᾶς προβληματίζει ἰδιαίτερα· ἡ μόνη λογική ἐξήγηση εἶναι ὅτι ὅποιος εἰσήγαγε τήν «προσευχή» αὐτή στό ἐπίσημο φυλλάδιο τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα (πού φέρει τήν εὐλογία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) τό ἔκανε αὐθαίρετα – ἀφήνοντας νά ἐννοηθεῖ τάχα ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔδωσε εὐλογία καί γιά αὐτό! Ἀσφαλέστερη ἡ ἀνάγνωση τοῦ παρακλητικοῦ κανόνα τοῦ Ἁγίου ἤ ἁπλά τό «Ἅγιε Ἰούδα Θαδδαῖε πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν – Ἀμήν» καί χωρίς νά περιμένει κανείς ἄμεσα ἀποτελέσματα ὅπως προαναφέραμε γιά νά μήν ἀποκτήσει ἑωσφορικό φρόνημα.


http://www.orthros.eu/index.php?option=com_content&view=article&id=399%3Alr-lr-&catid=50%3A2011-04-05-10-54-49&Itemid=160&lang=el

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Προσευχή.β'μέρος

Γιά νά λεχθεῖ σωστά ἡ εὐχή πρέπει σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρες, νά ὑπάρχει ὑπακοή, γιά νά βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος μέσα στήν Χάρι. Ἡ εὐχή γιά νά λεχθεῖ σωστά πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά κάνει ὑπακοή. Ἡ ὑπακοή ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, ἡ δέ ταπείνωση φέρνει τήν θεία χάρη. Μόνο τότε μπορεῖ νά πεῖ σωστά ὁ ἄνθρωπος τήν εὐχή. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ Γέρων: «Δέν εἶναι δύσκολο νά πεῖτε τήν εὐχή· ἀλλά δέν μπορεῖτε νά τήν πεῖτε σωστά, γιατί κλωτσάει ὁ παλαιός ἑαυτός σας. Ἄν δέν μπεῖτε στήν ἀτμόσφαιρα τῆς χάριτος, δέν θά μπορέσετε νά κάνετε τήν εὐχή. Μόλις ἀκούσετε προσβλητικό λόγο, λυπᾶσθε καί μόλις σᾶς ποῦν καλό λόγο, χαίρεσθε καί λάμπετε;


Μ' αὐτό δείχνετε ὅτι δέν εἶστε ἕτοιμοι, δέν ἔχετε τίς προϋποθέσεις. Γιά νά ἔλθει ἡ θεία χάρις, πρέπει ν' ἀποκτήσετε τίς προϋποθέσεις, τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση, διαφορετικά δημιουργεῖται ἀντίδραση. Γιά νά μπεῖτε σ' αὐτή τή «φόρμα», θά ξεκινήσετε ἀπ' τήν ὑπακοή. Πρέπει πρῶτα νά δοθεῖτε στήν ὑπακοή, γιά νά ἔλθει ἡ ταπείνωση. Βλέποντας τήν ταπείνωση ὁ Κύριος στέλνει τή θεία χάρι κι ἔπειτα ἔρχεται μόνη, ἀβίαστα ἡ προσευχή. Ἄν δέν κάνετε ὑπακοή καί δέν ἔχετε ταπείνωση, ἡ εὐχή δέν ἔρχεται καί ὑπάρχει καί φόβος πλάνης. Νά ἑτοιμάζεσθε σιγά σιγά, ἁπαλά ἁπαλά καί νά κάνετε τήν εὐχή μέσα στό νοῦ. Ὅ,τι εἶναι στό νοῦ, εἶναι καί στήν καρδιά»14.

Ἡ ταπείνωση πού προέρχεται ἀπό τήν ὑπακοή φέρνει τήν προσευχή. Δέν συμβαίνει τό ἀντίθετο δηλ. ἡ προσευχή δέν ὁδηγεῖ στήν ὑπακοή ἀλλά ἡ ὑπακοή στήν ἀληθινή προσευχή. Ἡ ὑπακοή καθιστᾶ τό νοῦ καθαρό ἀπό μέριμνες καί λογισμούς. Ὁ καθαρός νοῦς μπορεῖ νά προσεύχεται καθαρά. Αὐτή εἶναι ἡ κοινή πατερική θέση. «Θέλεις ν΄ ἀποκτήσεις προσευχή; Θέλεις, ὅταν λές τό "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ" νά τρέχουν τά δάκρυα ποτάμι ἀπό τά μάτια σου; Θέλεις νά ζήσεις τή ζωή τῶν ἀγγέλων; "Εὐλόγησον", "νά 'ναι εὐλογημένο". Ὑπακοή»15 διδάσκει, ἀκολουθώντας τούς Ἁγίους Πατέρας, ὁ μακαριστός σύγχρονος ἁγιασμένος Γέροντας π. Ἐφραίμ Κατουνακιώτης.

Ἡ προσευχή πού γίνεται μέ ταπείνωση ἑλκύει ἀμέσως τήν θεία χάρη, σύμφωνα ἄλλωστε, μέ τό Γραφικό: «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν»16. «Ἡ προσευχή γίνεται μόνο μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα (δίδασκε ὁ Γέροντας). Αὐτό διδάσκει τήν ψυχή πῶς νά προσεύχεται. «Τό γάρ τί προσευξόμεθα, καθ' ὅ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ' αὐτό τό Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26). Ἐμεῖς δέν χρειάζεται νά κάνομε καμία προσπάθεια. Ν' ἀπευθυνόμασθε στόν Θεό μέ ὕφος ταπεινοῦ δούλου, μέ φωνή παρακλητική καί ἱκετευτική. Τότε ἡ προσευχή μας εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό. Νά στεκόμαστε μέ εὐλάβεια ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου καί νά λέμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Αὐτό τά λέει ὅλα. Ὅταν κινηθεῖ γιά προσευχή ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, στό δευτερόλεπτο τοῦ δευτερολέπτου ἔρχεται ἡ θεία χάρις. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται χαριτωμένος καί βλέπει μέ ἄλλα μάτια τά πάντα. Τό πᾶν εἶναι ν' ἀγαπήσομε τόν Χριστό, τήν προσευχή, τή μελέτη. Παίρνομε ἕνα ἑκατομμύριο καί τό κόβομε κομματάκια. Τοῦ ἀνθρώπου ἡ προσπάθεια εἶναι τό ἕνα ἑκατομμυριοστό. Πρίν ἀπ' τήν προσευχή ἡ ψυχή πρέπει νά προετοιμάζεται μέ προσευχή. Προσευχή γιά τήν προσευχή17». Σέ ἄλλη περίπτωση πάλι ὁ Γέροντας ἔλεγε: ««Πῶς ἔρχεται ἡ Θεία Χάρις; Μέ τήν ταπείνωση καί τήν προσευχή. Ἀλλά ἡ προσευχή μας πρέπει νά εἶναι δυνατή καί ζωντανή. Ὅταν προσευχώμαστε μέ πίστη καί ὑπομονή, πάντοτε ἔχουμε ἀποτελέσματα»18.

Ἡ προσευχή πρέπει νά γίνεται μέ ὕφος ταπεινό καί φωνή παρακλητική. Ὅταν παρουσιαζόμαστε μπροστά στόν Θεό πρέπει νά παρουσιαζόμαστε σάν τόν κατάδικο στό δικαστήριο, σάν τό μυρμήγκι· σάν τόν ἐλεεινότερο καί ἀθλιώτερο ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί τῶν δαιμόνων καί τῶν κτισμάτων. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν παιδί μου, ἀπευθυνόμεθα στό Θεό, δέν παίρνουμε ὕφος στράτιωτικοῦ, πού διατάσσει τά φανταράκια. Ἀλλά ὕφος ταπεινοῦ δούλου καί φωνή ἱκετευτική καί πολύ παρακλητική. Μόνο αὐτή ἡ φωνή φθάνει στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σάν φιλόστοργος Πατέρας πού εἶναι, ἱκανοποιεῖ τό αἴτημά μας καί «ἀντικαταπέμπει ἡμῖν τήν θείαν χάριν καί τήν δωρεάν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!»»19. (Στό βιβλίο Ἀν. Καλλιάτσου, Ὁ πατήρ Πορφύριος. Ἀθῆναι 2000, σελ. 205).

Οἱ προσευχές μας δέν εἰσακούονται, ἐπεσήμαινε, ὅταν δέν ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας ὅπως τόν ἑαυτό μας καί δέν τηροῦμε τίς ἐντολές Του. Ἔλεγε ὁ Γέροντας τῆς διπλῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης: «Οἱ προσευχές μας δέν εἰσακούονται, διότι δέν εἴμαστε ἄξιοι. Πρέπει νά γίνεις ἄξιος, γιά νά προσευχηθεῖς. Δέν εἴμαστε ἄξιοι, διότι δέν ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας ὡς ἑαυτόν...Ἄξιοι γίνονται ὅσοι ἐπιθυμοῦν καί λαχταροῦν νά γίνουν τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι δίνονται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νά μήν ἔχεις κανένα θέλημα, αὐτό ἔχει μεγάλη ἀξία, εἶναι τό πᾶν. Ὁ σκλάβος δέν ἔχει κανένα θέλημα. Τό νά μήν ἔχουμε κανένα θέλημα μπορεῖ νά γίνει μ' ἕναν τρόπο ἁπαλό· μέ τήν ἀγάπη στόν Χριστό καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του»20.

Ἀνιδιοτέλεια στήν προσευχή καί ἀγάπη, ὄχι σφίξιμο εἶναι αὐτά πού τόνιζε ὁ Γέροντας. «Τά πάντα (δίδασκε) νά τά κάνεις μέσα στήν ἀγάπη. Νά κινεῖσαι μέσα στήν ἀγάπη. Ἀπό ἀγάπη στόν Θεό νά κάνεις τόν κόπο, τόν κάθε κόπο. Νά αἰσθάνεσαι ἀγάπη, εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό, χωρίς νά ἔχεις στό νοῦ σου νά ἐπιτύχεις κάτι. Ἀξία ἔχει νά λέεις τήν εὐχή μέ τρυφερότητα ψυχῆς, μέ ἀγάπη, μέ λαχτάρα, καί τότε δέν θά σοῦ φαίνεται κουραστική· ὅπως ὅταν λέεις, «μητέρα μου...πατέρα μου», καί νιώθεις πλήρη ἀνάπαυση.Ὄχι λοιπόν βία, γιά ν' ἀποκτήσεις τήν εὐχή. Ὄχι, «θ' ἀγωνισθῶ, γιά ν' ἀποκτήσω τήν εὐχή καί νά κερδίσω τόν Παράδεισο». Νά μήν σκέπτεσαι ὅτι στόν οὐρανό θά λάβεις ἑκατονταπλασίονα. Νά λέεις τήν εὐχή χωρίς ὑπολογισμούς, χωρίς ὑστεροβουλίες, ὄχι γιά νά κερδίσεις κάτι. Κι ἄν κάνεις χίλιες μετάνοιες, γιά νά μπεῖς στόν Παράδεισο, δέν ἔχει ἀξία. Νά τό κάνεις ἀπό ἀγάπη κι ἄν ὁ Θεός θέλει νά σέ βάλει στήν κόλαση, ὅ,τι θέλει ἄς κάνει. Αὐτό σημαίνει ἀνιδιοτέλεια. Δέν ἔχει ἀξία νά κάνεις ἑκατό μετάνοιες καί νά μή νιώθεις τίποτα. Ἄς κάνεις εἴκοσι μόνο ἤ δεκαπέντε, ἀλλά νά γίνονται μέ συναίσθηση καί ἀγάπη στόν Κύριο καί μέ συμμόρφωση στίς θεῖες ἐντολές Του. Ἔτσι σιγά σιγά φεύγουν τά πάθη, ὑποχωροῦν οἱ ἁμαρτίες καί ἁπαλά ἁπαλά, χωρίς νά σφιγγόμαστε, μπαίνομε στή προσευχή. Ἅμα εἶσαι ἄδειος, πού σημαίνει, ὅτι δέν ἔχεις ἀγάπη, καί μετάνοιες καί προσευχή νά κάνεις, τίποτα δέν κάνεις. Καί ὅταν γιά ὁποιονδήποτε λόγο ἔρχεσαι σέ κατάνυξη, νά μή χάνεις τήν εὐκαιρία νά λέεις τήν εὐχή κι ἔτσι σιγά σιγά σοῦ γίνεται βίωμα. Ὅταν προχωρήσεις, δέν εἶναι ἡ σκέψη τῆς εὐχῆς, πού ἀκούγεται στό νοῦ, ἀλλά εἶναι κάτι ἄλλο. Εἶναι κάτι πού τό αἰσθάνεσαι μέσα σου, ἀλλά χωρίς ἐσύ νά κάνεις προσπάθεια. Αὐτό τό «κάτι» εἶναι ἡ θεία χάρις, πού σοῦ χαρίζει ὁ Χριστός»21.

Ἡ εὐχή ὅπως καί κάθε πνευματική ἐργασία, ἐπεσήμαινε, πρέπει νά γίνεται ἁπλά καί ἁπαλά, χωρίς σφίξιμο καί ἄγχος. Ἐπίσης πρέπει νά λέγεται χωρίς κανένα ἄλλο λογισμό, χωρίς νά σκεφτόμαστε τίποτα ἄλλο· καί ὄχι συνέχεια ἀλλά ὅταν ὑπάρχει διάθεση καί ἀτμόσφαιρα κατανύξεως. Εἶχε ἐργαστεῖ πάρα πολύ πάνω στήν εὐχή καί μποροῦσε νά συμβουλεύει ἀποτελεσματικά καί αὐθεντικά ἐξ ἐμπειρίας: «Ἡ νοερά προσευχή γίνεται μόνο ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει ἀποσπάσει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Δέν πρέπει νά γίνεται μέ τή σκέψη, «νά τή μάθω, νά τήν καταφέρω, νά τήν φθάσω», γιατί μπορεῖ νά ὁδηγηθοῦμε στόν ἐγωισμό καί στήν ὑπερηφάνεια. Χρειάζεται πείρα, λαχτάρα, ἀλλά καί σύνεση, προσοχή καί φρόνηση, γιά νά εἶναι ἡ προσευχή καθαρή καί θεάρεστη. Ἕνας λογισμός, «εἶμαι προχωρημένος», τά χαλάει ὅλα. Τί νά ὑπερηφανευθοῦμε; Δέν ἔχομε τίποτα δικό μας. Αὐτά τά θέματα εἶναι λεπτά. Νά προσεύχεσθε χωρίς νά σχηματίζετε στό νοῦ σας εἰκόνες. Νά μή φαντάζεσθε τόν Χριστό. Οἱ Πατέρες ἐτόνιζαν τό ἀνεικόνιστον στήν προσευχή. Μέ τήν εἰκόνα ὑπάρχει τό εὐόλισθον, διότι ἐνδέχεται στήν εἰκόνα νά παρεμβληθεῖ ἄλλη εἰκόνα. Ἐνδέχεται καί ὁ πονηρός νά κάνει παρεμβολές καί νά χάσομε τήν χάρι. Ἡ εὐχή νά γίνεται μέσα μας μέ τό νοῦ καί ὄχι μέ τά χείλη, γιά νά μή δημιουργεῖται διάσπαση καί ὁ νοῦς νά πηγαίνει ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ. Μέ ἕναν ἁπαλό τρόπο ἐμεῖς νά βάλομε στό νοῦ μας τόν Χριστό, λέγοντας ἁπαλά ἁπαλά: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Νά μή σκέπτεσθε τίποτα, παρά μόνο τά λόγια «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Τίποτ' ἄλλο.. Τίποτα. Ἥρεμα, μέ τά μάτια ἀνοικτά, γιά νά μήν κινδυνεύετε ἀπό φαντασίες καί πλάνες, μέ προσοχή καί ἀφοσίωση νά στρέφεσθε στόν Χριστό. Νά λέτε τήν εὐχή μέ τρόπο ἁπαλό καί ὄχι συνέχεια, ἀλλά ὅταν ὑπάρχει διάθεση καί ἀτμόσφαιρα κατανύξεως, ἡ ὁποία εἶναι δῶρο τῆς θείας χάριτος. Χωρίς τήν χάρι αὐτόϋπνωτίζεσαι καί μπορεῖ νά πέσεις σέ φῶτα καί πλάνη καί παράκρουση. Νά μή γίνεται ἡ εὐχή ἀγγάρια. Ἡ πίεση μπορεῖ νά φέρει μία ἀντίδραση μέσα μας, νά κάνει κακό. Ἔχουν ἀρρωστήσει πολλοί μέ τήν εὐχή, γιατί τήν ἔκαναν μέ πίεση»22.

συνεχίζεται...

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

http://Hristospanagia3.blogspot.com


Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου


14 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 256-257.

15 Γέροντας Ἐφραίμ Κατουνακιώτης, Ἔκδοση Ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Ἅγιος Ἐφραίμ» Κατουνάκια Ἁγίου Ὄρους, Α΄ ἔκδοση 2000, σελ. 162.

16 Ἰακ. 4, 6.

17 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 250. (Β΄ἔκδοση).

18Τεωργίου Κρουσταλλάκη, Ὁ Γέρων Πορφύριος, Ἰχνηλασία, Γ΄ ΕΚΔΟΣΗ, σελ.154.

19 Γέροντος Πορφυρίου ἱερομονάχου, Ἀνθολόγιο συμβουλῶν, Α' ἔκδοση, 2002, σελ. 381.

20 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 254-255 (Β΄ἔκδοση).

21 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Βίος καί Λόγοι, σελ. 258-259.

22 Ὅ.π. σελ. 260-261.


http://hristospanagia3.blogspot.gr/2013/01/blog-post_2151.html#more

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Προσευχή.α'μέρος

Ἡ προσευχή καί μάλιστα ἡ εὐχή, σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρες, εἶναι ἕνα σπουδαιότατο θεραπευτικό μέσο. Ἡ εὐχή, κατά τήν διατύπωση τοῦ Γέροντα, εἶναι τό κλειδί γιά τήν πνευματική ζωή (δηλ. γιά νά εἰσέλθουμε στήν πνευματική ζωή, στό χῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος). Νά πῶς τό δίδασκε ὁ ἀδιάλειπτα εὐχόμενος Γέρων: «Τό κλειδί γιά τήν πνευματική ζωή εἶναι ἡ εὐχή. Τήν εὐχή δέν μπορεῖ κανείς νά τήν διδάξει, οὔτε τά βιβλία, οὔτε ὁ γέροντας, οὔτε κανείς. Ὁ μόνος διδάσκαλος εἶναι ἡ θεία χάρις. Ἄν σᾶς πῶ ὅτι τό μέλι εἶναι γλυκό, εἶναι ρευστό, εἶναι ἔτσι κι ἔτσι, δέν θά καταλάβετε, ἄν δέν τό γευθεῖτε. Τό ἴδιο καί στήν προσευχή, ἄν σᾶς πῶ, «εἶναι ἔτσι, νιώθεις ἔτσι» κ.λ.π., δέν θά καταλάβετε, οὔτε θά προσευχηθεῖτε, «εἰ μή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» (Α΄ Κορ. 12, 3). Μόνο τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, μόνο ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά ἐμπνεύσει τήν εὐχή»1.


Προσευχή χωρίς τήν θεία χάρη δέν μπορεῖ νά γίνει, δέν εἶναι προσευχή. «Μόνο μέ τή θεία χάρη (ἔλεγε ὁ Γέροντας), μπορεῖς νά προσευχηθεῖς. Καμία προσευχή δέν μπορεῖ νά γίνει χωρίς τή θεία χάρι. Θυμηθεῖτε τή Σοφία Σειράχ: «Ἐν γάρ σοφίᾳ ῥηθήσεται αἶνος καί Κύριος εὐοδώσει αὐτήν» (Σοφ. Σειρ. 15, 10). Δηλαδή μόνον Αὐτός πού κατέχει τή θεία σοφία μπορεῖ νά δοξολογήσει, καθώς πρέπει, τόν Θεό. Καί ὁ Κύριος μόνο δίδει χάρι πρός τοῦτο. Ὅταν ἔλθει ἡ χάρις, ὅταν ἔλθει ἡ ἀγάπη, λέεις τό ὄνομα «Χριστός» καί γεμίζει ὁ νοῦς, γεμίζει κι ἡ καρδιά. Ὅταν ζεῖς αὐτή τήν ἀγάπη, ἐπιθυμεῖς ν' ἀποκτήσεις τά πνευματικά, ὅταν εἶσαι ξύπνιος, ἀλλά τά ἴδια βλέπεις καί στά ὄνειρα»2.

Τήν προσευχή, ἔλεγε πάλι, μᾶς τήν διδάσκει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός. «Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θά μᾶς διδάξει τήν προσευχή. Δέν θά τή μάθουμε μόνοι μας, οὔτε ἄλλος κανείς θά μᾶς τή μάθει...Τόν Θεό θά Τόν ἀγαπήσομε ξαφνικά, ὅταν ἡ χάρις θά μᾶς ἐπισκιάσει. Ἄν ἀγαπήσουμε πολύ τόν Χριστό, ἡ εὐχή θά λέγεται μόνη της. Ὁ Χριστός θά εἶναι συνεχῶς στό μυαλό μας καί στήν καρδιά μας»3.

Ὅλα τά προβλήματα, ἔλεγε, τακτοποιοῦνται μέ τήν προσευχή. Ὅ,τι μᾶς στενοχωρεῖ, ὅ,τι μᾶς ἀγχώνει, ὅ,τι μᾶς προβληματίζει, πρέπει νά τό κάνουμε θέμα προσευχῆς. Ὁ σεβαστός Γέροντας, ἄνθρωπος πού ζοῦσε τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἔλεγε: «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῡ ὅλα τά κάνει προσευχή. Καί τήν δυσκολία καί τή θλίψη, τίς κάνει προσευχή. Ὅ,τι καί νά τοῦ τύχει, ἀμέσως ἀρχίζει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...». Ἡ προσευχή ὠφελεῖ σέ ὅλα, καί στά πιό ἁπλά. Γιά παράδειγμα, πάσχεις ἀπό ἀϋπνία· νά μή σκέπτεσαι τόν ὕπνο. Νά σηκώνεσαι, νά βγαίνεις ἔξω καί νά ἔρχεσαι πάλι μέσα στό δωμάτιο, νά πέφτεις στό κρεββάτι σάν γιά πρώτη φορά, χωρίς νά σκέπτεσαι ἄν θά κοιμηθεῖς ἤ ὄχι. Νά συγκεντρώνεσαι, νά λέεις τή δοξολογία καί μετά τρεῖς φορές τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...» κι ἔτσι θά ἔρχεται ὁ ὕπνος.Ὅλα μέ τήν προσευχή τακτοποιοῦνται. Ἀλλά πρέπει νά ἔχεις ἀγάπη, φλόγα στήν προσευχή. Νά μήν ἔχεις ἄγχος ἀλλά ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη καί στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὅλα εἶναι μέσα στήν πνευματική ζωή. Ὅλα ἁγιάζονται, καί τά καλά καί τά δύσκολα καί τά ὑλικά καί τά πνευματικά καί ὅσα ἄν ποιῆτε, πρός δόξαν Θεοῦ ποιῆτε...Ὅταν εἶσαι ἐν προσευχῇ, ὅλα γίνονται ὅπως πρέπει. Παραδείγματος χάριν, πλένεις πιάτα καί δέν σπάζεις κανένα, δέν κάνεις ζημιές. Ἔρχεται μέσα σου ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔχεις τήν χάρι, ὅλα γίνονται μέ χαρά, χωρίς κόπο. Ὅταν κάνομε συνέχεια προσευχή, θά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός τί νά κάνομε κάθε φορά καί στίς πιό δύσκολες καταστάσεις. Θά τό λέει ὁ Θεός μέσα μας. Θά βρίσκει τρόπους ὁ Θεός. Μποροῦμε βέβαια νά συνδυάζομε τήν προσευχή καί μέ νηστεία. Δηλαδή, ὅταν ἔχομε ἕνα σοβαρό πρόβλημα ἤ δίλημμα, νά προηγεῖται πολλή προσευχή καί νηστεία. Κι ἐγώ ἔτσι ἔκανα πολλές φορές. Ὅταν πάλι ἔχομε αἰτήματα γιά τόν κόσμο, νά τά λέμε μυστικά· μέ τήν προσευχή πού γίνεται «ἐν τῷ κρυπτῷ» (Ματθ. 6, 6) καί δέν φαίνεται. Ἡ πολλή περίσπαση δέν διευκολύνει τήν προσευχή. Ἀφῆστε τά τηλέφωνα, τίς ἐπικοινωνίες καί τά πολλά λόγια μέ τούς ἀνθρώπους. Ἄν ὁ Κύριος δέν βοηθήσει, τί νά κάνουν οἱ δικές μας προσπάθειες; Ἄρα προσευχή, προσευχή μέ ἀγάπη. Καλύτερα τούς βοηθᾶμε ἀπό μακριά μέ τήν προσευχή. Τούς βοηθᾶμε μέ τόν πιό καλό, μέ τόν πιό τέλειο τρόπο»4.

Ἡ προσευχή μας, παρατηροῦσε, εἰσακούεται ὅταν ὑπάρχει παροξυσμός ψυχικοῦ ἤ σωματικοῦ πόνου, ὁ ὁποῖος τήν συνοδεύει. Τότε ἡ διάνοια ὑποτάσσεται στήν καρδιά. Ἔλεγε ὅτι τά πρωτεῖα στόν πνευματικό ἀγῶνα τά ἔχει ἡ καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά ἀγαπάει ἀληθινά, τότε πονάει καί προσεύχεται μέ πόνο. Αὐτή ἡ προσευχή εἰσακούεται. Ὁ σωματικός ἤ ὁ ψυχικός πόνος, ἑκούσιος ἤ ἀκούσιος, εἶναι αὐτό πού καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν φιλαυτία καί τά παράγωγά της (φιληδονία, φιλοδοξία, φιλαργυρία). Ἡ καθαρή καρδιά προσεύχεται καθαρά, χωρίς λογισμούς καί ἐπιθυμίες. Ἡ καθαρά καρδιακή προσευχή εἶναι τό πιό εὐάρεστο στόν Θεό ἔργο, πού μπορεῖ νά ἐπιτελέσει ὁ ἄνθρωπος. Μιά τέτοια φωνή, πού ξεπηδάει ἀπό τήν καθαρή καρδιά εἰσακούεται ἀπό τόν «ἐτάζοντα καρδίας καί νεφρούς Κύριο»5.

Δίδασκε ὁ γέροντας: «Ἡ διάνοια ξυπνάει καί σκέφτεται τί ψέμμα θά πεῖ γιά νά ξεγελάσει τόν πελάτη, ἄν εἶναι ἐπαγγελματίας, πῶς θά φερθεῖ ἐκεῖ, τί θά πεῖ σ' αὐτόνε, τί θά κάνει στόν ἄλλον, πῶς θά οἰκονομήσει περισσότερα. Ἡ καρδιά πάλι βλέπει ἕνα παιδάκι, τό χαϊδεύει...Βάζει τό χέρι στήν τσέπη καί προσφέρει ὁρισμένα χρήματα σ' ἕναν ἀνήμπορο. Τρέχει στό νοσοκομεῖο νά ἐπισκεφτεῖ κάποιον πού εἶναι ἀσθενής...Προσφέρει τίς ὑπηρεσίες του ἐθελοντικά ἄν θέλει ἤ δίνει χρήματα. Ὅταν μιλήσει ἡ καρδιά μπαίνει τό χέρι στήν τσέπη. Ὅταν μιλάει ἡ διάνοια βγαίνει τό χέρι ἀπ' τήν τσέπη. Ἄρα, λέει, γιά μένα ἡ καρδιά ἔχει τό προβάδισμα» 6. Ἔλεγε ἀκόμη ὁ π. Πορφύριος ὅτι « ἡ διάνοια δέν ἐνδιαφέρεται γιά τήν προσευχή, γιά τό τί ἐπιδιώκει ἡ καρδιά. Ἔχουνε διαφορετικά ἐνδιαφέροντα. Ἡ μέν διάνοια ἔγκειται ἐπί τά πονηρά, ἡ δέ καρδία προσπαθεῖ νά ἐπικοινωνήσει μέ τό θεῖον...«Ξέρεις ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νά ἐπικοινωνήσεις μέ τόν Θεό; Πότε; Σ' ἕναν παροξυσμό πόνου ψυχικοῦ ἤ σωματικοῦ ἡ διάνοια ὑποτάσσεται, καθηλώνεται στήν ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς. Καί καρδιά δέν ἐννοοῦμε αὐτό τό σάρκινο τῆς καρδιᾶς. Καρδιά εἶναι πιό μέσα, πιό ἐσωτερικά. Λοιπόν τότε ἐφόσον καθηλώνεται ἔχουμε ἀρνητικό καθοδικό. Καί τί γίνεται ἀμέσως; Γίνεται ἡ λάμψις, γίνεται τό φῶς. Καί γι' αὐτό λέει ὁ Θεός, χτυπῆστε μου τήν πόρτα καί ἐγώ θά σᾶς τήν ἀνοίξω. Ζητῆστε μου ὅτι θέλετε κι ἐγώ θά σᾶς τό δώσω. Πότε; Ὅταν φτάσει ἡ φωνή μας. Εἴδατε στό δρόμο ὅτι ἄν δέν φωνάξεις ἕναν: «Ἔ! Γιάννη, Γιάννη...» δέν γυρίζει νά σέ δεῖ. Πρέπει λοιπόν ν' ἀκουσθεῖ ἡ φωνή μας στό Θεό. Ἀλλά κάθε φορά πού λέμε ὅτι προσευχόμεθα ἀκούγεται ἡ φωνή μας στό Θεό; Εἶναι τό ἐρώτημα. Ὄχι, γιατί πόσες φορές πᾶς νά προσευχηθεῖς, θυμᾶσαι τί σοῦ ἔκανε ὁ ἕνας, τί σοῦ ἔκανε ὁ ἄλλος, πῶς νά ἐκδικηθεῖς, τί θά κάνεις, τί θά ράνεις...Δέν εἶναι δυνατόν νά πεῖς ὅτι προσευχήθηκα ἀπόψε. Γι' αὐτό λοιπόν μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑποφέρει σωματικά καί ψυχικά τότε μπορεῖ ν' ἀνοίξει τήν πόρτα τοῦ Χριστοῦ»7.

Ἡ προσευχή γιά νά εἶναι σωστή πρέπει νά πηγάζει ἀπό καθαρή καρδιά. Ὁ παραμικρός γογγυσμός κατά τοῦ πλησίον, ἔλεγε ὁ Γέροντας, ἐμποδίζει τήν προσευχή. Ἐπίσης ὅταν ὑπάρχουν στήν ψυχή μας πάθη, κακίες, ἐχθρότητες ἡ προσευχή δέν ἀνεβαίνει στόν Θεό. «Γιά νά ἔλθει ὁ Χριστός μέσα μας (ἔλεγε ὁ Γέροντας), ὅταν Τόν ἐπικαλούμασθε μέ τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», πρέπει ἡ καρδιά νά εἶναι καθαρή, νά μήν ἔχει κανένα ἐμπόδιο, νά εἶναι ἐλεύθερη ἀπό μίσος, ἀπό ἐγωισμό, ἀπό κακία. Πρέπει νά Τόν ἀγαπᾶμε καί νά μᾶς ἀγαπάει. Ἄν, ὅμως, ἔχομε μέσα μας κάποιο κατάκριμα, πάλι ὑπάρχει κάποιο μυστικό. Καί τό μυστικό εἶναι νά ζητήσομε συγγνώμη ἤ νά τό ποῦμε στόν πνευματικό. Ἀλλ' αὐτό θέλει ταπείνωση, ὅπως εἴπαμε. Ἅμα συμμορφωθεῖς ἐφαρμόζοντας τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί δέν ἔχεις τύψεις στή συνείδησή σου καί ἔχει ἡρεμία καί κάνεις καλά ἔργα, μπαίνεις στήν προσευχή ἁπαλά, χωρίς νά τό καταλάβεις. Ἔπειτα περιμένεις ἁπλά, σιγά σιγά, μέχρι νά ἔλθει ἡ χάρις. Σέ καθετί πού συμβαίνει, νά ρίχνετε τό βάρος στόν ἑαυτό σας. Νά προσεύχεσθε μέ ταπείνωση, νά μήν αὐτοδικαιώνεσθε. Βλέπετε, γιά παράδειγμα, ἀντιζηλία ἀπό ἀπέναντί; Προσευχή ἐσεῖς μέ ἀγάπη, γιά νά ρίξετε ἀγάπη στήν ἀντιζηλία. Ἀκοῦτε συκοφαντία ἐναντίον σας; Προσευχηθεῖτε. Προσέχετε, γιατί «καί θροῦς γογγυσμῶν οὐκ ἀποκρύπτεται» (Σοφ. Σολ. 1, 10). Ὁ παραμικρός γογγυσμός κατά τοῦ πλησίον ἐπηρεάζει τήν ψυχή σας καί δέν μπορεῖτε νά προσευχηθεῖτε. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὅταν βρίσκει ἔτσι τήν ψυχή, δέν τολμάει νά πλησιάσει»8.

Ἄς παρακαλοῦμε τόν Θεό, ἔλεγε, νά μᾶς ἀγαπήσει. «Ὁ Χριστός θά μᾶς δώσει τήν ταπείνωση. Ἐμεῖς δέν μποροῦμε μέ τίς ἀδυναμίες μας νά Τόν ἀγαπήσομε. Ἄς μᾶς ἀγαπήσει Αὐτός. Ἄς Τόν παρακαλοῦμε πολύ νά μᾶς ἀγαπήσει Ἐκεῖνος καί νά μᾶς δώσει τό ζῆλο νά Τόν ἀγαπήσομε κι ἐμεῖς»9.

Νά ζητᾶμε, δίδασκε, στήν προσευχή ὑπομονή καί ὄχι ἀπαλλαγή ἀπό τίς θλίψεις. «Νά μήν ἐκβιάζομε μέ τίς προσευχές μας τόν Θεό. Νά μήν ζητᾶμε ἀπ' τόν Θεό νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό κάτι, ἀσθένεια κ.λ.π. ἤ νά μᾶς λύσει τά προβλήματά μας, ἀλλά νά ζητᾶμε δύναμη καί ἐνίσχυση ἀπό Ἐκεῖνον, γιά νά τά ὑπομένομε. Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίδει κάτι πού ἐπίμονα ζητᾶμε, ἔχει τό λόγο Του...Μήν κυνηγᾶμε ν' ἀποκτήσομε αὐτό πού θέλομε, ἀλλά νά τ' ἀφήνομε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅσο τό κυνηγᾶμε, τόσο αὐτό ἀπομακρύνεται. Ἄρα, λοιπόν, ὑπομονή καί πίστη καί γαλήνη. Κι ἄν τό ξεχάσομε ἐμεῖς, ὁ Κύριος ποτέ δέν ξεχνάει κι ἄν εἶναι γιά τό καλό μας, θά μᾶς δώσει αὐτό πού πρέπει κι ὅταν πρέπει»10.

Πρέπει νά προσευχόμαστε, παρατηροῦσε, χωρίς νά περιμένουμε νά μᾶς ἀπαντήσει ὁ Θεός. «Νά εὔχεσαι ἔτσι ἁπλᾶ (ἔλεγε πάλι ὁ Γέροντας), ἁπλᾶ καί ταπεινά, μέ πίστη ἁπλῆ χωρίς νά περιμένης νά σοῦ ἀπαντήση ὁ Θεός. Χωρίς νά δῆς τό χέρι Του ἤ τό πρόσωπό Του ἤ τό φωτισμό Του. Τίποτα! Νά πιστεύης! Ἐφ΄ ὅσον μιλᾶς μέ τό Θεό, μιλᾶς πραγματικά μέ τό Θεό»11.

Πρέπει, δίδασκε ὁ γεμάτος λαχτάρα γιά τήν σωτηρία ὅλων Γέροντας, νά προσευχόμαστε γιά τήν κάθαρση τοῦ κάθε ἀνθρώπου, γιά ὅλην τήν Ἐκκλησία. «Νά προσεύχεσθε γιά τήν κάθαρση κάθε ἀνθρώπου γιά νά μιμηθεῖτε τόν ἀγγελικό τρόπο στή ζωή σας. Ναί, οἱ ἄγγελοι δέν προσεύχονται γιά τόν ἑαυτό τους. Ἐγώ ἔτσι προσεύχομαι γιά τούς ἀνθρώπους, γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Τήν ὥρα πού προσεύχεσθε γιά τήν Ἐκκλησία, ἀπαλλάσσεσθε κι ἀπ΄ τά πάθη. Τήν ὥρα πού δοξολογεῖτε, ἁπαλύνεται ἡ ψυχούλα σας καί ἁγιάζεται ὑπό τῆς θείας χάριτος. Αὐτή τήν τέχνη θέλω νά μάθετε»12.

Ἡ εὐχή, δίδασκε, πρέπει νά λέγεται μέ λαχτάρα, συντριβή, ἀγάπη, τρυφερότητα. Ὁ ἐράσμιος Γέρων γνώριζε ὅτι δέν ἀρκεῖ νά ἐπαναλαμβάνουμε μηχανικά, ξερά τήν εὐχή. Χρειάζεται νά ὑπάρχει θεῖος ἔρωτας. Ἔλεγε: «Ν' ἀγαπήσομε τόν Χριστό. Τότε ἀπό μέσα μας θά βγαίνει μέ λαχτάρα, μέ θέρμη, μέ θεῖο ἔρωτα, τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, θά φωνάζομε τό ὄνομά Του μυστικά, ἀλάλητα. Νά στεκόμαστε ἀπέναντι στόν Θεό μέ λατρεία, ταπεινά, πάνω στά χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Νά μᾶς ἐλευθερώσει ὁ Χριστός ἀπό κάθε πτυχή τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου. Νά παρακαλοῦμε νά μᾶς ἔλθουν δάκρυα πρίν τήν προσευχή. Ἀλλά προσοχή! «Μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Νά προσεύχεσθε στόν Θεό μέ λαχτάρα κι ἀγάπη, μέσα σέ ἡρεμία, μέ πραότητα, μαλακά, χωρίς ἐκβιασμό. Κι ὅταν λέτε τήν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» νά τή λέτε ἀργά, ταπεινά, ἁπαλά, μέ θεῖο ἔρωτα. Μέ γλυκύτητα νά λέτε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Νά λέτε μία μία τίς λέξεις, «Κύριε... Ἰησοῦ... Χριστέ... ἐλέησόν με», ἁπαλά, τρυφερά, ἀγαπητικά, σιωπηλά, μυστικά, νοερά, ἀλλά καί μέ ἔξαρση· μέ λαχτάρα, μέ ἔρωτα, δίχως ἔνταση, βία ἤ ἄπρεπη ἔμφαση, χωρίς σφιξίματα καί σπρωξίματα. Πῶς ἐκφράζεται ἡ μάνα, πού ἀγαπάει τό παιδί της; «Παιδάκι μου!...κορούλα μου!... Παναγιωτάκη μου!... Χρηστάκη μου!». Μέ λαχτάρα. Λαχτάρα! Αὐτό εἶναι ὅλο τό μυστικό. Ἐδῶ μιλάει ἡ καρδιά. «Παιδάκι μου, ψυχή μου!». «Κύριέ μου, Ἰησοῦ μου, Ἰησοῦ μου, Ἰησοῦ μου!...». Αὐτό πού ἔχεις στήν καρδιά σου, στό νοῦ σου, αὐτό ἐκφράζεις «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου» (Λουκ. 10, 27)»13.

συνεχίζεται...

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

http://Hristospanagia3.blogspot.com

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου

1 Ὅ.π. σελ. 256.

2 Ὅ. π. σελ. 257-258.

3 Ὅ. π. σελ. 247-248.

4 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 275-277.

5 Πρβλ. Ψαλμ. 7, 10: «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός».

6 Κλείτου Ἰωαννίδη, Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ , ἔκδοση 9η, ΑΘΗΝΑ 2005, σελ, 132 (μαρτυρία Σταύρου Καλκανδῆ).

7 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ.132-133.

8 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 249-250.

9 Ὅ. π. σελ. 322-323

10 Ὅ. π. σελ. 252-253.

11 Γεωργίου Κρουσταλλάκη, Ὁ Γέρων Πορφύριος, Ἰχνηλασία, Γ' ἔκδοση, σελ.155.

12 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 281.

13 Ὅ. π. σελ. 270-271.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Η αγάπη στο Χριστό




Χριστέ μου, σε παρακαλώ
έλα στην καρδιά μου την αμαρτωλή
κάνε με να σ' αγαπώ
με αγάπη ανιδιοτελή.

Μες στην αγάπη Σου να ζω
ταπεινά χωρίς εγωισμό.
Να σε λατρεύω μυστικά
τα λόγια  Σου να τηρώ σιωπηλά.

Μες στον παράδεισο να ζω
μαζί με τ' αγγελούδια να σε υμνώ
τη δική Σου δόξα να ζητώ
την αμαρτία να περιφρονώ.

Με απλότητα να ζω
κανείς να μην το ξέρει
πόσο Σ' αγαπώ
πόσο η καρδιά μου υποφέρει.

Η καρδιά σιωπηλά να υπομένει
μόνο για Σένα κάθε πειρασμό
να δακρύζει μετανιωμένη
για κάθε πάθος και εγωισμό.

Μ' ένα μόνο όνειρο να ζω
να μ' αγαπάς, να Σ' αγαπώ
μόνο για Σένα
ποτέ για μένα.

Δώσε μου ό,τι θέλει η αγάπη Σου
κι όχι ό,τι θέλει η δική μου φιλαυτία
μαλακά να διώχνω κάθε αμαρτία
η καρδιά μου να γίνει η φάτνη Σου.

28/12/12
elenitheof

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Β΄.Ὁ ὑγιής ἄνθρωπος.

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ


Β΄.Ὁ ὑγιής ἄνθρωπος.

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος φιλοσοφεῖ καί διδάσκεται ἀπό ὅλα. Ἡ Θεία Χάρις τόν διδάσκει· τόν καθιστᾶ ἀληθινά φιλόσοφο καί σοφό. Τέτοιος ἦταν καί μακαριστός Γέροντας. Τό ἐπιβεβαιώνουν τά ὅσα διηγεῖται:«Μιά μέρα, ἕνα πρωινό ἐπροχώρησα μόνος μου στό παρθένο δάσος. Ὅλα, δροσισμένα ἀπό τήν πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στόν ἥλιο. Βρέθηκα σέ μία χαράδρα. Τήν πέρασα. Κάθισα σ’ ἕνα βράχο. Δίπλα μου κρύα νερά κυλοῦσαν ἥσυχα κι ἔλεγα τήν εὐχή. Ἡσυχία ἀπόλυτη. Τίποτα δέν ἀκουγόταν. Σέ λίγο, μέσα στήν ἡσυχία ἀκούω μία γλυκειά φωνή, μεθυστική, νά ψάλλει, νά ὑμνεῖ τόν Πλάστη.Κοιτάζω, δέν διακρίνω τίποτα. Τελικά, ἀπέναντι σ’ ἕνα κλαδί βλέπω ἕνα πουλάκι· ἦταν ἀηδόνι. Κι ἀκούω τό ἀηδονάκι νά κελαηδάει, νά σχίζεται· μάλλιασε, πού λέμε, ἡ γλώσσα του, φούσκωσε ἀπ’ τούς λαρυγγισμούς ὁ λαιμός του. Αὐτό τό πουλάκι τό μικροσκοπικό νά κάνει κατά πίσω τά φτερά του, γιά νά ἔχει δύναμη καί νά βγάζει αὐτούς τούς γλυκύτατους τόνους, αὐτή τήν ὡραία φωνή καί νά φουσκώνει ὁ λάρυγγάς του! Πώ, πώ, πώ! Νά ‘χα ἕνα ποτηράκι μέ νερό, γιά νά πηγαίνει νά πίνει καί νά ξεδιψάει!

Μοῦ ἦλθαν δάκρυα στά μάτια. Τά ἴδια ἐκεῖνα δάκρυα τῆς χάριτος πού κυλοῦσαν ἀβίαστα καί τά ὁποῖα ἀπέκτησα ἀπ’ τόν Γερο-Δημᾶ. Ἦταν ἡ δεύτερη φορά πού τά δοκίμαζα…Καί σκεπτόμουν: «Γιατί τό ἀηδονάκι νά βγάζει αὐτούς τούς λαρυγγισμούς; Γιατί νά κάνει αὐτές τίς τρίλιες; Γιατί νά ψάλλει αὐτό τό ὑπέροχο ἄσμα; Γιατί, γιατί, γιατί… γιατί νά ξελαρυγγιάζεται; Γιατί, γιατί, γιατί… γιά ποιό σκοπό; Μήπως περιμένει νά τό ἐπαινέσει κανείς; Ὄχι βέβαια, ἐκεῖ κανείς δέν θά τό κάνει αὐτό».

Μόνος μου φιλοσοφοῦσα. Αὐτό τ’ ἀπέκτησα μετά τό γεγονός μέ τό Γερο-Δημᾶ. Πρίν ἀπ’ αὐτό δέν τό ἔκανα. Πόσα δέν μοῦ εἶπε τό ἀηδονάκι! Καί πόσα τοῦ εἶπα μές στή σιωπή: «Ἀηδονάκι μου ποιός σοῦ εἶπε ὅτι ἐγώ θά περνοῦσα ἀπό δῶ; Ἐδῶ κανείς δέν πλησιάζει. Εἶναι τόσο ἀπρόσιτο τό μέρος. Πόσο ὡραῖα κάνεις χωρίς διακοπή τό καθῆκον σου, τήν προσευχή σου στόν Θεό! Πόσα μοῦ λέεις, ἀηδονάκι μου, πόσα μέ διδάσκεις! Θεέ μου συγκινοῦμαι. Ἀηδόνι μου, μοῦ δείχνεις μέ τό κελάηδημά του πῶς νά ὑμνῶ τόν Θεό, μοῦ λές χίλια, πολλά, πάρα πολλά…»… Τό ἀγάπησα πολύ τό ἀηδόνι. Τό ἀγάπησα καί μ’ ἐνέπνευσε. Σκέφθηκα: «Γιατί ἐκεῖνο κι ὄχι κι ἐγώ; Γιατί ἐκεῖνο νά κρύβεται καί ὄχι κι ἐγώ;» Καί μοῦ ἦλθε στό νοῦ ὅτι πρέπει νά φύγω, πρέπει νά χαθῶ, πρέπει νά μήν ὑπάρχω. Εἶπα: «Γιατί; Εἶχε αὐτό κόσμο μπροστά του; Ἤξερα ὅτι ἤμουνα ἐγώ καί τ’ ἄκουγα; Ποιός τ’ ἄκουγε πού ξελαρυγγιαζόταν; Γιατί πήγαινε σέ τέτοια κρυφά μέρη; Ἀλλά κι ἐκεῖνα τ΄ ἀηδονάκια μες στό λόγγο, μές στή ρεματιά πού βρισκόντουσαν τή νύκτα καί τήν ἡμέρα, τό βράδυ καί τό πρωί, ποιός τ’ ἄκουγε πού ξελαρυγγιαζόντουσαν ὅλα; Καί γιατί τό κάνανε αὐτό τό πρᾶγμα; Καί γιατί πηγαίνανε σέ τέτοια κρυφά μέρη; Γιατί σπάζανε τό λάρυγγά τους; Ὁ σκοπός ἦταν ἡ λατρεία, τό ψάλσιμο στόν Δημιουργό τους, ἡ λατρεία στόν Θεό». Ἔτσι τά ἐξηγοῦσα.

Ὅλα αὐτά τά θεώρησα ὅτι ἦταν τοῦ Θεοῦ ἄγγελοι, δηλαδή πουλάκια πού δοξάζανε τόν Θεό, τόν Πλάστη τῶν ἀπάντων καί δέν τ’ ἄκουγε κανείς. Ναί κρύβονταν, νά μήν τ’ ἀκούει κανείς, πιστέψτε με! Δέν τά ἐνδιέφερε νά τ΄ ἀκοῦνε, ἀλλά ποθοῦσαν μές στή μοναξιά, μές στήν ἡσυχία, μές στήν ἐρημιά, μές στή σιωπή νά τ΄ ἀκούει ποιός ἄλλος; Ὁ Πλάστης τῶν ἁπάντων, ὁ Δημιουργός τοῦ παντός. Αὐτός πού χάρισε ζωή καί πνοή καί φωνή. Θά ρωτήσετε: «Εἴχανε μυαλό;» Τί νά πῶ, δέν ξέρω ἄν τό ἔκαναν συνειδητά ἤ ὄχι. Δέν ξέρω. Γιατί αὐτά εἶναι πουλάκια. Μπορεῖ τώρα νά εἶναι στή ζωή καί μετά νά μήν ὑπάρχουν, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς παρουσιάσει ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦταν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς δέν τά ξέρουμε αὐτά. Πάντως κρύβονταν, νά μήν ἀκούσει κανείς τή δοξολογία τους. Ἔτσι καί γιά τούς μοναχούς ἡ ζωή ἐκεῖ, στό Ἅγιον Ὄρος, εἶναι ἄγνωστη. Ζεῖς μέ τόν Γέροντα, τόν ἀγαπάεις. Οἱ μετάνοιες, οἱ ἀσκήσεις, ὅλα γίνονται, ἀλλ’ οὔτε τίς θυμᾶσαι, οὔτε κανείς λέει γιά σένα:«Τί εἶναι αὐτός;» Ζεῖς τόν Χριστό, εἶσαι τοῦ Χριστοῦ. Ζεῖς μέσα σ’ ὅλα καί ζεῖς τόν Θεό, ἐν ᾧ τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται· ἐν τῷ ὁποίῳ καί διά τοῦ ὁποίου…Μπαίνεις μές στήν ἄκτιστη Ἐκκλησία καί ζεῖς ἐκεῖ ὡς ἄγνωστος. Κι ἐνῶ ἀναλύεσαι γιά τούς συνανθρώπους σου προσευχόμενος, μένεις ἄγνωστος σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, χωρίς ἴσως ποτέ νά σέ γνωρίσουν»8.

Στόν ὑγιή πνευματικά ἄνθρωπο ἔχει νικηθεῖ ἡ σάρκα ἀπό τό πνεῦμα.Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία: «Ἡ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος. Τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα γὰρ ἀλλήλοις ἀντίκειται»9 . Ὁ Χριστιανός ὀφείλει «τό χεῖρον ὑποτάξαι τῷ κρείττονι καί τήν σάρκα δουλῶσαι τῷ πνεύματι». Πρέπει νά νεκρώσει τόν παλαιόν ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις»10. Στόν θεραπευμένο πνευματικά ἄνθρωπο ἔχει ξεπεραστεῖ ἡ φιλαυτία (=ἡ ἄλογη ἀγάπη στό σῶμα) καί ὁ φόβος τοῦ πόνου καί τοῦ θανάτου. Ὁ πόνος ἔχει νικηθεῖ μέ τήν ἀγάπη στόν Χριστό. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν νυγεῖ ἡ ψυχή μας, ὅταν τρωθεῖ ἀπό τό θεῖο πόθο, ἡ εὐπάθεια τῆς σαρκός μαραίνεται. Ὁ θεῖος πόθος νικάει κάθε πόνο κι ἔτσι κάθε πόνος μεταποιεῖται καί γίνεται ἀγάπη Χριστοῦ. Ἀγαπῆστε τόν Χριστό καί θά σᾶς ἀγαπήσει κι Ἐκεῖνος. Ὅλοι οἱ πόνοι θά περάσουν, θά νικηθοῦν, θά μεταποιηθοῦν. Τότε γίνονται ὅλα Χριστός, γίνονται Παράδεισος. Ἀλλά γιά νά ζοῦμε στόν Παράδεισο, πρέπει νά ἀποθάνομε, νά ἀποθάνομε γιά ὅλα, νά εἴμαστε σάν νεκροί. Τότε θά ζοῦμε πραγματικά, θά ζοῦμε στόν Παράδεισο. Ἄν δέν νεκρωθοῦμε κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο, δέν γίνεται τίποτα…Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀγάπης τους πρός τόν Χριστό οἱ ἅγιοι δέν αἰσθανόντουσαν τούς πόνους τῶν μαρτυρίων, ὅσο σκληρά κι ἄν ἦταν. Θυμηθεῖτε τούς τρεῖς Παῖδας ἐν τῇ καμίνῳ· ὑμνοῦντες καί δοξολογοῦντες ἐδροσίζοντο στήν κάμινο τοῦ πυρός. Θυμηθεῖτε τόν Ἅγιο Δημήτριο, τόν Ἅγιο Γεώργιο, τήν Ἁγία Αἰκατερίνα, τήν Ἁγία Βαρβάρα, τήν Ἁγία Παρασκευή, τούς Σαράντα Μάρτυρες μέσα στήν παγωμένη λίμνη»11.

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού καθάρισε τήν καρδιά του.Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ τό αἰσθάνεται ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του. Ὁ Γέροντας ἦταν «καθαρός τῇ καρδίᾳ» καί μιλοῦσε ἐξ ἰδίας ἐμπειρίας. Χωρίς καθαρότητα εἶναι ἀδύνατον νά ἑνωθεῖ ὁ νοῦς μας μέ τόν Θεό. Ὁ Θεός δέν ἀποκαλύπτεται σέ μιά ἀκάθαρτη καρδιά. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ͵ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»12 μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του. Ἔλεγε ὁ κεκαθαρμένος Γέροντας: «Σ’ αὐτούς πού δυσπιστοῦν, ἀμφιβάλλουν κι ἀμφισβητοῦν καί τά σκέπτονται μόνο μέ τή λογική καί δέν εἶναι ἀνοικτοί στόν Θεό, ὁ Θεός δέν ἐμφανίζεται. Σέ κλειδωμένες ψυχές ὁ Θεός δέν εἰσέρχεται, δέν ἐκβιάζει, δέν παραβιάζει. Ἀντίθετα, σ’ αὐτούς πού ἔχουν πίστη ἁπλή, χωρίς διακυμάνσεις, ὁ Θεός ἐμφανίζεται καί χαρίζει τό ἄκτιστον φῶς Του. Τό δίδει πλούσια καί στήν ἐδῶ ζωή καί, πολύ περισσότερο, στήν ἄλλη.

Μή νομίζετε, ὅμως, ὅτι ὅλοι ἐδῶ βλέπουν τό ἴδιο καθαρά τό φῶς τῆς ἀληθείας. Καθένας τό βλέπει ἀνάλογα μέ τήν ψυχή του, μέ τό πνεῦμα του, μέ τή μόρφωσή του, μέ τήν ψυχική του κατάσταση. Καταλάβατε; Βλέπουν, γιά παράδειγμα, πολλοί μία εἰκόνα, ὅμως δέν ἔχουν ὅλοι ὅσοι τή βλέπουν τά ἴδια συναισθήματα. Ἔτσι εἶναι καί τό θεῖον φῶς. Τό ἀληθινό φῶς δέν λάμπει σ’ ὅλες τίς ἀνθρώπινες καρδιές τό ἴδιο. Δηλαδή, τό ἴδιο λάμπει ὁ ἥλιος ὁ φυσικός, ἀλλά στό σπίτι πού εἶναι μαῦρα τά τζάμια του, λίγο περνᾶνε ἀπό κεῖ οἱ ἀκτίνες. Καταλάβατε; Γι’ αὐτό λέω, τό ἴδιο γίνεται μέ τό ἄκτιστον φῶς· εἶναι μαῦρα τά τζάμια μας, δέν εἶναι καθαρή ἡ καρδιά μας, δέν τοῦ ἐπιτρέπει ἡ μαυρίλα νά περάσει.Ἀκόμη καί στούς ἁγίους μας καί στούς προφῆτες συνέβαινε αὐτό τό πράγμα. Κι αὐτοί ἀκόμη, ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητά τους, αἰσθάνονταν τό φῶς τό θεῖον»13.

Ὁ στόχος, ἔλεγε ὁ Γέροντας, τοῦ ὑγιοῦς πνευματικά εἶναι ὁ οὐρανός, ὁ Παράδεισος. Παρατηροῦσε ὅμως ὅτι ἡ νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου εἶναι στοιχεῖο ἀπαραίτητο γιά νά ὑπάρχει πνευματική ὑγεία. Πράγματι, σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, καί ὅπως προκύπτει ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων μας- πού εἶναι οἱ ἀληθινά ὑγιεῖς ψυχοσωματικά ἄνθρωποι- στόχος, σκοπός, ἀπαντοχή, προσδοκία εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Συνεχῶς ἀντηχεῖ μέσα τους ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ͵ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»14. Ἔλεγε, στοιχώντας στά λόγια τοῦ Κυρίου, ὁ οὐρανοπολίτης Γέροντας: «Μία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Θά φύγομε. Ἐδῶ κάτω στή γῆ δέν θά μείνομε γιά πάντα. Στόχος μας ἡ αἰώνιος ζωή. Γι’ αὐτό πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἑτοιμασθοῦμε. Καί τό μυστικό εἶναι ὅτι, ὅταν ἑτοιμασθοῦμε, θά εἴμαστε εὐτυχεῖς, δέν θά φοβόμαστε, ἀλλά θά περιμένουμε μέ χαρά νά πᾶμε στό ἀνέσπερον φῶς. Ἐκεῖ θά δοξολογοῦμε ἀκατάπαυστα τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τῆς Παναγίας μας μαζί μέ τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ καί μέ ὅλους τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅμως πρέπει ν’ ἀρχίσομε ἀπό δῶ νά ζοῦμε δοξολογώντας τόν Τριαδικό Θεό. Ἐάν ἀπό δῶ δέν ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό, οὔτε στήν ἄλλη ζωή θά ΄μαστε μαζί Του στήν οὐράνια δόξα καί χαρά. Καί θά ζοῦμε ἀπό δῶ τήν αἰώνιο ζωή, ἐάν ἀποθάνομε κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο. Κάτι σχετικό εἶδα γραμμένο στήν εἴσοδο ἑνός μοναστηριοῦ στό Ἅγιον Ὄρος. Ἔλεγε: «Ἐάν πεθάνεις, πρίν νά πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις, ὅταν πεθάνεις». Δηλαδή, ἐάν πεθάνεις κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο, θά ζεῖς στήν αἰωνιότητα. Ἐκεῖ δέν ὑπάρχει θάνατος»15.

Γιά τόν ἀληθινό Χριστιανό, τόν θεραπευμένο ὑπαρξιακά ἀπό τήν Θεία Χάρη, διά τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, δέν ὑπάρχει ἀπελπισία, ἄγχος, φοβία. Ὅλα αὐτά τά ἄρρωστα συναισθήματα εἶναι δαιμονικές ἐπήρρειες καί φεύγουν ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζήσει ἐν Χριστῷ, ὅταν ἐκκλησιαστικοποιηθεῖ ἀληθινά. Ἔλεγε ὁ ἀληθινά ζῶν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας Γέροντας: «Μέσα στήν Ἐκκλησία, πού ἔχει τά μυστήρια πού σώζουν, δέν ὑπάρχει ἀπελπισία. Μπορεῖ νά εἴμαστε πολύ ἁμαρτωλοί.Ἐξομολογούμαστε, ὅμως, μᾶς διαβάζει ὁ παπάς κι ἔτσι συγχωρούμαστε καί προχωροῦμε πρός τήν ἀθανασία, χωρίς καθόλου ἄγχος, χωρίς καθόλου φόβο. Ὅταν ἀγαπήσομε τόν Χριστό, ζοῦμε τή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἅμα αὐτό, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό κατορθώσομε, τότε βρισκόμαστε σέ μιά ἄλλη κατάσταση, ζοῦμε μιά ἄλλη κατάσταση ζηλευτή. Γιά μᾶς δέν ὑπάρχει καμιά φοβία. Οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κόλασις. Ὅλα αὐτά ὑπάρχουν γιά τούς ἀνθρώπους πού εἶναι μακράν τοῦ Χριστοῦ, γιά τούς μή χριστιανούς»16. Εἰδικά γιά τήν ἀπελπισία ἔλεγε ὅτι εἶναι κακό ἡ ἀπελπισία. Ὁ ἀπελπισμένος χάνει τήν προθυμία καί τήν δύναμή του. Ἀντίθετα ὁ πνευματικά ὑγιής εἶναι αὐτός πού πάντα ἐλπίζει καί πάντα ἀνεβαίνει πνευματικά.Ἔλεγε: «Ἔχω τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, ἀλλά ζῶ μέ τήν ἐλπίδα. Εἶναι κακό ν’ ἀπελπίζεσαι, διότι ὁ ἀπελπισμένος πικραίνεται καί χάνει τήν προθυμία καί τή δύναμή του. Ἐνῶ αὐτός πού ἐλπίζει, προχωρεῖ πρός τά ἐμπρός. Ἐπειδή αἰσθάνεται ὅτι εἶναι φτωχός, προσπαθεῖ νά πλουτίσει. Τί κάνει ὁ φτωχός; Ὅταν εἶναι ἔξυπνος, προσπαθεῖ νά βρεῖ ἕναν τρόπο νά πλουτίσει. Παρόλο πού νιώθω ἔτσι ἀδύναμος καί δέν ἔχω κατορθώσει αὐτό πού ποθῶ, ἐν τούτοις δέν ἀπελπίζομαι. Μέ παρηγορεῖ, ὅπως σᾶς εἶπα, ὅτι δέν παύω ἀπό τοῦ νά προσπαθῶ διαρκῶς»17.

Ἡ λαχτάρα γιά τόν Χριστό,δίδασκε ὁ Γέροντας, κάνει τήν δύναμη τῆς ψυχῆς νά φεύγει ἀπό τίς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ καί νά πηγαίνει στόν Χριστό. Ἡ σωστή ἀντιμετώπιση τοῦ πονηροῦ εἶναι ἡ περιφρόνηση, ἡ ἀδιαφορία. Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, πού ἔχει «ἀγάπη μέ λαχτάρα» γιά τόν Χριστό. Αὐτή ἡ λαχτάρα κάνει τόν ἄνθρωπο νά περιφρονήσει τόν ἐχθρό. Τότε ὁ ἄνθρωπος ξεφεύγει ἀπό τήν δουλεία στά πάθη. Ὁ γέροντας συμβουλεύει νά εἴμαστε εὐγενεῖς, ἀκόμη καί μέ τόν ταλαίπωρο διάβολο. Ἀντί νά τοῦ κάνομε κατά μέτωπο ἐπίθεση, γιά νά τόν τραυματίσομε, ἄς τόν περιφρονήσουμε. Ἄς ἀδιαφορήσουμε καί ἄς δοθοῦμε στήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Νά τί μᾶς διδάσκει: «Ὁ σατανᾶς φτιάχνει τό μηχανισμό τῆς πλάνης. Χωρίς νά τό καταλάβομε ἐμεῖς, ὁ πονηρός φτιάχνει παγίδες. Μέ τή λαχτάρα γιά τόν Χριστό ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς φεύγει ἀπ’ τίς παγίδες καί πάει στόν Χριστό. Ἄλλο πράγμα αὐτό. Πιό εὐγενές. Τό νά μάχεσαι τόν ἐχθρό σου εἶναι μιά προσπάθεια μέ σπρωξίματα καί πίεση. Στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, δέν ὑπάρχουν σπρωξίματα. Ἐδῶ ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς μεταποιεῖται χωρίς κόπο. Δέν πρέπει ν’ ἀντιδρᾶτε μέ τά ἴδια ὄργανα. Ἀδιαφορῆστε! Αὐτή ἡ ἀδιαφορία πρός τόν ἐχθρό εἶναι μεγάλη τέχνη. Τέχνη τεχνῶν. Γίνεται μόνο μέ τή θεία χάρι. Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀναίμακτα καί ἀκοπίαστα. Χωρίς σπρώξιμο καί χωρίς σφίξιμο.

Τί εἴπαμε; Δέν εἴπαμε ὅτι ὁ διάβολος εἶναι πολυμήχανος; Οἱ μηχανισμοί τοῦ διαβόλου εἶναι πονηροί. Τρόμος! Γι’ αὐτό πρέπει κι ἐμεῖς νά φτιάχνομε εὐσεβεῖς μηχανισμούς ἀμύνης, χωρίς πονηρία, γιά νά καταστρέψομε τή δύναμη τῶν δικῶν του παγίδων»18.

Ἡ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, τῶν βιβλίων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Πατέρων, ἔλεγε ὁ Γέροντας, ἀνάβει στήν ψυχή τόν θεῖο ἔρωτα καί θεραπεύει τόν ἄνθρωπο. Ὁ πνευματικά ὑγιής ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς συνεχοῦς πνευματικῆς μελέτης.Ὁ θεῖος ἔρωτας, σύμφωνα καί μέ τούς Ἁγίους Πατέρας, καλλιεργεῖται μέ τήν μελέτη τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων. Ὁ Γέροντας μελετοῦσε πολύ. Ἀπ’ αὐτήν του τήν προσωπική πεῖρα δίδασκε τά ἑξῆς: «Χρειάζεται προσοχή καί προσπάθεια, γιά νά κατανοεῖ κανείς αὐτά πού μελετάει καί νά τά ἐνστερνίζεται. Αὐτός εἶναι ὁ κόπος πού θά κάνει ὁ ἄνθρωπος. Στήν κατάνυξη, στή ζέση, στά δάκρυα θά μπεῖ μετά χωρίς νά κοπιάσει. Αὐτά ἀκολουθοῦν, εἶναι δῶρα Θεοῦ. Ὁ ἔρωτας θέλει προσπάθεια; Μέ τήν κατανόηση τῶν τροπαρίων καί κανόνων καί τῶν Γραφῶν ἕλκεσαι εὐφραινόμενος, μπαίνεις μέσα στήν ἀλήθεια εὐφραινόμενος. «Ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τήν καρδίαν μου», ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ (Ψαλμ. 4, 8). Ἔτσι αὐθόρμητα μπαίνεις στήν κατάνυξη, ἀναίμακτα. Καταλάβατε; Ἐγώ ὁ καημένος ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούω τά λόγια τῶν Πατέρων, τῶν ἀσκητῶν, τά λόγια τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Σ΄ αὐτά θέλω νά ἐντρυφῶ. Αὐτά καλλιεργοῦν τό θεῖο ἔρωτα»19.

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού βρίσκεται στήν ἀλήθεια. Γιά νά βρεῖ τήν ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος, ἐπεσήμαινε ὁ Γέροντας, πρέπει νά εἶναι ταπεινός.Ὁ ἐγωισμός μπερδεύει τόν ἄνθρωπο καί τόν ὁδηγεῖ στίς αἱρέσεις. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό δίδασκαν ξεκάθαρα: Ὅσοι διατύπωσαν λανθασμένα δόγματα καί ἔπεσαν σέ πλάνες, ἔπεσαν «δι’ ὑπεροψίαν»20. Ἔλεγε καί ὁ ταπεινός Γέρων: «Ἡ κυριότερη προϋπόθεση ,γιά νά ἀντιληφθεῖ καί νά διακρίνει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀλήθεια, εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὁ ἐγωισμός σκοτίζει τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τόν μπερδεύει, τόν ὁδηγεῖ στήν πλάνη, στήν αἵρεση»21.

Ὁ ἀληθινά ὑγιής ἄνθρωπος μιμεῖται τήν ζωή τῶν πρώτων χριστιανῶν.Ὁ Γέροντας τόνιζε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔτσι φανερώνεται: ὅταν οἱ χριστιανοί μιμούμαστε τήν ζωή τῶν πρώτων χριστιανῶν. Ὅταν ζοῦμε«κοινοβιακά», μέ ἀνιδιοτελή ἀγάπη· τότε γινόμαστε ἀληθινά ἐκκλησιαστικοποιημένοι. Ἡ ζωή τῶν πρώτων χριστιανῶν ἦταν, σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, κοινοβιακή. Τό πρῶτο κοινόβιο, τό πρῶτο μοναστῆρι, μέ Ἡγούμενο τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἦταν ἡ Ἀποστολική ὁμάδα τῶν Δώδεκα. Ἡ συνέχεια αὐτῆς τῆς ζωῆς ὑπάρχει στά σημερινά μοναστήρια. Ἐδῶ ὁ τρόπος ζωῆς μιμεῖται τήν κοινοβιακή ζωή τῶν πρώτων χριστιανῶν. Αὐτοί ἐπειδή εἶχαν τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, εἶχαν «μία ψυχή καί μία καρδιά». Ἔλεγε ὁ ἐράσμιος καί ἀγαπητικός Γέρων: «Αὐτό πού ζοῦσαν οἱ ἀπόστολοι μεταξύ τους κι αἰσθανόντουσαν ὅλη αὐτή τή χαρά, στή συνέχεια ἔγινε μέ ὅλους κάτω ἀπό τό ὑπερῶον. Δηλαδή ἀγαπιόντουσαν, χαιρόταν ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον εἶχαν ἑνωθεῖ. Ἀκτινοβολεῖ αὐτό τό βίωμα καί τό ζοῦνε κι ἄλλοι. «Τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία καί οὐδέ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ’ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 4, 32). Οἱ Πράξεις ὁμιλοῦν γιά κοινοβιακή ζωή. Ἐδῶ εἶναι τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τά πιό καλά λόγια γιά τήν πρώτη Ἐκκλησία ἐδῶ ὑπάρχουν»22.

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος, δίδασκε ὁ Γέροντας, θεωρεῖ τόν κάθε πλησίον του «σάρκα ἀπό τήν σάρκα του», διότι τόν ἀγαπᾶ σάν ἄλλον ἑαυτόν- κατά τό «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»23. Στό πρόσωπο τοῦ κάθε πλησίον ὁ χριστιανός βλέπει τόν ἑαυτό του. Ζεῖ τήν ἑνότητα μέ ὅλους γιαυτό καί δέν ξεχωρίζει τόν ἑαυτό του ἀπό τούς ἄλλους. Ὁ Γέροντας προέτρεπε τά πνευματικά του παιδιά νά βιώνουν κάθε στιγμή τό μυστήριο «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»24. Ἔλεγε: «…Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι “σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μας”. Μπορῶ ν΄ ἀδιαφορήσω γι΄αὐτόν, μπορῶ νά τόν πικράνω, μπορῶ νά τόν μισήσω; Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Νά γίνουμε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ. Ἄν αὐτό κάνουμε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτε καλύτερο δέν ὑπάρχει ἀπ΄ αὐτή τήν ἑνότητα.Αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτό εἶναι ὁ Παράδεισος»25.

Ὁ στόχος , ἡ λαχτάρα τοῦ ὑγιοῦς πνευματικά ἀνθρώπου, ἔλεγε ὁ Γέροντας, εἶναι ν’ ἁγιάσει ὅλος ὁ κόσμος.Ὁ Γέροντας ἦταν ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀληθινῆς, ἀνιδιοτελοῦς καί παγκόσμιας ἀγάπης. Ἀπ’ τό βίωμα του ἔλεγε: «Ἡ λαχτάρα σας πρέπει νά εἶναι πάνω σ’ αὐτό, στό νά ἁγιάσει ὁ κόσμος, νά γίνουν ὅλοι τοῦ Χριστοῦ. Τότε μπαίνετε στήν Ἐκκλησία, ζεῖτε στή χαρά τοῦ Παραδείσου, στόν Θεό, γιατί ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητος κατοικεῖ στήν Ἐκκλησία»26. «Κύριε,» προσευχόταν καί ὁ σύγχρονος Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης: «δῶσε Σύ ὁ Ἴδιος, νά Σέ γνωρίσουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα· ὅπως ἔδωσες στούς Ἀποστόλους τό Ἅγιο Πνεῦμα καί Σέ γνώρισαν, δῶσε ἔτσι καίσ’ ὅλο τόν κόσμο νά Σέ γνωρίση μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα»27.

Ὁ ἀληθινός χριστιανός, ὅπως ἦταν καί ὁ Γέροντας, τούς θέλει ὅλους κοντά του, πονάει γιά ὅλους. «Ὅταν ἔλθει ὁ Χριστός στήν ψυχή μας, ἔλεγε, ἀποκαλύπτοντας τό βίωμά του, τότε ἡ ψυχή γίνεται ἀλλοιῶς. Ζεῖ παντοῦ». Γράφει πνευματικό παιδί, τοῦ ἀληθινά θεραπευμένου Γέροντα: «Ὁ Χριστός… ἔκανε τόν σεβάσμιο Γέροντα «νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στό Χριστό».«Ὁ Χριστός εἶναι ἄλλο πρᾶγμα» ἔλεγε ὁ Γέροντας. Καί πάλι: «Ὅταν ἔλθη ὁ Χριστός στόν ἄνθρωπο, ὅταν ἔλθη στήν ψυχή μας, ἡ ψυχή γίνεται ἀλλοιῶς. Ζῆ παντοῦ, ζῆ στ’ ἄστρα, ζῆ στόν κόσμο τόν πνευματικό, ζῆ στό χάος, ζῆ στό σύμπαν…τοῦ μιλᾶνε μέ τό τηλέφωνο στή Νότιο Ἀφρική, στόν Ἰνδικό Ὠκεανό καί μιλάει μ’ αὐτούς καί τούς λέει γιά τό σπίτι τους, γιά τά κορίτσια τους καί τούς λέει γιά τήν οἰκογένειά τους καί αὐτός εἶναι ἐδῶ». Αὐτό εἶναι τό θαυμαστό πού συνέβαινε στόν πατέρα Πορφύριο· ἐνῶ ἦταν ἐδῶ σωματικά, τήν ἴδια ὥρα βρισκόταν πνευματικά ἑκατοντάδες καί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά καί ἐκεῖ ἔβλεπε καί περιέγραφε πρόσωπα καί καταστάσεις. Καί διερωτᾶται κανείς: Πῶς μποροῦσε νά συμβαίνη αὐτό; Νά βρίσκεται δηλαδή συγχρόνως καί ἐδῶ καί ἐκεῖ; Τήν ἀπάντηση δίνεις ὁ ὅσιος Γέροντας:«Τό θέμα εἶναι, ὥσπου νά ἔρθη ὁ Χριστός μέσα μας νά ζήση, τότε εἶσαι παντοῦ, σύν Χριστῷ»»28.

Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος, ἔλεγε πάλι ὁ Γέροντας, ζεῖ τήν ἀληθινή χαρά, πού εἶναι μία «ἐν Χριστῷ μέθη».Ἡ ἀληθινή χαρά, πού ἀναζητοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δέν εἶναι παρά καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στό μέτρο, πού κανείς μετέχει τοῦ Θεοῦ, τῆς Θείας Χάρης (ἡ ὁποία στήν Ἁγία Γραφή λέγεται καί Ἅγιο Πνεῦμα), ἔχει καί τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ πνεύματός ἐστιν ἀγάπη͵ χαρά͵ εἰρήνη͵ μακροθυμία͵ χρηστότης͵ ἀγαθωσύνη͵ πίστις͵ πραότης͵ ἐγκράτεια»29. Ἡ χαρά, πού γεύεται ὁ ἀληθινός χριστιανός, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ἡ χαρά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι μία χαρά, πού σέ κάνει ἄλλο ἄνθρωπο. Εἶναι μία πνευματική τρέλα, ἀλλά ἐν Χριστῷ. Σέ μεθάει σάν τό κρασί τό ἀνόθευτο, αὐτό τό κρασί τό πνευματικό. Ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ: «Ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τήν κεφαλήν μου καί τό ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεί κράτιστον» (Ψαλμ. 22, 5). Ὁ πνευματικός οἶνος εἶναι ἄκρατος, ἀνόθευτος, πολύ δυνατός κι ὅταν τόν πίνεις, σέ μεθάει. Αὐτή ἡ θεία μέθη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού δίδεται στούς «καθαρούς τῇ καρδίᾳ»30 (Πρβλ. Ματθ. 5, 8).

Ἡ διαφύλαξη τῆς πνευματικῆς ὑγείας συνίσταται, σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τούς ἁγίους Πατέρας, στήν συνεχή προσπάθεια νά μένει ὁ ἄνθρωπος μαζί μέ τόν Χριστό· δηλ. νά ἔχει ἐνεργό μέσα του τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν εἶναι «σκέτος», ἔλεγε ὁ Γέροντας, τότε κυριαρχεῖ ὁ πονηρός ἐπάνω του. «Μή δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ»31 λέγει ἡ Γραφή. Δέν πρέπει νά δίνουμε δικαιώματα στόν πονηρό· οὔτε τόν παραμικρό κακό λογισμό δέν πρέπει νά ἀφήνουμε μέσα μας. Διότι αὐτά εἶναι τά «παράθυρα» τοῦ πονηροῦ, διά τῶν ὁποίων εἰσχωρεῖ μέσα μας. Δίδασκε, ὁ ἔμπειρος μαχητής τοῦ διαβόλου: «Νά μή δίνομε στόν διάβολο δικαιώματα. Δηλαδή ἐγώ δέν ἀφήνω οὔτε μία σκέψη μνησικακίας μέσα μου οὔτε μία σκέψη ἐγωισμοῦ, μή βρεῖ παράθυρο ὁ σατανάς. Τό παράθυρο εἶναι τό δικαίωμα. Ὅταν ἀπομακρύνεσαι ἀπ’ τόν Θεό, κινδυνεύεις, γιατί σέ βρίσκει «σκέτον» ὁ σατανάς καί κυριαρχεῖ ἐπάνω σου»32.

Ὅλα τά προβλήματα καί οἱ πειρασμοί, δίδασκε ὁ Γέροντας, ξεπερνιοῦνται μέ τό νά βλέπουμε συνεχῶς πρός τόν Χριστό. Τότε παραμένουμε ὑγιεῖς πνευματικά καί περπατᾶμε πᾶνω στά «κύματα». Δέν πρέπει νά κοιτάζουμε αὐτό, πού μᾶς συμβαίνει, ἀλλά νά κοιτάζουμε πρός τό Φῶς, τόν Χριστό προσευχόμενοι· ὅπως τό παιδί κοιτάζει τή μητέρα του, ὅταν κάτι τοῦ συμβεῖ. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος, ὅσο ἔβλεπε στόν Χριστό, περπατοῦσε πάνω στά κύματα. Ὅταν ὅμως, εἶδε πρός τά κύματα καί πρόσεξε τήν σφοδρότητα τοῦ ἀέρα, ἄρχισε νά καταποντίζεται. Συμβούλευε ὁ Γέροντας: «Ἡ ψυχή σας νά δίδεται στήν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», γιά ὅλες σας τίς ἔγνοιες, γιά ὅλα καί γιά ὅλους. Μήν κοιτάζετε αὐτό πού σᾶς συμβαίνει, ἀλλά νά κοιτάζετε τό φῶς, τόν Χριστό, ὅπως τό παιδί κοιτάζει τήν μητέρα του, ὅταν κάτι τοῦ συμβεῖ. Ὅλα νά τά βλέπετε χωρίς ἄγχος, χωρίς στενοχώρια, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο. Δέν εἶναι ἀνάγκη νά προσπαθεῖτε καί νά σφίγγεσθε. Ὅλη σας ἡ προσπάθεια, νά εἶναι ν’ ἀτενίσετε πρός τό φῶς, νά κατακτήσετε τό φῶς. Ἔτσι, ἀντί νά δίδεσθε στή στενοχώρια, πού δέν εἶναι τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, θά δίδεσθε στή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά δυσάρεστα, πού μένουν μέσα στήν ψυχή σας καί φέρνουν ἄγχος, μποροῦν νά γίνουν ἀφορμή γιά τή λατρεία τοῦ Θεοῦ καί νά παύσουν νά σᾶς καταπονοῦν. Νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Τότε ξενοιάζετε καί γίνεσθε ὄργανά Του. Ἡ στενοχώρια δείχνει ὅτι δέν ἐμπιστευόμαστε τή ζωή μας στόν Χριστό. «Ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι» (Κορ. Β΄ 4,8), δέν λέει πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος;»33.

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος ζεῖ ἀπό ἐδῶ τόν Παράδεισο. Ἔχει κάνει σάν κύριο ἔργο τῆς ζωῆς του τήν ἐκζήτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ θεραπευμένος πνευματικά ἐκπληρώνει κάθε στιγμή τό λόγο τοῦ Κυρίου: «Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ͵ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον»34. Ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Παράδεισος, εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι ἡ Θεία Χάρις ἡ κεκρυμμένη ἐντός τῆς καρδίας μας, ἀπό τήν στιγμή πού βαπτιστήκαμε. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά Τήν ἀνακαλύψει, σύμφωνα μέ τήν παραβολή τοῦ πολύτιμου μαργαρίτη, νά Τήν διαφυλάξει καί νά Τήν «ἀξιοποιήσει»· νά Τήν ἔχει ἐνεργό μέσα του , ὥστε Αὐτή, δηλ. τό Ἄκτιστο Θεῖο Φῶς νά τόν ζωογονεί , νά τόν φωτίζει καί νά τόν τρέφει. Ἔργο μας κύριο, εἶναι νά βροῦμε ἕναν τρόπο νά μποῦμε μέσα σ’ αὐτό τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού τό πήραμε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Δέν εἶναι ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἁπλῶς, νά ἐκτελεῖ κάποια τυπικά θρησκευτικά καθήκοντα. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ Γέροντας: «Τί εἶναι ὁ Παράδεισος; Ὁ Χριστός εἶναι. Ἀπό δῶ ἀρχίζει ὁ Παράδεισος. Εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο· ὅσοι ἐδῶ στή γῆ ζοῦν τόν Χριστό, ζοῦν τόν Παράδεισο…Ἔργο μας εἶναι νά προσπαθοῦμε νά βροῦμε ἕναν τρόπο νά μποῦμε μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι νά κάνει κανείς τά τυπικά. Ἡ οὐσία εἶναι νά εἴμαστε μαζί μέ τό Χριστό. Νά ξυπνήσει ἡ ψυχή καί ν’ ἀγαπήσει τόν Χριστό, νά γίνει ἁγία. Νά ἐπιδοθεῖ στό θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι θά μᾶς ἀγαπήσει κι Ἐκεῖνος. Θά εἶναι τότε ἡ χαρά ἀναφαίρετη. Αὐτό θέλει πιό πολύ ὁ Χριστός, νά μᾶς γεμίζει ἀπό χαρά, διότι εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Αὐτή ἡ χαρά εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ. Μέσα σ’ αὐτή τή χαρά θά γνωρισομε τόν Χριστό. Δέν μποροῦμε νά Τόν γνωρίσομε, ἄν Ἐκεῖνος δέν μᾶς γνωρίσει. Πῶς τό λέγει ὁ Δαβίδ; «Ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες· ἐάν μή Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων» (Ψαλμ. 126, 1)»35.

Ἡ βίωση στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γίνεται, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, μέ τήν Θεία Λατρεία. Ἀρχίζει ἀπό αὐτήν τήν ἐδῶ ζωή καί συνεχίζεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ Θεία Λειτουργία μάλιστα, εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στή γῆ. Διά τοῦτο καί ἀρχίζει μέ τό: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ Γέροντας, ὅτί ζοῦμε στόν Παράδεισο, ὅταν λατρεύομε τόν Θεό. Νά πῶς τό δίδασκε ἀκριβῶς: «Μέ τή λατρεία τοῦ Θεοῦ ζεῖς στόν Παράδεισο. Ἅμα γνωρίσεις καί ἀγαπήσεις τόν Χριστό, ζεῖς στόν Παράδεισο. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Παράδεισος. Ὁ Παράδεισος ἀρχίζει ἀπό δῶ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐπί γῆς Παράδεισος, ὁμοιότατος μέ τόν ἐν οὐρανοῖς. Ὁ Παράδεισος, πού εἶναι στόν οὐρανό, ὁ ἴδιος εἶναι κι ἐδῶ στή γῆ. Ἐκεῖ ὅλες οἱ ψυχές εἶναι ἕνα, ὅπως ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι τρία πρόσωπα, ἀλλά εἶναι ἑνωμένα κι ἀποτελοῦν ἕνα…Ὅποιος ζεῖ τόν Χριστό, γίνεται ἕνα μαζί Του, μέ τήν Ἐκκλησία Του. Ζεῖ μιά τρέλα! Ἡ ζωή αὐτή εἶναι διαφορετική ἀπ’ τή ζωή τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Εἶναι χαρά, εἶναι φῶς, εἶναι ἀγαλλίαση, εἶναι ἀνάταση. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ζωή τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ἡμῶν ἐστίν» (Πρβλ. Λουκ. 17, 21)»36.

8 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 85-88.
9 Γαλ. 5, 17.
10 Γαλ. 5, 24.
11 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 225 καί 227.
12 Ματθ. 5, 7-8.
13 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 296-297.
14 Ματθ. 6, 33.
15 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 585-586.
16 Ὅ.π. σελ. 199.
17 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 221-222.
18 Ὅ. π. σελ. 310.
19 Ὅ. π. σελ. 236-237.
20 Μ. Ἀθανασίου, TLG, Work #104 28.1520.42 toWork #104 28.1520.44 «ἡ ἀρετὴ ἀφίπταται δι΄ ὑπεροψίαν͵ κἂν πολλὴν σφοδρότητα ἀσκήσεως λάβῃ».
21 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 207.
22 Ὅ.π. σελ. 205-206.
23Ματθ. 22, 39.
24 Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Θεία Λειτουργία, εἰρηνικά.
25 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 384.
26 Ὅ. π. σελ. 277.
27 Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ Γέροντας Σιλουανός, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου – Ἔσσεξ Ἀγγλίας, Γ΄ ἔκδοση, 1985, σελ. 398.
28 Γ. Κρουσταλλάκη, Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ἰχνηλασία, Γ’ ἔκδοση, σελ. 55-56.
29 Γαλ. 5, 22-23.
30 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 213.
31 Ἐφ. 4, 27.
32 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 319.
33 Ὅ.π. σελ. 306.
34Ματθ. 6, 33-34.
35 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 214-215.
36 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 200-201.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

http://Hristospanagia3.blogspot.com

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Ο υγιής άνθρωπος α΄ μέρος

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ


Β΄.Ὁὑγιής ἄνθρωπος.

Ὑγιής ἄνθρωπος, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι αὐτός πού ἔχει τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλ. ὁ ἅγιος. Ἡ ὑγιής ψυχή εἶναι αὐτή πού ἔχει τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται χαριτωμένος καί ζεῖ πάνω ἀπό τό κακό. Ἄν δέν ἔχει ὁ ἄνθρωπος τούς καρπούς αὐτούς φανερούς, δέν ἔχει ψυχική ὑγεία. Νά τί ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ Γέροντας: «Ἡ ἀγάπη ἑλκύει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔλθει ἡ χάρις, ἔρχονται τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23). Αὐτά εἶναι πού πρέπει νά ἔχει μία ὑγιής ψυχή ἐν Χριστῷ. Ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Χριστό γίνεται χαριτωμένος καί ζεῖ ἔτσι πάνω ἀπ’ τό κακό.Τό κακό γι’ αὐτόν δέν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μόνο τό ἀγαθό, ὁ Θεός. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει κακό. Δηλαδή, ἐφόσον ἔχει τό φῶς, δέν μπορεῖ νά ἔχει σκοτάδι. Οὔτε μπορεῖ νά τόν καταλάβει τό σκοτάδι, διότι ἔχει τό φῶς»1.Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος ἔχει τόν Θεῖο Ἔρωτα ἐνῶ, παρατηρεῖ διακριτικά ὁ Γέροντας, νομίζει ὅτι δέν τόν ἔχει. Ὁ Θεός δέν ἔχει κόρο, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό δέν χορταίνεται. Ὁ ἐράσμιος Γέρων ζοῦσε αὐτήν τήν κατάσταση γιαυτό καί ἔλεγε: «Ὁ Χριστός εἶναι τό ἄκρον ἐφετόν, τό ἄκρον ἐπιθυμητόν, δέν ὑπάρχει ἀνώτερο. Ὅλα τά αἰσθητά ἔχουν κόρο, ἀλλά ὁ Θεός δέν ἔχει κόρο. Αὐτός εἶναι τό πᾶν. Ὁ Θεός εἶναι τό ἄκρον ἐφετόν. Καμιά ἄλλη χαρά, κανένα ἄλλο κάλλος, τίποτα δέν μπορεῖ νά παραβγεῖ μ’ Αὐτόν. Τί ἄλλο ἀπό τό ἀνώτατον; Ὁ ἔρωτας πρός τόν Χριστό εἶναι κάτι ἄλλο. Δέν ἔχει τέλος, δέν ἔχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει ὑγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι ὅσο δίνει, τόσο πιό πολύ ὁ ἄνθρωπος θέλει νά ἐρωτεύεται. Ἐνῶ ὁ ἀνθρώπινος ἔρωτας μπορεῖ νά φθείρει τόν ἄνθρωπο, νά τόν τρελάνει. Ὅταν ἀγαπήσομε τόν Χριστό, ὅλες οἱ ἄλλες ἀγάπες ὑποχωροῦν. Οἱ ἄλλες ἀγάπες ἔχουν κορεσμό. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει κορεσμό. Ἡ σαρκική ἀγάπη ἔχει κορεσμό. Μετά μπορεῖ ν’ ἀρχίσει ἡ ζήλεια, ἡ γκρίνια, μέχρι κι ὁ φόνος. Μπορεῖ νά μεταβληθεῖ σέ μίσος. Ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη δέν ἀλλοιώνεται. Ἡ κοσμική ἀγάπη λίγο διατηρεῖται καί σιγά σιγά σβήνει, ἐνῶ ἡ θεία ἀγάπη ὁλοένα μεγαλώνει καί βαθαίνει. Κάθε ἄλλος ἔρωτας μπορεῖ νά φέρει τόν ἄνθρωπο σ’ ἀπελπισία. Ὁ θεῖος ἔρως, ὅμως, μᾶς ἀνεβάζει στή σφαίρα τοῦ Θεοῦ, μᾶς χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οἱ ἄλλες ἡδονές κουράζουν, ἐνῶ αὐτή διαρκῶς δέν χορταίνεται. Εἶναι μία ἡδονή ἀκόρεστος, πού δέν τήν βαριέται κανείς ποτέ. Εἶναι τό ἄκρον ἀγαθόν.Μόνο σ’ ἕνα σημεῖο σταματάει ὁ κορεσμός· ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἑνωθεῖ μέ τόν Χριστό. Ἀγαπάει, ἀγαπάει, ἀγαπάει κι ὅσο ἀγαπάει, τόσο βλέπει ὅτι θέλει ἀκόμη ν’ ἀγαπήσει. Τό βλέπει ὅτι δέν ἔχει ἑνωθεῖ, δέν ἔχει δοθεῖ στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔχει συνεχῶς τήν ἔφεση, τήν ἐπιθυμία, τή χαρά, γιά νά κατορθώσει νά φθάσει στό ἄκρον ἐφετόν, στόν Χριστό. Ὅλο νηστεύει κι ὅλο κάνει μετάνοιες κι ὅλο προσεύχεται κι ὅμως ὅλο δέν ἱκανοποιεῖται. Δέν τό καταλαβαίνει ὅτι ἔφθασε ἤδη σ’ αὐτή τήν ἀγάπη. Αὐτό πού ἐπιθυμεῖ, δέν τό νοιώθει ὅτι τόν γέμισε, ὅτι τό πῆρε, ὅτι τό αἰσθάνεται, ὅτι τό ζεῖ. Αὐτό τό θεῖο ἔρωτα, αὐτή τή θεία ἀγάπη λαχταροῦν καί ποθοῦν ὅλοι οἱ ἀσκηταί. Μεθοῦν μέ τή θεία μέθη. Μ΄ αὐτή τή θεία μέθη τό μέν σῶμα μπορεῖ νά γηράσκει, νά παρέρχεται, τό πνεῦμα, ὅμως, νεάζει καί ἀνθεῖ…Ναί δέν χορταίνεται ἡ ἀγάπη στόν Χριστό. Ὅσο Τόν ἀγαπάεις, νομίζεις ὅτι δέν Τόν ἀγαπάεις κι ὅλο θέλεις πιό πολύ νά Τόν ἀγαπάεις. Συγχρόνως, ὅμως, πλημμυρίζει ἡ ψυχή σου ἀπ’ τήν παρουσία Του καί τήν ἐν Κυρίῳ χαρά τήν ἀναφαίρετο. Δέν θέλεις τότε τίποτα νά ἐπιθυμήσεις»2. Τότε ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνο δέν ἐπιθυμεῖ τίποτε ἄλλο, ἀλλά μισεῖ καί τήν θέληση γιά ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπιθυμία. Δέν θέλει νά «θέλει» τίποτε, ἐκτός ἀπό τό ἄκρον ἐφετόν τόν Χριστό.

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού βρῆκε τόν Χριστό. Ὁ ἄνθρωπος ἡσυχάζει, εἰρηνεύει, γεμίζει τό ὑπαρξιακό του «κενό», θεραπεύεται ἀπό τό συναίσθημα τῆς μοναξιᾶς, ὅταν βρεῖ τόν Χριστό. Τότε ζεῖ ἐν ἀγαλλιάσει. Ἔλεγε ὁ ἅγιος Γέροντας: «Ὅταν βρεῖς τόν Χριστό, σοῦ ἀρκεῖ, δέν θέλεις τίποτ’ ἄλλο, ἡσυχάζεις. Γίνεσαι ἄλλος ἄνθρωπος. Ζεῖς παντοῦ, ὅπου ὑπάρχει ὁ Χριστός. Ζεῖς στά ἄστρα, στό ἄπειρο, στόν οὐρανό μέ τούς ἀγγέλους, μέ τούς ἁγίους, στή γῆ μέ τούς ἀνθρώπους, μέ τά φυτά, μέ τά ζῶα, μέ ὅλους, μέ ὅλα. Ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἐξαφανίζεται ἡ μοναξιά. Εἶσαι εἰρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Οὔτε μελαγχολία, οὔτε ἀρρώστια, οὔτε πίεση, οὔτε ἄγχος, οὔτε κατήφεια, οὔτε κόλαση…Ὅποιος ζεῖ μέσα του τόν Χριστό, ζεῖ πράγματα πού δέν λέγονται· ἅγια καί ἱερά. Ζεῖ ἐν ἀγαλλιάσει. Αὐτά εἶναι ἀλήθεια. Τά ἔχουνε ζήσει ἄνθρωποι, ἀσκητές στό Ἅγιον Ὄρος. Συνεχῶς μέ λαχτάρα ψιθυρίζουν τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…»3.Αἰσθάνεται τότε ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό «ἐγκάτοικον» καί σκιρτᾶ ἀπό ἀγαλλίαση. Ἀκούει τούς στεναγμούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖον προσεύχεται ἐντός του καί εὐφραίνεται εὐφροσύνη ἄρρητη…

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος εἶναι ὁ θεούμενος. Αὐτός βιώνει τήν διεύρυνση τῶν βιολογικῶν καί ὀντολογικῶν του ὁρίων καί δυνατοτήτων. Συγχρόνως δέχεται τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ σεβαστός Γέροντας ἦταν ἕνας τέτοιος θεραπευμένος, πνευματικά ὑγιής, ἄνθρωπος. Ἔδωσε ἀπό τήν νεανική του ἡλικία τά πάντα στόν ἀγῶνα γιά τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. Γιαυτό καί τά ἀνωτέρω τά ζοῦσε συνεχῶς, ὅπως φανερώνουν μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα τοῦ βίου του:« Ἦταν ξημερώματα, ὁ κεντρικός ναός τῶν Καυσοκαλυβίων, τό Κυριακό, ἦταν ἀκόμη κλειστός. Ὁ μοναχός Νικήτας (τό πρῶτο μοναχικό ὄνομα τοῦ π. Πορφυρίου), ὅμως, περίμενε σέ μιά γωνιά τοῦ προνάρθηκα νά κτυπήσουν οἱ καμπάνες καί ν’ ἀνοίξει ἡ ἐκκλησία. Δεύτερος μπῆκε στόν προνάρθηκα ὁ γερο-Δημᾶς, πρώην Ρῶσος ἀξιωματικός, ἐνενηκοντούτης, ἀσκητής, κρυφός ἅγιος καί, ἀφοῦ βεβαιώθηκε ὅτι δέν ἦταν ἄλλος ἐκεῖ (δέν εἶδε τό μοναχό Νικήτα πού ἦταν ἀπόμερα), ἄρχισε νά κάνει στρωτές μετάνοιες καί νά προσεύχεται μπροστά στήν κλειστή πόρτα τοῦ ναοῦ. Ἡ Θεία Χάρις ξεχείλισε ἀπό τόν ὅσιο γερο-Δημᾶ καί ἔλουσεκαί κατεκάλυψε τόν ἕτοιμο νά τή δεχθεῖ νεαρό Νικήτα. Τά αἰσθήματά του δέν περιγράφονται. Γεγονός εἶναι ὅτι μετά τή Θεία Λειτουργία καί τή Θεία Κοινωνία του ὁ νεαρός μοναχός Νικήτας αἰσθανόταν τέτοια αἰσθήματα, ὥστε, πηγαίνοντας γιά τό καλύβι του, σταμάτησε, ἄνοιξε τά χέρια του τεντωμένα καί φώναζε δυνατά “Δόξα Σοι, ὁ Θεός. Δόξα Σοι, ὁ Θεός. Δόξα Σοι, ὁ Θεός”.Τήν ἐπίσκεψη τῆς Χάριτος ἀκολούθησε μιά ριζική ἀλλαγή τῶν ψυχοσωματικῶν ιδιοτήτων τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ Νικήτα. Ἦταν ἡ ἀλλοίωσις, ἡ ἐκ τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. Ἐνεδύθη δύναμιν ἐξ ὕψους καί ἀπέκτησε χαρίσματα ὑπερφυσικά.Πρῶτο σημεῖο ἦταν ὅτι “διεῖδε” ἀπό μεγάλη ἀπόσταση τούς Γέροντές του, πού ἐπέστρεφαν ἀπό μακριά. Τούς “διεῖδε” ἐκεῖ πού ἦσαν, ἐνῶ ἀνθρωπίνως δέν ἦσαν ὁρατοί. Αὐτό τό ἐξομολογήθηκε στόν παπα-Παντελεήμονα, ὁ ὁποῖος τοῦ σύστησε προσοχή καί σιωπή. Συμβουλές, πρός τίς ὁποῖες συμμορφώθηκε, μέχρις ὅτου ἔλαβε ἄλλη ἐντολή. Ἔπειτα ἀκολούθησαν καί ἄλλα. Τά αἰσθητήριά του εὐαισθητοποιήθηκαν σέ ἀνυπέρβλητο βαθμό καί οἱ ἀνθρώπινες δυνατότητές του ἀναπτύχθηκαν στό ἔπακρο. Ἄκουε καί γνώριζε τίς φωνές τῶν πουλιῶν καί τῶν ζώων, τόσο ὡς πρός τήν προέλευση ὅσο καί πρός τό νόημά τους. Ὀσφραινόταν τίς εὐωδιές ἀπό μεγάλες ἀποστάσεις. Ἀναγνώριζε τά ἀρώματα καί τή σύνθεσή τους. Διέκρινε ἀπό πάρα πολύ μακριά τις εὐωδιές τῶν λουλουδιῶν. “Ἔβλεπε”, ὅταν ὕστερα ἀπό ταπεινή προσευχή ἐρχόταν στήν κατάλληλη κατάσταση, στά βάθη τῆς γῆς καί στό χάος τοῦ οὐρανού, νερά, πετρώματα, πετρέλαια, ραδιενέργεια, θαμμένα ἀρχαῖα, κρυμμένους τάφους, ρωγμές στά ἔγκατα τῆς γῆς, ὑπόγειες πηγές, χαμένες εἰκόνες, σκηνές πού εἶχαν διαδραματισθεῖ αἰῶνες πρίν, προσευχές πού εἶχαν ἀναπεμφθεῖ, πνεύματα ἀγαθά καί πονηρά, τήν ψυχή τήν ἴδια τό κάθε τι. Δοκίμαζε τό νερό ἀπό τό βάθος τῆς γῆς καί μετροῦσε τά ἀπρόσιτα. Ρωτοῦσε τά βράχια καί τοῦ διηγόντουσαν τά παλαίσματα τῶν πρό αὐτοῦ ἀσκητῶν. Κύτταζε καί θεράπευε. Ἔψαυε καί ἰάτρευε. Ηὔχετο καί ἐγένοντο. Ἀλλά ποτέ δέν διανοήθηκε νά χρησιμοποιήσει τά χαρίσματα αὐτά τοῦ Θεοῦ γιά δικό του ὄφελος. Ποτέ δέν παρακάλεσε νά γίνει καλά ἀπό δική του ἀρρώστια. Ποτέ δέν θέλησε νά κερδίσει κάτι ἀπό κάποια γνώση πού τοῦ πρόσφερε ἡ Θεία Χάρη. Ἡ διόρασή του, ὅσες φορές ἐνεργοῦσε, τοῦ ἀποκάλυπτε τά ἀπόκρυφα τῶν ἀνθρωπίνων διαλογισμῶν. Μποροῦσε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ νά βλέπει τό παρελθόν καί τό παρόν καί τό μέλλον ταυτόχρονα. Ἐπιβεβαίωνε ὅτι ὁ Θεός εἶναι παντογνώστης καί παντοδύναμος. Κατόπτευε καί ψηλαφοῦσε τήν κτίση ἀπό τά ἄκρα τοῦ σύμπαντος μέχρι τά βάθη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καί ἱστορίας. Ἴσχυε γι’ αὐτόν τό: “Ὁ δέ πνευματικός ἀνακρίνει μέν πάντα, αὐτός δέ ὑπ’ οὐδενός ἀνακρίνεται” (Α΄ Κορ. ιβ΄ 15). Ἡ ζωή μέσα στή Χάρη ὅμως εἶναι ἕνα ἄγνωστο μυστήριο γιά μᾶς. Καί κάθε ἐπιπλέον λέξις θά εἶναι αὐθάδης ἐνασχόληση μέ θέματα πού ἀγνοοῦμε. Αὐτά ὁ Γέροντας τά τόνιζε πάντοτε σέ ὅλους ὅσοι ἀπέδιδαν τίς ἱκανότητές του σέ ἄλλα αἴτια ἐκτός ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε ἐπιγραμματικά καί ξανάλεγε: “Δέν εἶναι ἐπιστήμη, δέν εἶναι τέχνη, εἶναι ΧΑΡΙΣ”»4.

Τά ἀνωτέρω τά διηγεῖται καί ὁ ἴδιος ὡς ἑξῆς: «Μετά τό γεγονός μέ τόν Γερο-Δημᾶ ἄλλαξα ἐντελῶς. Ἡ ζωή μου ὅλο χαρά καί ἀγαλλίαση. Ζοῦσα μές στ’ ἄστρα, μές στό ἄπειρο, στόν οὐρανό. Πρῶτα δέν ἤμουν ἔτσι. Ἀπό τότε πού αἰσθάνθηκα τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ὅλα τά χαρίσματα πολλαπλασιάσθηκαν. Ἔγινα ἔξυπνος. Ἔμαθα τριαδικούς κανόνες, τόν Κανόνα τοῦ Ἰησοῦ, ἄλλους κανόνες. Μόνο πού τούς διαβάζανε καί τούς ψάλλανε στήν ἐκκλησία, τούς μάθαινα ἀπ’ ἔξω. Τό Ψαλτῆρι τό ἔλεγα ἀπ’ ἔξω. Πρόσεχα κι ὁρισμένους ψαλμούς πού ταιριάζανε τά λόγια τους νά μήν τούς μπερδεύω. Ὄντως ἄλλαξα. «Ἔβλεπα» πολλά πράγματα, ἀλλά δέν μιλοῦσα· δηλαδή δέν εἶχα τό δικαίωμα νά τό πῶ, δέν εἶχα «πληροφορία». Ὅλα τά ἔβλεπα, ὅλα τά πρόσεχα, ὅλα τά ἤξερα. Ἀπ’ τή χαρά μου δέν πατοῦσα στή γῆ. Τότε ἄνοιξε ἡ μύτη μου καί μύριζα τά πάντα, ἄνοιξαν τά μάτια μου, ἄνοιξαν τ’ αὐτιά μου. Ἀπό μακριά τά καταλάβαινα. Τά ζῶα, τά πουλιά, τά ξεχώριζα ὅλα. Ἤξερα τό κελάηδημα ἄν εἶναι κότσυφας, ἄν εἶναι σπουργίτι, ἄν εἶναι σπίνος, ἄν εἶναι ἀηδόνι, ἄν εἶναι κομπογιάννηδες, ἄν εἶναι τσίχλες. Ὅλα τά πουλάκια τά καταλάβαινα ἀπ’ τή φωνή τους. Τή νύκτα, ξημερώνοντας, χαιρόμουνα τή συναυλία πού ἔκαναν τ’ ἀηδόνια, τά κοτσύφια, ὅλα, ὅλα…

Ἔγινα ἄλλος, καινούργιος, διαφορετικός. Ὅ,τι ἔβλεπα, τό ἔκανα προσευχή. Τό γύριζα στόν ἑαυτό μου. Γιατί τό πουλί ψάλλει καί δοξολογεῖ τόν Πλάστη; Ἤθελα νά τό κάνω κι ἐγώ. Τό ἴδιο καί μέ τά λουλούδια. Τά λουλούδια τά καταλάβαινα ἀπ’ τίς μυρωδιές καί τό ἄρωμά τους τό ἄκουγα ἀπό μισή ὥρα μακριά. Παρατηροῦσα τά χόρτα, τά δέντρα, τά νερά, τά βράχια. Ἄ! μέ τά βράχια μιλοῦσα. Πόσα εἶχαν δεῖ αὐτά! Τά ρωτοῦσα καί μοῦ λέγανε ὅλα τά μυστικά τῶν Καυσοκαλυβίων. Κι ἐγώ συγκινιόμουν καί κατανυγόμουν. Τά ἔβλεπα ὅλα μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπα, ἀλλά δέν μιλοῦσα. Συχνά πήγαινα στό δάσος. Πολύ μ’ ἐνθουσίαζε νά περπατῶ ἀνάμεσα ἀπ’ τίς πέτρες καί τά σχοῖνα, τά μικρά καί τά μεγάλα δέντρα»5.

Τά γνωρίσματα τῆς Θείας Χάρης εἶναι κοινά σέ ὅλους τούς βίους τῶν ἁγίων. Ἀνάλογες ἐμπειρίες καί καταστάσεις μέ αὐτές τοῦ Γέροντος Πορφυρίου περιγράφει καί σύγχρονος Ἁγιορείτης: «Ἀπό τήν ἀρχή τῆς μοναχικῆς μου ζωῆς ζοῦσα μιά ἥσυχη, καλή ζωή. Οἱ ἀκολουθίες στό Μοναστῆρι καί ἡ Μυστηριακή ζωή μέ θέρμαιναν, μέ ἀνέπαυαν. Αὐτό μέχρι τήν ὥρα πού γεννήθηκε μέσα μου κάτι ἄλλο, μέχρι τήν ὥρα πού ἀναπτύχθηκε ἡ ἐσωτερική ζωή. Ξαφνικά αἰσθάνθηκα ἕνα κάψιμο ἐσωτερικό, ἕνα κάψιμο θείας ἀγάπης.

Ἡ φυσική καί καλή ζωή πού ζοῦσα μέχρι τότε, φαινόταν τώρα πολύ σκοτεινή, χωρίς νόημα και περιεχόμενο. Ἄρχισα νά βρίσκω τόν χῶρο τῆς καρδιᾶς, τό κέντρο τῆς ὑπάρξεως, τόν εὐλογημένο ἐκεῖνο χῶρο πού ἀνακαλύπτεται μέ τήν ἐν Χάριτι ἄσκηση καί μέσα στόν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ Ἴδιος ὁ Θεός. Αὐτή ἡ καρδιά εἶναι τό πρόσωπο, γιατί πρόσωπο εἶναι «ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πνεύματος… ὅ ἐστίν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές» (Α’ Πέτρου γ’ 4). Μέχρι τότε διάβαζα αὐτά στά βιβλία, τώρα τά ἔβλεπα στήν πραγματικότητα. Ἔνοιωθα αὐτό πού λέγει ὁ Ἀββᾶς Παμβώ «εἰ ἔχεις καρδίαν δύνασαι σωθῆναι», αὐτό πού λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «Θεός θεοῖς ἑνούμενός τε καί γνωριζόμενος ἐν καρδίᾳ» καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν». Ἡ καρδιά πού εἶναι τά ἅγια τῶν ἁγίων «τῆς μυστικῆς ἑνώσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπου, αὐτῆς τῆς ἐνυποστάτου δι’ Ἁγίου Πνεύματος ἐλλάμψεως» ἀνακαλύφθηκε.

Αἰσθανόμουν τήν καρδιά σάν Ναό μέσα στόν ὁποῖο λειτουργοῦσε ὁ ἀληθινός Ἱερεύς τῆς Θείας Χάριτος. Παράλληλαμέ τόν κτύπο τοῦ σαρκικοῦ ὀργάνου τῆς καρδίας ἀκουγόταν καί ἕνας ἄλλος κτύπος βαθύτερος καί γρηγορότερος. Αὐτός ὁ κτύπος συντονιζόταν μέ τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Ἤ μᾶλλον ἡ ἴδια ἡ καρδιά ἔλεγε τήν εὐχή. Ὅλη αὐτή ἡ κατάσταση συνδεόταν μέ μερικά χαρακτηριστικά.

Ἀναπτύχθηκε μιά ἐρωτική κοινωνία μέ τόν Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οἱ Πατέρες ὀνόμαζαν τόν Θεό ἔρωτα. «Ὁ Θεός ἔρως ἐστί καί ἐραστόν» (Ἁγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής) καί «ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται» (ἅγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αἰσθανόμουν τήν περίπτυξη τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἀγάπη ἐκεῖνο τόν καιρό μέ εἶχε τρελλάνει. Ὁ Θεός βιωνόταν ὡς ἐλεήμων, ὡς γλύκα και γλυκασμός. Ἄναψε μέσα στήν καρδιά μου τό εὐλογημένο πῦρ, πού ἔκαιγε τά πάθη καί δημιουργοῦσε ἀνέκφραστη πνευματική ἡδονή.

Ἀναζητοῦσα ἡσυχία, σκοτάδι, ἡρεμία ἐξωτερική. Τά μικρά κελλιά, οἱ τρύπες τῶν βράχων, ὁ ἀνοιχτός ὁρίζοντας τῆς φύσεως, τά σκοτεινά μέρη μέ δέχονταν σάν φιλοξενούμενο. Τήν νύκτα ἔβγαινα στίς ἐρημιές τοῦ Ἄθωνα. Μαγεία! Εὐλογία! Μέθη! Στήν μοναξιά καί στήν πολυκοσμία, στήν ἔρημο καί στά κοινόβια ζοῦσα τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τήν θεία περίπτυξη. Ἀναπτύχθηκαν τότε ἄλλες αἰσθήσεις, αἰσθήσεις πνευματικές, ἡ νοερά αἴσθηση, ἡ νοερά ὅραση και ἀκοή. Ὅλος ὁ νοῦς ἦταν συγκεντρωμένος μέσα στό βάθος τῆς καρδιᾶς καί ἄκουγε ἐν ἀκορέστῳ γλυκασμῷ τήν εὐχή πού λεγόταν μέσα ἐκεῖ. Ὅλος ὁ ἐσωτερικός κόσμος ἑνοποιημένος. Ὅλα ἔδειχναν ὅτι γεννήθηκε ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος, ἕνας καινούργιος κόσμος καί μιά καινή ζωή. Μιά θερμότητα ἔκαιγε τά πάντα. «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ…;».

Ἡ αἴσθηση τῶν μαθητῶν αὐτῶν ὑπῆρξε δική μου βίωση. Αἰσθανόμουν καλά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆν καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη;». Καί τόν λόγον ὅτι ὁ Θεός «πῦρ ἐστί καταναλίσκον». Ἄλλοτε αὐτή ἡ θέρμη καί αὐτή ἡ φωτιά μετατρεπόταν σέ πληγή βαθειά. Αἰσθανόμουν ὅτι αὐτή ἡ θερμότητα ἀναγεννοῦσε τήν ὕπαρξή μου, πρῶτα τήν ψυχή καί μετά ἐπεκτεινόταν καί στό σῶμα.

Ἡ αἴσθηση ὅτι τώρα γεννήθηκα σέ ἄλλον κόσμο ἦταν διαρκής. Χοροπηδοῦσα σάν μικρό παιδί. Ἀκόμη ὑπῆρξαν μερικές φορές πού ἔνοιωσα καί τήν σάρκα μου σάν μικροῦ παιδιοῦ, πού μόλις βγῆκε ἀπό τήν μήτρα τῆς μάνας του. Αὐτό δημιουργοῦσε βαθύτατη εἰρήνη λογισμῶν. Ὁ νοῦς καθαριζόμενος διαρκῶς ἀπέβαλε ὅλα τά ξένα στοιχεῖα τά ὁποῖα σάν λέπια τόν ἐκάλυπταν. Γινόταν ἔτσι ἐλαφρός καί πάντοτε εὕρισκε καταφύγιο στήν καρδιά. Ἐκεῖ παρέμεινε καί εὐφραινόταν πνευματικά. Ἐκεῖ μερικές φορές ἄκουγε καί τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν πολύ συνταρακτική καί δημιουργοῦσε πηγές δακρύων. Ἡ γνωριμία μέ τόν Θεό ἦταν προσωπική. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ πραγματικό γεγονός.

Μερικές φορές βυθιζόμουν σέ βαθειά μετάνοια. Ὁ νοῦς μπαίνοντας στήν καρδιά ἐν Χάριτι ἔβλεπε τό σκοτάδι, τήν βρωμιά τῆς ψυχῆς καί ὅλη ἡ ὕπαρξη ξεχυνόταν σέ καυτά δάκρυα. Ἔκλαιγε ἡ καρδιά. Τά δάκρυα τῆς καρδιᾶς ξεχύνονταν ἐπάνω της καί τήν ξέπλεναν ἀπό τήν ἁμαρτία. Παράλληλα ἄνοιγαν καί τά μάτια καί γίνονταν πηγές δακρύων. Ἄλλοτε ἔκλαιγε μόνον ἡ καρδιά καί ἄλλοτε καί τό σῶμα. Θρῆνος βαθύς ἀπό τήν ἀποκάλυψη τῆς ἀσωτίας… Κλάμα πολύ, ἀλλά ὄχι μέ ἀπελπισία. Ἦταν συνδεδεμένο μέ τήν αἴσθηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὅλα ἦταν ὡραῖα. Ἡ λέξη ὡραῖα δέν ἔχει σχέση μέ τήν αἰσθητική, ἀλλά μέ τήν ὀντολογική πραγματικότητα. Ἔβλεπα τούς λόγους τῶν ὄντων σέ ὅλη τήν δημιουργία. Καί αὐτό προξενοῦσε ἄρρητη εὐφροσύνη. Ὅλα ἐξέφραζαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνάγνωση τῆς Γραφῆς ἔτρεφε τήν καρδιά.

Οἱ λέξεις δέν πήγαιναν στήν λογική, ἀλλά εἰσχωροῦσαν στήν καρδιά καί τήν ζωογονοῦσαν. Ὅπως τό μωρό ρουφᾶ τό γάλα ἀπό τόν μαστό τῆς μάνας του καί τρέφεται, ἔτσι αἰσθανόταν ἡ καρδιά· τρεφόταν ἀπό τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Γινόταν μετάγγιση αἵματος. Τά βιβλία τῶν Πατέρων τά διάβαζα μέ ἄλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τά ἔβλεπα διαφορετικά. Σάν νά εἶχα ἀποκτήσει καινούργια μάτια καί σάν νά εἶχα μάθει καινούργια γλῶσσα. Αἰσθανόμουν συγγενής πνευματικά μέ τούς Πατέρας. Ὅμως τίς πιό πολλές φορές δέν ἤθελα νά διαβάζω ἀκόμη καί βιβλία πατερικά. Σάν νά σταματοῦσαν τήν προσωπική ἐπικοινωνία μέ τόν ἐράσμιο Νυμφίο, σάν νά διέκοπταν τή ζωντανή ἐπικοινωνία μέ τόν Δημιουργό τοῦ παντός.

Τά πάθη δέν ἐνεργοῦσαν τότε. Ἔνοιωθα ὄχι ἠθικές ἀναστολές, ἀλλά τήν ἀναγέννηση μου. Ἤμουν τόσο μεθυσμένος, ὥστε δέν μέ ἐνδιέφερε ἀπολύτως τίποτε. Ὑπῆρχε μέσα μου μιά ἀκατάσχετη ἀναζήτηση καί ἐπιθυμία νά μή μέ ἀγαποῦν οἱ ἄνθρωποι καί μάλιστα νά μέ περιφρονοῦν. Ἀφοῦ εἶχα τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δέν μέ ἐνδιέφερε τίποτε ἄλλο. Ζοῦσα μιά ἐρωτική ζωή, ζωή δακρύων… Ἡ μόνη ἀπασχόληση ἐγώ καί ὁ Θεός. Ζητοῦσα τήν μοναξιά πού ἦταν κοινωνία. «Ἐνώπιος Ἐνωπίω», «πρόσωπον πρός Πρόσωπον». Ἀλλά καί ὅταν εὑρισκόμουν σέ πολυκοσμία ἡ ἐσωτερική φωνή ἦταν ἰσχυρότερη. Καί ὅταν κατά τήν διάρκεια ἀκολουθίας ὁ Γέροντας μέ ἔβαζε νά ψάλλω, ἐγώ συγχρόνως ἄκουγα καί αὐτήν τήν ἐσωτερική φωνή τῆς καρδιᾶς νά ἐπαναλαμβάνη τήν εὐχή πού ἔγινε τό ἐντρύφημά μου.

Αὐτή ἡ κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα ἔλεγα τήν εὐχή. Καί τήν ὥρα πού κοιμόμουν ἡ καρδιά προσευχόταν. Τήν ἄκουγα καθαρά νά ἀδολεσχῆ μέ τόν Θεό.

Ὅποιος θέλει νά διαπίστωση ἄν ὑπάρχη Θεός, ἄς δοκιμάση. Θά συνάντηση ἕνα ζωντανό Θεό! Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέ ἀξίωσε ἐμένα τό ἔκτρωμα ὅλου τοῦ κόσμου νά ἀποκτήσω μιά μικρή σταγόνα γνώσεως Θεοῦ»6. Παρατηροῦμεὅτιοἱἐμπειρίεςτῶνδύοἀσκητῶν, τοῦΓέροντοςΠορφυρίουκαίτοῦσύγχρονουἉγιορείτη, εἶναικοινές, ἀφοῦτίςἐνεργεῖτόἴδιοΠνεῦμα, δηλ. τόἍγιοΠνεῦμα.

Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος ἀγαπάει ἀνιδιοτελῶς τόν Θεό καί τούς ἄλλους. Εἶναι ὁ ἀπόλυτα ἰσορροπημένος ἄνθρωπος. Ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ Ἀγάπη καί ἡ Ζωή. Κίνηση ἐνάντια στήν Ἀγάπη εἶναι κίνηση ἐνάντια στή Ζωή. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἀγαπάει σωστά τόν Θεό καί τούς ἄλλους, αὐτός βρίσκεται στήν ἀνισορροπία καί τόν πνευματικό θάνατο. Ὅποιος ἀγαπάει, Ζεῖ ἰσορροπημένα καί ἀληθινά.

Ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι ἰσορροπημένος εἶναι ὀ ἄνθρωπος πού ἀγαπάει ἀνιδιοτελῶς. Αὐτόν τόν ἀγαποῦν καί οἱ ἄλλοι. Τό μυστικό γιά νά μᾶς ἀγαποῦν εἶναι, ἐμεῖς νά ἀγαπᾶμε. Θά νιώθομε ὅτι ὅλοι μᾶς ἀγαποῦν, ὅταν θά ἀγαπήσουμε ὅλους τούς ἀνθρώπους μυστικά, ἀνιδιοτελῶς, θυσιαστικά, χωρίς νά ζητοῦμε ἀνταπόδοση. Τότε ἰσορροποῦμε πραγματικά. Νά πῶς τό ἔλεγε ἀκριβῶς ὁ ἐράσμιος Γέροντας τῆς διπλῆς ἀγάπης: «Ἕνα εἶναι το ζητούμενο στή ζωή μας, ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία στόν Χριστό καί ἡ ἀγάπη στούς συνανθρώπους μας. Νά εἴμαστε ὅλοι ἕνα μέ κεφαλή τόν Χριστό. Ἔτσι μόνο θ΄ ἀποκτήσουμε τήν χάρι, τόν οὐρανό, τήν αἰώνια ζωή. Ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό καλλιεργεῖ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ὅταν ἀγαπήσουμε ὅλους τούς ἀνθρώπους μυστικά. Θά νιώθουμε τότε ὅτι ὅλοι μᾶς ἀγαποῦν. Κανείς δέν μπορεῖ νά φτάσει στόν Θεό, ἄν δέν περάσει ἀπ΄ τούς ἀνθρώπους. Γιατί, “ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;” Ν΄ ἀγαπᾶμε, νά θυσιαζόμαστε γιά ὅλους ἀνιδιοτελῶς, χωρίς νά ζητᾶμε ἀνταπόδοση. Τότε ἰσορροπεῖ ὁ ἄνθρωπος. Μιά ἀγάπη πού ζητάει ἀνταπόδοση εἶναι ἰδιοτελής. Δέν εἶναι γνήσια, καθαρή, ἀκραιφνής…»7.

συνεχίζεται…

1 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 208-209.
2 Ὅ. π. σελ. 221-222.
3 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι σελ. 219-220.
4http://www.porphyrios.net/GREEK/BIOS/xaritosis.html.
5 Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 84-85.
6http://clubs.pathfinder.gr/getfile.php?file=47&folder=46610. Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου, Τό μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ, Ἱερά Μονή Γενεθλἰου τῆς Θεοτόκου, Γ΄ ἔκδοση, 1991.
7Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Β΄ ἔκδοση, Χανιά 2003, σελ. 381.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

http://Hristospanagia3.blogspot.com

Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου